Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Άνθρωποι 3


Μη ξύνεις βαθιά τους ανθρώπους,
μη ψάχνεις τα πάντα να βρεις,
καλύτερα μείνε απάνω,
στο βάθος μπορεί να σκιαχτείς.

Μπορεί σκεπασμένο συμφέρον
με λόγια και γέλια να βρεις,
μπορεί καταχθόνιες σκέψεις,
αυτά που δε βάζει ο νους,
ιδέες που δε λογαριάζεις,
μπορεί ταπεινούς λογισμούς.
Θα δεις επιπέδου καλύψεις
σε κάποιους πολύ σοβαρούς.

Τι έχουνε όλοι κρυμμένο,
ας μείνει μονάχα γι’ αυτούς.
Μη ξύνεις βαθιά τους ανθρώπους,
μη χάσεις και άλλους καλούς.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Αμυγδαλιά 2


-Νωρίς ανθίζεις μυγδαλιά μου
και πρώτη σέρνεις το χορό,
σε κίνδυνο μεγάλο μπαίνεις,
δεν τον φοβάσαι τον καιρό;

Γλυκός ο ήλιος το Φλεβάρη
μα κάποτε σε ξεγελά,
μια κρύα νύχτα μόνο φτάνει,
για να σου κάνει τη ζημιά.

-Μες στου χειμώνα τη μουντάδα,
αγρούς μορφαίνω και αυλές,
τη συννεφιά την αλαφρώνω,                                           
κάπως γλυκαίνω τις καρδιές.

Να σπρώξω πάσχω το χειμώνα,
νωρίς η άνοιξη να ρθει,
να ξεθωριάσει η στεναχώρια
και το χαμόγελο ν’ ανθεί.

Αμυγδαλιά 1


-Βιαστική αμυγδαλιά μου
μέσα στο χειμώνα ανθείς,
τον καιρό δε λογαριάζεις
και τη ζήλεια προκαλείς.

Ο Φλεβάρης σού γελάει
αλλά κρύβει παγετούς,
και  χωρίς να σε λυπάται
καταστρέφει τους ανθούς.

-Τους ανθούς μου κι αν χαλάσει
του Φλεβάρη η παγωνιά,
ένα έχω στο μυαλό μου
τη δική μου ομορφιά.

Πρώτη εγώ να ξεχωρίζω,
να με λεν μοναδική,
και να με θαυμάζουν όλοι
είτε φίλοι είτ’ εχθροί.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Χαλινάρι


Άλογο το συναίσθημα που εύκολα αφηνιάζει,
δύσκολα τιθασεύεται και θέλει να καλπάζει,  
θυμός, οργή, ενθουσιασμός, έρωτας, πόθος, λύπη,
πάθη πολλά, συχνά πυκνά, γεμάτα καρδιοχτύπι.
                               
Αν τ’ άλογό σου αφεθεί χωρίς το χαλινάρι,
και μοναχό του πορευτεί, άβουλε καβαλάρη,
το να γλιτώσεις μια και δυο, θα είναι μόνο τύχη,
ή θα σε ρίξει στο γκρεμό ή άλλους θα κλωτσήσει.

Αν το μυαλό με σύνεση κρατά το χαλινάρι,
ήρεμος είναι ο καλπασμός, ώριμε καβαλάρη.
Μ’ αν το κρατάς πολύ γερά, το άλογο δε φεύγει,
φτωχή και μίζερη η ζωή και νόημα δεν έχει,
πέτρινος πια κι απόκοσμος γίνεσαι αναβάτη,
θα βλέπεις το συνάνθρωπο μονάχα απ’ την πλάτη.

Πώς

                                                                         (στην Πολυξένη)
Πώς άφησα τα χρόνια μου, μαζί σου να περάσουν,
πώς άφησα τις μέρες μου, μαζί σου να χαθούν;
Εσύ μονάχα το εγώ, κι εγώ όλα για σένα,
κοιτάζω πίσω τα παλιά κι όλα με λοιδορούν.

Στα είχα όλα έτοιμα στην ώρα τους με τάξη,
κι ύστερα μόνη μ’ άφηνες μαζί με τα παιδιά,
σε είχα καθημερινά μη βρέξει και μη στάξει,
και συ να τρέχεις πάραυτα σε στέκια σου παλιά.

Τώρα μου λες πως τέλειωσαν εικοσιπέντε χρόνια,
διαγράφεις ασυλλόγιστα τις μέρες τις καλές,
κι ενώ μπροστά μας έρχονται ακάθεκτα τα χιόνια,
άλλες αγάπες πια ζητάς και άλλες ομορφιές.

