Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Όταν πεθαίνουν τ' άλογα

Σε βαριά συλλογή και απόψε ο γέρο-Μανώλης,
της Δεσπούλας του μένει ανοιχτή η πληγή,
το μεγάλο του σφάλμα, σαράκι, τον τρώει,
πουθενά δε μπορεί ησυχία να βρει.

Σκοτεινιά ξαναβλέπει στης Δέσπως τα μάτια,
σφραγισμένα τα χείλη, βαριά η καρδιά,
η κακή της η τύχη τον κάνει κομμάτια,
στην ψυχή του ισόβια η μαχαιριά.

Δεκατέσσερα χρόνια τον καίει το λάθος
να παντρέψει τη Δέσπω του μες στο χωριό,
Ερινύες τον τρων από τότε με πάθος,
πώς αυτός να το πράξει ένα τέτοιο κακό.

Ζοφερό και σκληρό είχε ρθει το πενήντα,
τα ερείπια βγάζαν ακόμα καπνούς,
το χωριό ρημαγμένο, χαροκαμένο,
κάποια σπίτια μετρούσαν και πέντε νεκρούς.

Είχε μπει πια η Δέσπω στα εικοσιπέντε,
αγωνία στο σπίτι, το ράφι απειλή,
κι ο Μανώλης να ψάχνει και να ρωτάει.
Τα κορίτσια πολλά, λιγοστοί οι γαμπροί.

Είχε ωραία παιδιά ο Μανώλης στο νου του,
για τη Δέσπω να βρει παλληκάρι σωστό,
ο εμφύλιος όμως τραχύς στο χωριό του.
Και χαθήκαν τριάντα. Μεγάλο κακό.

Οι καλύτεροι έπεσαν μες στον αγώνα,
δίχως να ’χουν ποτέ υποψία καμιά,
σε σκακιέρα συμμάχων τούς κάναν πιόνια
και παιχνίδι στην πλάτη τους παίξαν κρυφά.

Προξενήτρες στο σπίτι τού γέρο-Μανώλη,
ψωραλέα γαϊδούρια, σαν άτια υμνούν,
του συστήνουν και άγνωστους από την πόλη.
Και της Δέσπως τα χρόνια δεν καρτερούν.

Ποιον να βρει να διαλέξει ο γέρο-Μανώλης-
και η Δέσπω δε θέλει να φύγει μακριά-
απαιτήσεις δεν έχει, πολλά δε ζητάει,
πάνω απ’ όλα, ο νέος να έχει ανθρωπιά.

Επιτέλους ο γάμος, το ράφι στην άκρη,
το μη χείρον ο νέος, παιδί τού χωριού,
της Δεσπούλας η τύχη ριγμένη σαν ζάρι,
μουδιασμένη ελπίδα σωστού τυχερού.

Απ’ την τρίτη βδομάδα, το πρώτο σημάδι,
σ’ έναν λόγο απλό, μια αιτία μικρή,
του ανθρώπου η γλώσσα γεμάτη φαρμάκι.
Και οι θειές ορμηνέψαν υπομονή.

Ξεδιπλώθηκαν κι άλλα, μικρά και μεγάλα,
στου ανθρώπου τη σκέψη στραβές οι βουλές,
κάθε λίγο βουρκώνουν της Δέσπως τα μάτια,
στην καρδιά της κρυάδα, μικρές οι χαρές.

Μαραζώνει η Δέσπω στου κόσμου τη σφύρα,
δεν τολμά να διαρρήξει αιώνων δεσμά,
των ηθών οι χαλκάδες ορίζουν τη μοίρα.
Του ανθρώπου η αξία βαδίζει αργά.

Δεκατέσσερα χρόνια απ’ του γάμου την τύχη,
δυο παιδιά έχει η Δέσπω, απαντοχή,
και ο γέρο-Μανώλης σε άφατη λύπη,
σιγανά, σαν τραγούδι, μονολογεί:

Μες στην τύχη πολλά τα στραβά και τ’ ανάποδα,
ποιος θα βρει τα παλιά, ποιος θα δει τα καινούρια,
σαν πεθάνουνε, κόσμε, τα άλογα,
παίρνουν αξία τα γαϊδούρια.
                                              
                                            Ο γέρο-Μανώλης έκλεισε τα μάτια του το 1964, παραμι-
                                            λώντας στα τελευταία του για το κρίμα που τον βάραινε.
                                            Η Δέσπω πέθανε το 2010, με τη βεβαιότητα πως, ότι κι αν 
                                            πέρασε, ήταν γραμμένο …

                                                

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Το γιατί και το διότι

Αυτοί αποφασίζουν, αυτοί τα λογαριάζουν, 
ποιους θέλουν απολύουν, ποιους θέλουν καταργούν,
τους άσπονδους εχθρούς τους τώρα τους αγκαλιάζουν,
παλιές επιλογές τους δεινά τις λοιδορούν.

