Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μπέης Τρόικας στο Σκυψοκέφαλο

                                    (από ένα παλιό χειρόγραφο)
Καινούριος μπέης στο χωριό απ’ άλλο βιλαέτι
και οι τελάληδες κινούν, παλιοί και νιοφερμένοι,
να λεν στο Σκυψοκέφαλο, το ένδοξο χωριό μας,
το πώς ο Τρόικας άρχισε να ψάχνει το καλό μας.

Είπαν θα σώσει το χωριό απ’ όλες τις αρρώστιες,
ξέρει καλά τις συνταγές, όλες σε ξένες γλώσσες,
θα χρειαστεί όμως καιρό - πώς κάνει μία κλώσα-
να προστεθούν, ν’ αφαιρεθούν κάποιες χιλιάδες γρόσια.

Ακούσανε οι χωριανοί τα νέα τα χαμπέρια,
καθήσαν στα σπιτάκια τους, σταυρώσανε τα χέρια,
όλοι τους τώρα καρτερούν το μπέη να τους δώσει
φαρμακογρόσια μπόλικα και το κακό να διώξει.

Ο μπέης κοίταξε παντού και βρήκε τα δεφτέρια,
σκάλισε τα παλιά στραβά και χίλια βερεσέδια,
οι δημογέροντες μιλιά δεν τόλμησαν να βγάλουν,
τα λόγια τους μασήσανε, τη μπόχα να σκεπάσουν.

Άφθονα γρόσια άφησε ο μπέης να μοιράσουν
για λίγους μήνες, δανεικά, να έχουν, να περάσουν,
έφυγε γι’ άλλα δυο χωριά σε ξένα βιλαέτια,
κι εκεί να δώσει δανεικά με άλλα μουραφέτια.

Μα νόμους ζήτησε σκληρούς, οι άρχοντες να βάλουν,
τα γρόσια που τους δάνεισε, με τόκους να τα μάσουν
κι όσα παλιά οι χωριανοί τα είχαν συνηθίσει,
αν δεν τ’ αφήσουν γρήγορα, αλλιώς θα τους μιλήσει.

Χωρίς περίσκεψη πολλή, η δημογεροντία
καινούριους νόμους όρισε για την περιουσία,
γρόσια πολλά να μαζευτούν, ο μπέης πώς προστάζει,
κι όταν εδώ θα ξαναρθεί, να έχει να μοιράσει.

Κι αρχίσαν φόροι σαν βροχή, χαράτσια σαν χαλάζι,
τρέχουν να βρουν οι χωριανοί, τι μένει, τι αλλάζει.
Δουλειές παλιές και μαγαζιά έχουνε σταματήσει,
καθένας ψάχνει μόνος του το πρόβλημα να λύσει.

Φόροι-χαράτσια σε παλιούς και νέους αραμπάδες,
φόροι σε σπίτια και αυλές, ταράτσες, καμινάδες, 
εξώστες, σκάλες, οβορούς, κοτέτσια και αχούρια,
φόροι και στα καματερά, φόροι και στα γαϊδούρια.

Φόροι στους στάβλους, στα μαντριά, στις στάνες, στα χαγιάτια,
φόροι στα γιδοπρόβατα και στέρφα και γαλάρια
χαράτσι στα παλιάμπελα, στους λόγγους, στα τσαΐρια,
(χατίρι κάναν κι άφησαν καζάνια και μπακίρια).

Όσοι μπορέσαν πούλησαν για να πληρώσουν φόρους
και πήρανε τα μάτια τους και φύγαν σ’ άλλους τόπους,
οι άλλοι, δουλοπάροικοι σε νέους τσιφλικάδες,                                     
ξεχάσανε και σβήσανε παππούδες, πατεράδες.

Τα πάντα πουληθήκανε σε ξένους παραλήδες
που δε γνωρίζουνε χωριά, δεν ξέρουνε πατρίδες.
Σε δρόμους και σε κτήματα ονόματα καινούρια:
Ντραγκώφ, Μερκώλ, Ολάχτ, Αλί, Τσιν Κον, Βαρόζ, Αλμούρια
                            
Περάσαν κι έφυγαν αργά τα χρόνια με τον Τρόικα,
που μπόρεσε και γιάτρεψε του τόπου την αρρώστια,
τα χρέη ξεπληρώθηκαν, σβηστήκαν τα δεφτέρια,
του μπέη οι τελάληδες φανήκανε ξεφτέρια.

Ντόπιοι στο Σκυψοκέφαλο σήμερα δεν υπάρχουν,
μονάχα ξένοι κατοικούν, σε άλλες γλώσσες γράφουν,
χίλιες φυλές και μωσαϊκό ο τόπος έχει γίνει
και τώρα δημογέροντες, οι φραγκολεβαντίνοι.

