Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Και με τη δύναμη της σκέψης

Τ’ αποτέλεσμα βγήκε αργά μεσημέρι,
θετική βιοψία, σιωπούν οι γιατροί,
κάποιο τρέμουλο ήδη το νοιώθω στο χέρι,
την αλήθεια, τούς λέω, τη θέλω γυμνή.

Μασημένα τα λόγια, συμπέρασμα ένα,
δύο μήνες στο θάνατο αναβολή,
εμπειρίες ετών και γνωστά δεδομένα,
έχω μπρος μου εξήντα ημέρες ζωή.

Ο γιατρός που ’χε πάντα στο βλέμμα γαλήνη,
στης εξόδου την πόρτα μού είπε ρητά:
απ’ τη μια, λογική και ψυχρή επιστήμη,
απ’ την άλλη, ελπίδα. Αν θέλει, νικά.

Με τις μέρες στην πλάτη, ξανά στο χωριό μου,
μυστικό κρατημένο απ’ όλους μακριά,
την απόφαση πήρα, το μέλλον δικό μου,
θα παλέψω κι ας φαίνονται όλα κλειστά.

Της αυγής πινελιές, των βουνών μου οι ήχοι
μ’ οδηγήσαν ξανά στην κρυφή ρεματιά,
είναι όλοι πιστοί μου και σίγουροι φίλοι,
αρχηγός, η γλυκιά τού ελάτου λαλιά.

Μες στο θρόισμα ήρθε θερμός ο χρησμός του:
«Συ ο ίδιος θα γίνεις δεινός ιατής,
μη φοβάσαι, ευάλωτος είν’ ο εχθρός σου,
σύμμαχός σου ο χρόνος, θα βγεις νικητής».

Μες στης σκέψης το είναι, τη θέληση ζεύω,
των κυττάρων ζητώ την αρχαία ορμή,
δίχως φόβο μπροστά σε σκοινί τεντωμένο,
στης ελπίδας τη ρότα κρατώ τη ζωή.

Συσσωρεύω της σκέψης τη δύναμη όλη,
στο κορμί τη διαχέω εντατικά,
της αρρώστιας το άχθος αργά ελαφρώνει,
ένα σφρίγος καινούριο με διαπερνά.

Όταν άφιλη κι άξενη γίνεται η νύχτα,
με ορμήνιες πικρές, με κακές συμβουλές,
δυνατό κάνει όπλο ο νους την αγρύπνια,
τις αρές η Κλωθώ τις γυρνά σε ευχές.

Αργοφεύγουν και σβήνουν οι κρίσιμες μέρες,
συνεχίζω της σκέψης τη μάχη, εντός.
Σαν καράβι που βγαίνει γερό απ’ τις ξέρες,
στην πορεία μου σύμμαχος, πρίμος καιρός.
                  
Δεκαεννιά πλέον έχουνε γίνει οι μήνες,
απορούν και θαυμάζουν οι ίδιοι γιατροί,
καθαρές εξετάσεις και βιοψίες,
μού γελάει το μέλλον στη νέα αρχή.

Στης ζωής μου το άτι, γερά κρατημένος,
με της σκέψης τη δύναμη μακροθωρώ,
έχει φύγει απ’ το νου μου το άθλιο τέλος.
Όλα όμορφα γύρω. Στη ζήση γυρνώ. 

                             Στίχοι αφιερωμένοι στο συνάδελφο Σ.Δ.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Φόροι (Τα παλιά τα χρόνια)

Μόνο ένα χωραφάκι, με το ζόρι ένα στρέμμα,
είχε όλο κι όλο ο Κίτσος δίπλα στου χωριού το ρέμα.
Σε μια πρόχειρη καλύβα έστησε το σπιτικό του,
μόνος ήτανε στον κόσμο, έπλεκε το όνειρό του.

Μεροκάματο σε κήπους, σε αυλές και σε αμπέλια,
πάντα πρόθυμος σε όλους με φιλότιμα τα χέρια,
λίγο-λίγο κάθε χρόνο και με χίλιες δυο στερήσεις,
και χωρίς να περιμένει από κάπου ενισχύσεις,
τα κατάφερε να χτίσει στο μικρό του χωραφάκι
δυο δωμάτια το όλον, ένα χαμηλό σπιτάκι.

Δίπλα στο μικρό σπιτάκι κι ένα ξύλινο αχούρι,
για τον άξιο βοηθό του, το καλό του το γαϊδούρι.
Εκεί μέσα στη γωνία κρέμασε και το τομάρι,
που του άφησε ο παππούς του, και το είχε για καμάρι,
από μια χοντρή αρκούδα που τον είχε αγανακτήσει,
δεκατέσσερα μελίσσια τού τα είχε αφανίσει.

Κάποια μέρα στην πλατεία, θόρυβος, ανησυχία,
ομιλίες οργισμένες, κάποιοι κάναν φασαρία,
κάτι λέγανε για φόρους σε χωράφια και σε σπίτια,
σε παλιά και σε καινούρια, σε αχούρια και καλύβια.

