Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Βουνά


Αιώνια, περήφανα, αδούλωτα βουνά μου,
σε σας ρίχνω τα μάτια μου πρωί σα σηκωθώ,
σαν φύλακες ορθώνεστε μες στον ορίζοντά μου,
όλη την ιστορία μου απάνω σας θωρώ.

Στις κορυφές σας, στις πλαγιές, στα διάσελα, στις ράχες,
στα ξάγναντα, στα ρέματα, στα βράχια, στους γκρεμούς,
για τον αγώνα της ζωής μεγάλες δώσαν μάχες,
οι πρόγονοί μου πάλεψαν σε όλους τους καιρούς.

Σκληρή δουλειά στα δάση σας, σκληρή στα βοσκοτόπια,
ο κόπος τους ατέλειωτος, μεγάλος ο καημός,
και άρπαγες αδίστακτοι σ’ όλα τα κακοτόπια,
να κάνουνε λιγότερο το λιγοστό τους βιος.

Και σαν ξεσπούσε πόλεμος, πριν μεγαλώσει η ειρήνη,
σε σας το μετερίζι τους και η απαντοχή,
κι αν η σκλαβιά τούς πλάκωνε κι αβάσταχτη η οδύνη,
σε σας πάλι το σπίτι τους και η καταφυγή.

Τι ν’ άκουσαν τα πεύκα σας, τα έλατα, οι οξιές σας,
πόσα ντουφέκια λάλησαν μέσα στις ρεματιές,
πόσα τραγούδια ανάβλυσαν κάτω απ’ τις σκιές σας,
πόσες φωτιές ανάψανε στις καθαρές καρδιές!

Αθάνατα, αγέρωχα, ελεύθερα βουνά μου,
σας βλέπω και σας χαίρομαι σε κάθε εποχή,
μέσα σας είν’ οι ρίζες μου και τα θεμέλιά μου,
χωρίς εσάς φτωχότερη ολόκληρη η ζωή.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Μοναξιά 2


Ένα δεντράκι φυτέψαμε οι δυο μας
και το ποτίζαμε πάντα μαζί,
κι όπως μεγάλωνε, καρποφορούσε,
κι ήταν γλυκύτατοι όλοι οι καρποί.

Πέρασαν κι έφυγαν κάμποσα χρόνια,
ήρθε και γύρισε άλλος καιρός,
όμως εγώ επιμένω ακόμα
και μοναχός το ποτίζω ο πικρός.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Χαμόγελο


Όταν αβίαστο και ανυπόκριτο
σαν το νερό τής πηγής αναβλύζει,
όσο κι αν σ’ έχει τυλίξει η κατήφεια,
μία αχτίδα φωτός σου χαρίζει.

Μέσα του κρύβει καλότροπο μήνυμα
δίχως κουβέντες, περίσσιες κινήσεις,
είναι ζεστό σαν αυθόρμητο φίλημα,
μη προσπεράσεις και μη τ’ αγνοήσεις.                                

Γύρω, πολλά τυπωμένα χαμόγελα
της σκοπιμότητας και της συνήθειας,
λίγα τα όμορφα και τα καλόβολα
της ειλικρίνειας και της αλήθειας.

11 Μαρτίου 2012


Σαν το Φλεβάρη και ο Μάρτης φέτος,
με χιόνι κι άφθονες βροχές,
επίμονες στο κρύο, εχθρικές.
Και προσπαθώ να καρτερώ
τις ναρκωμένες μυγδαλιές,
τις μουσκεμένες,
με τα μπουμπούκια που προσμένουνε κλειστά.
Και προσπαθώ να καρτερώ ακόμα,
καθώς μου φεύγουνε οι μέρες,
άνανθες,
κι έχουνε γίνει πια πολλές…

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Ερημιά 2


Ζούμε μαζί εδώ και μήνες,
λόγια πανέμορφα εκφωνείς,
όρκους παντοτινούς μού δίνεις
και φανερά με συμπονείς. 
Νιώθεις πολύ πως σε λατρεύω,
δείχνεις κι εσύ πως με ποθείς.
Όμως στο βλέμμα σου διαβάζω
πως σύντομα θα μ’ αρνηθείς.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Εργάτης


Χρόνια σηκώνω καλύβες και μέγαρα,
πύργους, γεφύρια, ναούς και παλάτια,
πόλεις μεγάλες στου κόσμου τα πέρατα,
κι άγνωστος μένω με χέρια κομμάτια.

Μέσα στις σήραγγες σκάβω μερόνυχτα,
σαν τυφλοπόντικας μες στα σκοτάδια
κι αν οι στοές δεν αντέξουν στα χώματα,
άγνωστος μένω θαμμένος για πάντα.

Σαν το γρανάζι σε κάποιο μηχάνημα,
μπαίνω στη βάρδια με τάξη στις ώρες,
είμαι φθηνό αναλώσιμο εξάρτημα,
άγνωστος μένω στις φάμπρικες όλες.