1. Για το όνομα Τρόικας, του μπέη, υπάρχουν διάφορες εκδοχές: α) από το τροκάνι, κουδούνι που κρεμούν στο λαιμό των προβάτων, β) από τη λέξη τρόμος, γ) από τη λέξη τρόπαιο, δ) από το δημοτικό τραγούδι «τρία πουλάκια κάθονταν…» κλπ.
2. Το όνομα του χωριού Σκυψοκέφαλο προέρχεται από το αρχαίο Υψηλοκέφαλον (οι κάτοικοι δεν έσκυβαν σε κανέναν το κεφάλι). Με την πάροδο του χρόνου το όνομα διολίσθησε σιγά-σιγά, ακολουθώντας την εξέλιξη των πραγμάτων: Υψηλοκέφαλον-Ψηλοκέφαλο-Ψιλοκέφαλο-Λειψοκέφαλο-Κυψοκέφαλο-Σκυψοκέφαλο…


Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Πολίτης και φασισμός

Βλέμμα φιδιού, ακατέργαστο μίσος-
κάθ’ ετερόδοξος είναι εχθρός-
μες στο μυαλό του ο άριος μύθος
και το σκοτάδι το δείχνει για φως.

Έτοιμο έχει κρυμμένο μαχαίρι,
βία και αίμα χωρίς δισταγμό,
έχει οδηγό τού αδόλφου το χέρι
και απερίσκεπτο τον οπαδό.

Κράτα ανοιχτές τις κεραίες, πολίτη,
πάντα το χρέος σου θα σε καλεί,
της ιστορίας παλιά η οδύνη
και η ευθύνη βαριά προσταγή.

Πάνω απ’ όλα τού ανθρώπου η αξία,
όλα τα άλλα φαντάζουν μικρά,
μην ορρωδήσεις μπροστά σε θηρία,
όρθωσε φράχτη με νου κι ανθρωπιά.


Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Πρώτη Γυμνασίου

Πικρός ο Σεπτέμβρης στο νέο σχολείο,
Γυμνάσιο πια, μακριά το χωριό,
η πόλη μικρή, μα για μένα μεγάλη,
οι άνθρωποι άλλοι, τοπίο θολό.

Κατάλογοι νέοι, «σκασμός», «στοιχηθείτε»,
χαστούκια αδιάντροπα, άγριες φωνές,
εκεί που ζητούσαμε χείρα βοηθείας,
εχθρούς μάς φερθήκαν, μικρούς μαθητές.

Στα λίγα μας γίδια φτερούγισ’ η σκέψη,
να φύγω ξανά στις δικές μου πλαγιές,
χωρίς απειλές σπουδαγμένων δασκάλων,
των λύκων καλύτερες οι υλακές.

Μ’ αρέσαν τα γράμματα και τα βιβλία,
τον κόσμο να μάθω, να ξέρω πολλά,
μα πάνω απ’ όλα ζητούσα μονάχα,
να μη με προγκίζει ποτέ η σκλαβιά.

Σκληρή η βδομάδα και είπα θα φύγω
και ας συγκρουστώ με παππού και γονείς,
που είχανε βάλει σκοπό τους και όρκο,
σπουδαίος να γίνω, να είν’ ευτυχείς.

Τη δεύτερη ώρα, πρωί τού Σαββάτου,
το διάλειμμα χτύπησε λυτρωτικό,
και μες στο προαύλιο, δίπλα στη βρύση,
μπροστά μου ένα πρόσωπο μοναδικό.

Καμπάνα αντήχησε μες στην καρδιά μου,
για πρώτη φορά χτύποι τόσο τρελοί,
για πρώτη φορά ένα τέτοιο κορίτσι.
Κομμένη ανάσα, χαμένη φωνή.

Και όπως την κοίταζα μαρμαρωμένος,
τα βλέμματα ήρθαν στην ίδια γραμμή,
το ρόδινο φώτισε τα μάγουλά της.
Κουδούνι για μάθημα. Μεταβολή.

Αιώνας να φύγει η τρίτη η ώρα,
τρεχάλα στο διάλειμμα κι αναμονή.
Με άλλα κορίτσια παρέα μεγάλη,
κι εγώ απ’ την άκρη να δω αν με δει.

Περάσανε ώρες, περάσανε μέρες,
διαγράφτηκαν γίδια, πλαγιές και φυγή,
απάνω απ’ όλα το πρόσωπο εκείνης,
και ήτανε τόσο γλυκιά ταραχή.

Μαθήματα δύσκολα, ώρες μελέτης,
μα πείσμα να είμαι καλός μαθητής,
πρωί ανυπόμονα για το σχολείο,
και μες στην ψυχή μου φωτιά προσμονής.

Και κει που τα βλέμματα είχαν πυκνώσει,
απρόσμενα ήρθε η άλλη φυγή.
Μακριά μου σε πήραν μια νύχτα, Αννούλα,
στου κόσμου την άκρη μετεγγραφή.

Εγώ στο σχολειό μας, εσύ στη Μελβούρνη,
οι ώρες κι οι μέρες γυρίσαν βαριές,
τετράδια, βιβλία και μέσα η μορφή σου
κι ας ήτανε όμορφες γύρω πολλές.

Προσπάθησα χρόνια, να μάθω, Αννούλα,
και γράμματα έστειλα για να σε βρω,
αλλιώς είχε κάνει τα σχέδια η Τύχη,
μα πάντα απάνω μου σε κουβαλώ.

Και τώρα, Αννούλα, που παίζω μ’ εγγόνια,
η μνήμη σε φέρνει μπροστά μου, κρυφά,
και όσο περνούνε και φεύγουν τα χρόνια,
αέναη καίει εκείνη η φωτιά.