Ανησύχησε ο Κίτσος, λίγα χρήματα του μείναν,
για να χτίσει το σπιτάκι, διάφοροι πολλά τού πήραν,
οι δουλειές του ήταν λίγες, το χωριό περνούσε κρίση,
από πού να περισσέψει, ποια προβλήματα να λύσει.

Και μια μέρα δύο ξένοι, μπρος στου Κίτσου το σπιτάκι,
το κοιτάξαν γύρω-γύρω, είδαν και το χωραφάκι,
λίγο σοβαροί στο ύφος, λίγο τόνο στη φωνή τους,
του εξήγησαν τι θέλουν, τι του γράφουν στο χαρτί τους.

-Πρέπει να πληρώσεις φόρο για το σπίτι που ’χεις χτίσει,
φόρο για το χωραφάκι και για κάθε σου μελίσσι,
λίγο φόρο θα πληρώσεις για το ξύλινο αχούρι,
μα σου κάνουμε τη χάρη, όχι φόρο στο γαϊδούρι.

Προσπαθεί να καταλάβει τ’ είναι τούτα τα καινούρια,
τι σκοπεύουν τα θηρία και τα δίποδα γαϊδούρια.
Μες στην αγανάκτησή του και στο θόλωμα του νου του
έτρεξε στο παρελθόν του, στον γενναίο τον παππού του.

Πέρασε ο Κίτσος μέσα κι απ’ το πίσω το πορτάκι,
μπήκε στο στενό αχούρι, πήρε το παλιό τομάρι,
και καθώς οι φορατζήδες στην αυλή τον περιμένουν,
μια μιλούνε, μια γελούνε, άλλα λύνουν, άλλα δένουν,
βλέπουν ξάφνου απ’ το σπίτι μιαν αρκούδα να προβάλλει,
το χαμόγελό τους σβήνει και τους πιάνει παραζάλη,
τα χαρτιά τους παρατάνε, και τα πόδια στο κεφάλι.

Όλοι τρέξανε στου Κίτσου, μόλις έμαθαν τα νέα,
μέσα στην κατήφειά τους γέλασαν με την ιδέα,
και αρχίσανε να ψάχνουν για να βρουν ένα τομάρι,
άλλος βρήκε από λύκο, άλλος βρήκε από τσακάλι,
κι ένας, άγνωστο που πήγε, έφερε από λιοντάρι!

Πέρασε το καλοκαίρι μα δεν πέρασαν οι φήμες,
και στα μέσα τού Σεπτέμβρη, τρεις καινούριοι φορατζήδες,
βλοσυροί, γεροδεμένοι, που φαινότανε νταήδες,
φτάσαν στου χωριού την άκρη με χαρτιά και με σφραγίδες.

Δύο σπίτια δίπλα-δίπλα είχαν κολλητά τις πόρτες-
ζούσαν δυο φτωχά αδέρφια με ανύπαντρες τις κόρες-
από κει οι φορατζήδες είπανε να ξεκινήσουν.
Μπήκαν στην κοινή αυλή τους αλλά πριν να προχωρήσουν,
απ’ τη μια την πόρτα βγήκε μαύρου λύκου το κεφάλι
κι απ’ την άλλη ξεφυσώντας ένα άγριο τσακάλι.

Κιτρινίσαν οι νταήδες και το βάλαν στην τρεχάλα,
ούτε γύρισαν να δούνε, τόση ήταν η τρομάρα,
ακουστήκαν οι φωνές τους, θορυβήσανε τους σκύλους
κι όταν έφτασαν στην πόλη, είπαν για σαράντα λύκους.

Φορατζήδες δεν ξανάρθαν στο χωριό με τα τομάρια,
πήραν μάθημα μεγάλο, πάθανε τρανή λαχτάρα,
κι οι χωριάτες που ως τότε ήταν ήσυχοι σαν κότες
και τους είχαν σήκω-κάτσε μπέηδες και τυχοδιώκτες,
είδανε πως το μπορούσαν να σηκώσουν το κεφάλι,
αφού μόνο μ’ ένα ψέμα, μ’ ένα άψυχο τομάρι,
τα κατάφεραν να βγάλουν το βαρύ τους το σαμάρι.

Πόσο μάλλον, αν σηκώναν της αλήθειας την ουσία,
και πατούσανε το φόβο και την εθελοδουλία.


Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αυτή ήταν!

Ανθισμένο χαλί το κρυφό μου λημέρι
στου βουνού τα ριζά, ζωγραφιά η πηγή,
ο Ιούνιος φίλος, ζεστό μεσημέρι,
ποταμάκι, λιθάρια, γλυκιά μουσική.

Στων δρυών τη σκιά ξαφνικά η Γυναίκα!
λίγες όμορφες λέξεις, θερμή η μιλιά,
ανοιχτή αγκαλιά τα κατάλευκα χέρια,
μ’ ένα λίκνισμα αργό στα καθάρια νερά.