Πώς άφησα τα χρόνια μου, μαζί σου να περάσουν,
κι απλόχερα ξοδεύτηκα με τόση ανοχή,
γιατί να είμαι απ’ αυτούς που ζούνε για να χάνουν,    
να δίνουν και να μη ζητούν καμία πληρωμή;

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ψέματα


Άδολα ψέματα δίχως κακία,
δίχως συμφέροντα, δίχως κεντρί,
άλλοτε έξυπνα, άλλοτε αστεία,
κάνουν πιο λίγο πεζή τη ζωή.

Όμως τα άλλα, μικρά και μεγάλα,
κίνητρα άθλια ή ταπεινά
έχουνε μέσα τους πάντα κρυμμένα,
δε μας αφήνουν να πάμε ψηλά.

Όσοι πορεύονται μόνο μ’ αλήθεια
κι από τα ψέματα μένουν μακριά,
έχουν τιμή που ’ναι αλώβητη, ακέραια,
κι είναι η σκέψη τους ελαφριά.

Έχουν καθάρια και σίγουρη μνήμη,
δεν αμφιβάλλει γι’ αυτούς η ζωή,
δεν τους αγγίζει και δεν τους φοβίζει
αποκαλύψεων η απειλή.

Όσο κι αν είναι το τίμημα μέγα
κι αν εναντίον τους βάλλουν πικρά,
με της αλήθειας το φάρο αναμμένο
πλέουνε άφοβα και στα βαθιά.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Αφοσίωση...


Χωρίς μια λέξη να μου λες,
τα μάτια σου είναι αρκετά,
είν’ οι προθέσεις σου καλές
και τα αισθήματα αγνά.

Κάθε που φεύγω μακριά,
η λύπη σου είναι φανερή,
και για τους δυο η μοναξιά,
ξέρω καλά είναι κακή.

Όταν γυρίσω και με δεις,
δείχνεις ανείπωτη χαρά,
δίχως κουβέντα να μου πεις,
μου το εκφράζεις καθαρά.

Ως τώρα ούτε μια στιγμή,
δε μου ’χεις δώσει αφορμή,
λέξη για σε, να πω κακή
και στεναχώρια να φανεί.

Μπορεί ποτέ να μη μιλάς,
παρότι τόσο επιθυμείς,
με την ουρά σου που κουνάς,
ξέρω καλά τι θες να πεις.

Όπως εσύ, όμοια κι εγώ,
πιστό σκυλί μου σ’ αγαπώ,
σ’ έχω σαν άνθρωπο καλό
κι αυτό ’ναι κάτι μαγικό.

Μοναξιά 1


Σαν ερημίτης χωρίς ένα γείτονα,
μέσα στις σκέψεις σου χρόνια γυρνάς,
όλα τα πλην διυλίζεις επίμονα
κι όλα τα συν βιαστικά προσπερνάς.

Πάθη, αγένειες, ζήλειες, μικρότητες
βγαίνουν μπροστά σου ξανά και ξανά,
με μόνο μέτρο παλιές αθωότητες,
παίρνουν διαστάσεις κι ας είναι μικρά.

Άνθρωποι κι άνθρωποι πέρασαν δίπλα σου,
σίγουρα κάποιοι θα ήταν σωστοί,
μέρα και νύχτα εσύ στα βιβλία σου,
μένεις στην άκρη χωρίς προσμονή.

Όλο ξεφτίζουν του χρόνου τα νήματα,
και συσσωρεύεται πείρα πολλή,
πες πια το ας, στων ανθρώπων τα κρίματα
κι από την έρημο βγες στη ζωή.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Έρωτας-Πόθος-Χρόνος-Αλήθεια



Με πινελιές επεμβαίνει και δίνει
άλλες διαστάσεις και άλλες πτυχές,
βάθρο θεού ανενδοίαστα στήνει
και προσδοκίες υφαίνει πολλές.

Άμεσος, άμετρος, ενθουσιώδης
έρχεται πάντοτε ως συνεργός,
όποια ατέλεια τη μηδενίζει,
σαν το ηφαίστειο ορμητικός.

Άτεγκτος πάντα χωρίς παρωπίδες,
δίχως αισθήματα, δίχως σκοπούς,
ξύνει μπογιές, ξεσκεπάζει αλήθειες,
βάζει σε βάθρο μονάχα θνητούς.

Αν η αλήθεια σου ήτανε μία
κι άμα το αίσθημα πραγματικό,
άπραγος φεύγει και τρέχει ο χρόνος,
τ’ όνειρο ανέπαφο και ζωντανό.