Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ελευθερία 2


Έντεκα χρόνια περάσαν στα ίδια,
σ’ ένα γραφείο μονίμως σκυφτός,
έντεκα χρόνια στην ίδια παγίδα,
μόνος μου μπήκα λες κι ήμουν τυφλός.

Έντεκα χρόνια αράδες και στήλες,
έντυπα άψυχα και πληκτικά,
ώρες να χάνομαι μες στις σελίδες,
ν’ ανοιγοκλείνω βιβλία χοντρά.

Σήμερα έκοψα την αλυσίδα,
βγαίνω και πάλι στο άπλετο φως,
είχα σκοτώσει την κάθε ελπίδα,
μες στο κελί που λεγόταν μισθός.

Άφησα πίσω τη σίγουρη θέση,
κι ας με κοιτάζουν σαν να ’μαι τρελός,
έχω ελεύθερη τώρα τη σκέψη,
όλος ο κόσμος για μένα ανοιχτός.

Χίλιες φορές ο ελεύθερος λύκος
κι ας είναι έρμαιο μες στον καιρό,
κι όχι ο σίγουρος ήμερος σκύλος,
να ’χει φαΐ, μα λουρί στο λαιμό.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Μαζί


Σήμερα γίνανε δύο τα χρόνια
κι είμαστε όλες τις μέρες μαζί,
έλιωσαν πια της ζωής μου τα χιόνια,
χίλια μου βάσανα έχουν σβηστεί.

Κάθε πρωί που σε βλέπω κοντά μου,
μοιάζεις με ήλιο γλυκό πρωινό,
όλα τα όμορφα είναι δικά μου,
τ’ αύριο σίγουρο και φωτεινό.

Πρώτη φροντίδα μου έχω εσένα,
μη σε αγγίξει ποτέ το κακό,
άνθρωπο άλλο δεν έχω κανένα,
τόσο, μα τόσο πολύ ν’ αγαπώ.

Πάντα μαζί μες στου χρόνου τη δίνη,
θα πορευόμαστε μες στη ζωή,
ό,τι κι αν έρθει, ό,τι κι αν γίνει,
θα ’μαστε δύο με μία ψυχή.

Αρκετά


Δυο χρόνια μαζί σου περάσαν,
δυο χρόνια με λύπες σωρό,
και σήμερα πια περισσέψαν,
πιο πέρ’ από ’δω δε μπορώ.

Οργή και θυμοί δίχως τέλος,
εξάψεις, εξάρσεις, φωνές,
και μόνο τις νύχτες οι ώρες
να φέρνουν καλές σου στιγμές.

Μα όση κι αν είναι η γλύκα,
στο εύχυμο, λάγνο κορμί,
της γλώσσας ασήκωτη η πίκρα,
στην κόλαση πάει την ψυχή.

Εδώ πια τα πάντα τελειώσαν,
ανοίγω ξανά τα πανιά,
κι ας λείψει η δική σου αγκάλη,
καρδιά πια θα ψάξω γλυκιά.

Νοέμβρης


Μέσα τού Νοέμβρη, είμαι μοναχός,
πέντε μέρες βρέχει, κρύος ο καιρός,
όλα τυλιγμένα μες στην καταχνιά,
όλα βυθισμένα μες στη σκοτεινιά.

Σήμερα στο σπίτι. Είναι Κυριακή,
συννεφιά και πάλι από το πρωί,
άκεφες οι ώρες μες στη μοναξιά,
άχαρες οι σκέψεις, σ’ όλα παγωνιά.

Πέρσι το Νοέμβρη ήμασταν μαζί,
τώρα συντροφιά μου παγερή βροχή,
μέχρι τον Απρίλη όλα μια χαρά,
όπως δύο χρόνια όλα σταθερά,

Όμως κάποια μέρα, έτσι ξαφνικά,
δίχως εξηγήσεις, με θολή ματιά,
είπες θες να φύγεις κάπου μακριά,
μέσα σε μια ώρα έγινες σκιά.

Πάνε μήνες τώρα κι όλο καρτερώ,
κάτι από σένα μέσα στον καιρό,
ένα μήνυμά σου, αν περνάς καλά,
αν μες στην καρδιά σου έχεις ξαστεριά.

Μες στα όνειρά μου μέρα νύχτα ζεις,
κι όλο περιμένω πως θα ξαναρθείς,
ούτε θα ρωτήσω πώς και το γιατί,
μόνο να γυρίσεις να ’μαστε μαζί. 

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Αντίδραση στην κατάθλιψη


Σήμερα, χθες και προχθές, όλα ίδια,
τ’ αύριο έρχονται ίδια κι αυτά,
σαν την ομίχλη απλώνει η κατήφεια,
σ’ όλα η πλήξη με όχι απαντά.

Όχι σ’ εκείνα που πάντα ποθούσα,
όχι σε έργα ψυχής φωτεινά,
όχι σ’ αυτά που πολύ εκτιμούσα,
όχι και όχι, ξανά και ξανά.

Μέσα σ’ αυτό το ατέλειωτο τέλμα,
μέσα σε λάσπης νερό σκοτεινό,
όλο το πριν μου φαντάζει σαν ψέμα,
κι ας ήταν σίγουρα αληθινό.

Είναι αυτή η αλήθεια μου τώρα,
μόνη ελπίδα να βγω στην αρχή,
πρέπει ν’ αδράξω ετούτη την ώρα,
το χαλινάρι που έχει λυθεί.