Δικά τους λίγο-λίγο τα σπίτια και τ' αμπέλια,
τα έχουν παραλάβει να τα διαχειριστούν,
τους Άλλους θα ρωτήσουν πώς έχουνε τα κέφια,
αν θέλουν τα νοικιάζουν, αν θέλουν τα πουλούν.

Κι υπήκοοι στημένοι μπροστά σε παπαγάλους,
κουζίνες, αστρολόγους και μπούστα ανοιχτά,
με χέρια σταυρωμένα κοιτάζουν φελλοκάλους,
ακόμα θρονιασμένους σε πόστα παχυλά.

Μπροστά τους παρελαύνουν και τόσοι καιροσκόποι,
πανεύκολες αρνήσεις, συνθήματα κενά,
και βγήκανε και φίδια, χυδαίοι δημοκόποι,
με άτεχνα κρυμμένα μαχαίρια φονικά.

Εκείνους που για χρόνια διαβλέπαν τους κινδύνους,
και δείχνανε τα λάθη στρεβλής πολιτικής,
τους βάζαμε στην άκρη, τούς βλέπαμε Φρυνίχους.
Και τώρα βρες, πολίτη, σε ποιον να βασιστείς.  

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Φεγγαρένια μου

Σαν την πανσέληνο η αγάπη μας,
ολόγιομη, κατάφωτη, ακέραια.
Με μία όμως διαφορά.
Μια νύχτα μόνο ζει εκείνη
κι ύστερ’ αρχίζει η φθορά,
της χάσης νομοτέλεια.

Μα η δική μας μένει ίδια,
ολόγιομη, κατάφωτη, ακέραια,
και η πεποίθηση βαθιά
πως θα ’ναι πάντα έτσι,
χωρίς της χάσης τ’ άγγιγμα,
χωρίς καμιά φθορά.


Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Νύχτα

Μην ενδίδεις στης νύχτας τις όποιες ορμήνιες,
στο σκοτάδι της όλα τα βλέπεις θολά,
πότε μέσα στην άβυσσο θέλουν σε ρίχνουν,
πότε ψεύτικα δίνουν στη σκέψη φτερά.

Σαν γυρίσουν οι ώρες και φέρουν τη μέρα,
μες στο φως θα χαθούν οι μεγάλες σκιές,
θηριώδη μεγέθη, που έπλασ’ η νύχτα,
σε διαστάσεις θα έρθουν και πάλι σωστές.

Μην αφήνεις τη νύχτα να βάζει κανόνες,
σ’ εμποδίζουν το θάρρος σου να ξαναβρείς,
φέρνε μπρος σου γνωστές ανθισμένες εικόνες,
να τις κάνεις πυξίδα σου, να πορευτείς.



Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Αργοπορημένη τύχη

                                                 (της Αρετούλας)
Χρόνε, σεβάσου των δυο μας τα δάκρυα,
της ερημιάς μας τ’ ατέλειωτα χρόνια,
βάρη στη μνήμη μας χίλια δυο άδικα
και των χειμώνων μας άλιωτα χιόνια.

Τώρα που φτάνουμε πλέον στη δύση μας
κι όλο πιο γρήγορα φεύγουν οι μέρες,
τώρα που δείχνει ν’ αλλάζει η τύχη μας
και να ξεφεύγουμε από τις ξέρες,

ας κρατηθεί φωτεινό το λυχνάρι μας
να ζεσταθούν παγωμένες ελπίδες,
να μαλακώσει το μαξιλάρι μας.
Δε σου ζητούμε να σβήσεις ρυτίδες.

Ήταν πολλές στη ζωή οι προσπάθειες,
όμορφα πλάσαμε τα όνειρά μας,
ψεύτικες βγήκανε τόσες συμπάθειες,
σπάσαν ξανά και ξανά τα φτερά μας.

Στο περιθώριο έτσι σπρωχτήκαμε,
στο καταφύγιο της μοναξιάς μας,
από δικούς μας σκληρά ξεχαστήκαμε,
απονεκρώθηκε η καρδιά μας.

Στην κοσμοέρημο, τώρα βρεθήκαμε,
μία συνάντηση τόσο τυχαία,
διστακτικά ένα βήμα τολμήσαμε
κι άνοιξε μπρος μας πλατιά η αυλαία.

Από το κώμα ξανά οι αισθήσεις μας,
και το χαμόγελο θέλει ν’ ανθίσει,
ίσως η τύχη μας μέσα στις τύψεις της,
θέλησε τ’ άδικο να εξαλείψει.

Μη ψαλιδίσεις το όποιο υπόλοιπο,
Χρόνε, να ζήσουμε την ευκαιρία,
ούτε ζητούμε το κάτι αλλιώτικο,
μόνο δυο ψήγματα στην ευτυχία.