Στης πηγής τη νοτιά περισσέψαν τα ρούχα,
το κορμί της ελεύθερο μέσα στο φως,
κορυφές και γραμμές που θα ζήλευε Μούσα.
Του Ομήρου σκηνή! Και εγώ ενεός.

Ήταν όνειρο τάχα, σκιά τής αλήθειας;
Σε αρχαία βρισκόμουν ακμαία εποχή;
Είχα μπρος μου το θρίαμβο μιας συμμετρίας,
σμιλεμένη θεά, Παιωνίου μορφή.

Για μεγάλο ζωγράφο τα μέλη πλασμένα,
η θωριά της αυτόφωτη, μοναδική,
απαράμιλλου κάλλους υπόδειγμα μέγα,
του Ωραίου υπόσταση δοξαστική.

                                       Αφορμή τής ανάρτησης, η πρόσκληση Αριστέας και   
                                    Μαριλένας.
                                       Αιτία των στίχων μια αιθέρια ύπαρξη, που δεν άφησε
                                    ποτέ να την αγγίξει χέρι (τάμα έλεγαν, αν είναι δυνατόν!)
                                    μα που επιζητούσε κι απολάμβανε αγγίγματα ματιών…



Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Διαδίκτυο 4

Μ’ ένα σχόλιο μεστό, λίγες μόνο λέξεις,
φίλος διαδικτυακός ήρθε ψες αργά,
όλος ειλικρίνεια έγραψε με θέρμη,
σαν να ήταν αδερφός απ’ την ξενιτιά.

Πίσω απ’ τα γραφόμενα στην ανάρτησή μου
βρήκε λόγια - βάλσαμο σε βαθιά πληγή,
το γραπτό μου μίλησε μέσα στην ψυχή του,
ήταν για τη δίψα του δροσερή πηγή.

Άγνωστε ταξιδευτή, μες στην ερημιά μου,
της ψυχής σου έφερες κόσμημα ακριβό,
σε θυρίδα μυστική μέσα στην καρδιά μου
τ’ άφησες με σιγουριά. Χίλια ευχαριστώ.

                                        Αφορμή των στίχων, η πανέμορφη φράση
                                   «Μικρές καταθέσεις όλων σας, στις μυστικές
                                   θυρίδες της καρδιάς μου» στην απολογιστική
                                   ανάρτηση της Μαρίας Κανελλάκη στο «Απάγκιο» της.


Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ξενιτιά 1958

Συγγενείς και γειτόνοι, μεγάλοι, μικροί, 
στην αυλή ξετυλίγουν παμπάλαιο δράμα,
με σφιγμένα τα χείλη κοιτούν σοβαροί.
Η ελπίδα κι ο φόβος κινούνε αντάμα.

Η Μαλάμω στη μέση, τα μάτια θολά,
ούτε ξέρει ή ίδια, αν θέλει να φύγει,
γιδοπρόβατα λίγα, χωράφια φτωχά.
Αυστραλία, η νέα πολύφερνη τύχη.

Της Μαλάμως τα χρόνια κοντά δεκαεννιά,
άλλες τρεις αδερφές τυχερό καρτερούνε,
ο μεγάλος και μόνος σκοπός, η παντρειά,
μέρα-νύχτα τις προίκες υφαίνουν, κεντούνε.

Αγκαλιάζει τις γλάστρες, το δάκρυ πικρό,
η Μαλάμω αφήνει τον κόσμο το μέγα,
είναι όλα, γι’ αυτήν, το χωριό το μικρό,
ομορφότερο δεν της φαντάζει κανένα.

Δύο μέρες ο δρόμος χωριό-Πειραιάς,
το καράβι, το άγνωστο, άλλη πατρίδα –
«ας αργήσεις! μα νά ’ρθεις!», ευχή τής γιαγιάς –
αξεχώριστα μένουν ο φόβος κι η ελπίδα.

Στη Μελβούρνη ο ξάδερφος – προξενητής,
ο γαμπρός με συστάσεις προσώπων εγκύρων,
λιγοστοί χωριανοί, μόνο δυο συγγενείς,
ένας γάμος – σκιά των πατρίων εθίμων.

Ένας άλλος εδώ της ζωής ο ρυθμός,
με ωράριο πάντα, σκληρή εργασία,
ο σκοπός δεδομένος, για όλους κοινός,
πλουτισμός, γυρισμός στη φτωχή την πατρίδα.

Καλοκαίρια, χειμώνες, και τρία παιδιά
της Μαλάμως δεσμοί και φροντίδες πληθώρα.
Στο κατώφλι τού χρόνου, χωριό – γηρατειά
την καλούν. Μα στη μέγγενη κάθε της ώρα.

Εμπειρίες σωρός, η ζωή προχωρεί
κι όλο τρέφουν τα όνειρα τη νοσταλγία.
Τις ακοίμητες νύχτες, η μνήμη ορθή
να σταθεί προσπαθεί στου καιρού την πορεία.

Όταν ήρθε του πλούτου η κάποια ακμή,
των παιδιών την πατρίδα τη λεν Αυστραλία…