Πάλι να βρω τον παλιό εαυτό μου,
τ’ άλογο που ’χε σωστό καλπασμό,
πρέπει να βγω στον καλό ουρανό μου,
δε θ’ αφεθώ στον πικρό μαρασμό.

Πρέπει τ’ ανύπαρκτο δίχτυ να σκίσω,
μέσα μου πάλι θ’ ανάψω φωτιά,
ούτε κι αυτή τη φορά θα λυγίσω,
θα ξεθολώσει και πάλι η ματιά.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Λάθος 1


Οι κουβέντες που φώναξα χθες το πρωί,
τσουχτερές, οργισμένες, με δίκιο πολύ,
σαν μαστίγιο πέσαν σε πλάτη γυμνή.

Η αλήθεια τους μαύρη, πολύς ο θυμός,
σωρευμένος στο χρόνο, φθαρμένος καρπός,
στις βαλβίδες τού νου πιεσμένος ατμός.

Σαν το κύμα που σπάει και φτάνει ψηλά,
ό,τι βρίσκει μπροστά του το δέρνει σκληρά,
οι κουβέντες σαρώσαν το δέκτη πικρά.

Μα ο δέκτης δεν ήταν τσιμέντο σκληρό,
ούτε βράχος π’ αντέχει σε κάθε καιρό,
ήταν άνθρωπος όρθιος, όπως κι εγώ.

Τη στιγμή που ο λόγος, μολύβι καυτό,
βρήκε στόχο ευάλωτο μες στο μυαλό,
στου ανθρώπου τη σκέψη ξεπήδησε φως,
και το άδικο είδε επιτέλους κι αυτός,
ενοχή και ντροπή γίναν πια κεραυνός,
μα η πληγή απ’ το λόγο βαθύς σπαραγμός.

Των ματιών του ποτάμι, πλημμύρα βουβή,
ξεπετάχτηκε κι ήρθε σε μένα καυτή,
και μου έδειξε δίχως κουβέντα να πει,
πόσο λάθος ν’ αφήνεις να βγαίνει η οργή,
κι ας το δίκιο σου είναι μεγάλο πολύ.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Πτυχία 2011


Πτυχία στους τοίχους κρεμασμένα,
με χρόνια και χρήμα αποκτημένα,
σε ποικίλες υπηρεσίες κατατεθειμένα,
στον τοπικό τύπο κοινοποιημένα,
με συγχαρητήρια και επαίνους φορτωμένα.

Και τώρα στα τριαντατρία
βρήκα επιτέλους εργασία,
δεκάωρη χωρίς υπερωρία,
σε τέσσερα λογιστικά γραφεία.

Για των σταχτοδοχείων το άδειασμα,
των καθισμάτων το καθάρισμα,
των παραθύρων το γυάλισμα,
των πατωμάτων το σφουγγάρισμα.

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Μοίρα


-Στο μάτι μ’ έβαλε ο θεός κι η μαύρη μου η μοίρα,
σε μένα όλα τα στραβά και οι αναποδιές,
βαρύ το πεπρωμένο μου, έχω χορτάσει πίκρα,
δε βλέπω πια ν’ ανθίζουνε για μένα μυγδαλιές.

-Καιρός ν’ αφήσεις πια θεούς, μοίρες και πεπρωμένα,
γελοία εφευρήματα ανθρώπων πονηρών,
μες στους αιώνες χάλκευσαν δεσμά μελετημένα,
ερείσματα των ισχυρών, τροφή των αφελών.

Σαν τον καιρό είν’ η ζωή για όλους και για όλα,
πότε ωραία ξαστεριά και πότε συννεφιά,
μέσα στο χρόνο μοιάζουμε με δέντρα φυλλοβόλα,
άλλοτε μ’ άνθη και καρπούς και άλλοτε γυμνά.

Οι πλούσιοι κι οι βασιλείς και άλλοι βολεμένοι,
φαντάζουνε στα μάτια μας μονίμως ευτυχείς,
κανείς όμως την τύχη του δεν έχει δεδομένη,
και μια στιγμή μονάχα αρκεί να γίνουν δυστυχείς.

Ποτέ δεν είναι η ζωή όπως τη θέλεις ίσια,
ανήφοροι, κατήφοροι μπροστά μας συνεχείς,
μπορεί στραβά κι ανάποδα να συναντούμε χίλια,
μα φτάνουν ένα δυο καλά για να ’μαστε ευτυχείς.

Ουράνιο τόξο 1


Στ’ ακρόβραχο η μια σου άκρη
η άλλη πάνω στο βουνό,
αρχαίο τού Διός σημείο,
είσαι γεφύρι μαγικό.

Πάνω στα βράχια ζωγραφίζεις,
ανάβεις πεύκων κορυφές,
στον άχρωμο αέρα δίνεις
του σέλαος μαρμαρυγές.

Το φως του ήλιου αναλύεις
σε κόκκινο, πορτοκαλί,
κίτρινο, πράσινο, γαλάζιο,
βαθύ γαλάζιο και μαβί.

Όλα τα χρώματα της φύσης,
λουλούδια και πουλιά της γης,
πάνω σου τα ’χεις μαζεμένα,
την όρασή μας πυρπολείς.

Μέσ’ από της βροχής τη θλίψη
όμορφη βγαίνεις ζωγραφιά,
τις σκέψεις μάς παραμερίζεις
και μας ανοίγεις την καρδιά.