Κτήματα, οικόπεδα και διαμερίσματα,
τόκοι, κεφάλαια και καταθέσεις,
έντοκα, δάνεια, δόσεις, μερίσματα,
άσχετος μένω με άγνωστες λέξεις.

Μόνο τα χέρια μου έχω κεφάλαιο,
χρόνο το χρόνο με ρόζους γεμίζουν,
άθυρμα είμαι σε νόμο παμπάλαιο,
τσέπες πολλές από μένα πλουτίζουν.

Μετά πενήντα χρόνια


Στάθηκε μπρος μου, χαμογελούσε,
και με εξέταζε προσεκτικά,
μόνο με κοίταζε και δε μιλούσε,
ώριμη πάνω της η ομορφιά.

Κάποιο ανέμισμα στ’ άσπρα μαλλιά της,
και οι πτυχές στο λευκό της λαιμό,
δεν πολεμούσανε την ομορφιά της,
ήταν το πρόσωπο τόσο γλυκό.

Όπως τρεμόπαιξε τα βλέφαρά της,
έλαμψε ξάφνου εικόνα παλιά,
πλάσμα πανέμορφο ήρθε μπροστά μου,
ένα κορίτσι με μαύρα μαλλιά.

Ήταν η Αννούλα μου, το ίνδαλμά μου,
κείνος ο έρωτας ο παιδικός,
τότε που είχε κοπεί η μιλιά μου,
κι ας ήμουν τόσο, μα τόσο μικρός.

Έντεκα είχαμε μονάχα χρόνια,
όταν την είδα για πρώτη φορά,
σαν κεραυνός σε απρόσμενη ώρα,
λες κι αναπήδησε όλη η καρδιά.

Κύλησαν κιόλας πενήντα μας χρόνια,
πού ’σουν, Αννούλα μου, τόσον καιρό,
πώς δε βρεθήκαμε πριν απ’ τα χιόνια,
πώς το αφήσαμε έτσι αυτό;

Τώρα ξανά η καρδιά πλημμυρίζει,
μ’ ό,τι κοιμότανε μες στον καιρό,                             
μια ευτυχία γλυκά με κεντρίζει,
τώρα, με κάνει η ζωή τυχερό.

Όμοια ξανάπαιξε τα βλέφαρά της,
άστραψε πάλι βαθιά ομορφιά,
και φιληθήκαμε στόμα με στόμα,
άπειρη μέσα στα δάκρυα χαρά.

Ήταν τ’ αγκάλιασμα μια αρμονία,
σαν ένα σώμα με μία καρδιά,
ήταν ανείπωτη ευδαιμονία,
τόσο μεγάλη για πρώτη φορά.

Τώρα κρατούσα τα δυο της τα χέρια,
και την κοιτούσα με μάτια θολά,
όμοια και κείνη με τόση λατρεία,
και με τα δάκρυα ήταν θεά.

Άλαλοι μείναμε ώρα πιασμένοι,
μόνο τα μάτια μας είχαν φωνή,
άμεσα σβήστηκαν πενήντα χρόνια,
τώρα, για μας, ξεκινούσε η ζωή.

Τώρα, ν’ αρχίσουμε είπαν τα μάτια,
τώρα, οι δυο μας να πάμε μαζί,
τώρα, ν’ ανέβουμε τα σκαλοπάτια,
τώρα, για πάντα μια άλλη ζωή.

Ήρθε η φωνή απ’ τα μάτια στα χείλια,
και τα δυο στόματα είπαν μεμιάς,
βρήκαμε πια την κρυμμένη ευτυχία,
όλος ο χρόνος μας είναι για μας. 

Και πορευτήκαμε χέρι με χέρι,
σπάσαμε όποια παλιά μας δεσμά,
έμοιαζε όνειρο, ήταν αλήθεια,
είχαμε πια τη ζωή μας μπροστά.

Αλλαγή

                                                (στην Ηλέκτρα)
Δέκα τα χρόνια μας, κι ήρθε το τέλος,
πώς και γιατί, τι να ψάξω ξανά,
τώρα, δυο χρόνια, ο σύντροφος νέος,
πάντα κοντά μου, με βλέπει θεά.

Μέσα στο βλέμμα του ήρεμη θέρμη,
κάθε κουβέντα του είναι γλυκιά,
πάντα μαζί του σε όμορφα μέρη,
μέσα στο σπίτι μας όλα καλά.

Όλοι οι δικοί μου μιλούνε για τύχη,
κι έχουνε σίγουρα δίκιο πολύ,
ένα μονάχα δεν ξέρουν που λείπει,
άραγε το ’χουνε νοιώσει αυτοί;

Μέσα μου τώρα σβησμένη η φλόγα,
ούτε σκιρτήματα πια με δονούν,
δέκα τα χρόνια, φωνάζουν ακόμα,
κι όλες οι μνήμες μου με κυνηγούν.