Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Συνάντηση


Κοσμήματα γραφής οι αναρτήσεις,
μια πανδαισία αισθημάτων ευγενών,
κρυστάλλινες, μεστές τοποθετήσεις.
Και κάποιες νύξεις σχολικών εμπειριών.

Ευγενική κι η επικοινωνία
και τα μηνύματα, ουσίας και θερμά,
αυθόρμητα κι οι δυο για γνωριμία,
κι ας ήτανε τα χιλιόμετρα πολλά.

(Θα είναι άραγε καθάρια κι η μορφή της;
θα ξεπροβάλουνε στο βλέμμα της σκιές;
θα έχει ίδια θέρμη κι η φωνή της;
θα παραμείνει η συγκίνηση του χτες;)

Στη Λάρισα, Τετάρτη μεσημέρι,
και για σημάδι ένας φάκελος λευκός.
Την είδα που τον κράταγε στο χέρι.
Μα σαν πλησίασε, στο στήθος μου σεισμός!

Η μόνη λέξη μου: Αννούλα! ραγισμένη.
Κι εκείνη, λες κι απόμεινε βουβή.
Στη μέση τής πλατείας σαν χαμένοι,
και με τα μάτια να ρωτούνε το γιατί.

Δεν το κατάφεραν καθόλου ν’ απαντήσουν,
τα δάκρυά μας δε μπορούσαν να σταθούν,
κάτι προσπάθησαν τα χείλη να ψελλίσουν,
οι λέξεις άφαντες, πού πήγαν να κρυφτούν;

Μπροστά μου η Αννούλα! το κορίτσι!
πανέμορφη, με τ’ άσπρα της μαλλιά,
Πενήντα χρόνια! πότε είχαν φύγει;
και ζωντανέψανε εκείνα τα παλιά.

Όταν βρεθήκαμε στην πρώτη Γυμνασίου
κι είχαμε λόγια, με τα μάτια μόνο, πει,
την ευτυχία, ξαφνικά, τού προαυλίου
την πήρε μακρινή μετεγγραφή.

Τώρα τα χέρια μου στα χέρια της πλεγμένα,
τα βλέμματά μας ένας γόρδιος δεσμός,
τα λόγια παραμένανε κρυμμένα.
Μα τι παιχνίδι μάς ετοίμασε ο καιρός;

Ήτανε όλα τής Αννούλας αναρτήσεις,
κόσμημα έξοχο το κάθε της γραπτό
κι εκείνες οι ωραίες συγκινήσεις,
πώς να μπορέσω να το φανταστώ;

Πόσο να μείναμε εκεί καθηλωμένοι;
πολύς ο κόσμος, μα εμείς μονάχα δυο,
στο ξύλινο παγκάκι καθισμένοι,
τα λόγια δύσκολα, οι κόμποι στο λαιμό.

Ο χρόνος στο μυαλό σταματημένος,
μα της πλατείας το ρολόι ηχηρό,
το περιθώριό μας πια στο τέλος,
είχε καθένας το δικό του σπιτικό.

Για το βορρά εγώ, εκείνη για το νότο.
Κι ένα φιλί μονάχα, πριν το χωρισμό.
Πενήντα χρόνων το φιλί. Το πρώτο!
Θα παραμείνει στη ζωή μοναδικό…

           (Οι στίχοι αποτελούν μια εκδοχή συνέχειας
            στην ανάρτηση «Πρώτη Γυμνασίου»).


Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Να εμμείνουμε


– Σήμερα, πάλι ουρά στο συσσίτιο,
ένα χαμόγελο γύρω δε βρίσκω,
στέκομαι όρθιος, όμως ερείπιο,
λίγο ακόμα κι εδώ θ’ απομείνω.

Ένα σπιτάκι, φτωχός μου παράδεισος,
είκοσι χρόνια δουλειάς να το χτίσω,
τώρα μπροστά μου απρόσμενη άβυσσος,
ούτε αυτό δε μπορώ να κρατήσω.

Κρίση και μαύρες ημέρες ανέχειας,
σήραγγα βλέπω μπροστά μου φραγμένη,
όμηρος είμαι δεινής περιπέτειας,
πίσω η γη, λες και είναι καμένη.

Και από πάνω μου χρόνια οι άσχετοι,
δίχως ιδέα σε θέσεις ευθύνης,
μες στις οθόνες λαλίστατοι κι άνετοι,
διαχειριστές αδαείς τής οδύνης.

– Όμως καιρός να σταθούμε στο ύψος μας,
αξιοπρέπεια πάλι να βρούμε,
να σεβαστούμε τ’ αρχαίο το ήθος μας
και στον κατήφορο ν’ αντισταθούμε.

Μόνο για άξιους πλέον να ψάχνουμε,
στο περιθώριο οι ολετήρες,
διευκολύνσεις παλιές να ξεχάσουμε
και ν’ αρνηθούμε τους ξένους σωτήρες.

Μη φοβηθούμε τη φτώχεια που έφτασε,
γνώση μάς έδωσε μες στους αιώνες,
τόσες φορές από πάνω μας πέρασε,
μα την παλέψαμε με αγώνες.

Θ’ ανακαλύψουμε πάλι τον τόπο μας,
τίποτα δε θ’ αφήσουμε χέρσο,
θα θυμηθούμε τον τίμιο κόπο μας
και των σοφών μας προγόνων το μέτρο.

Λίγη η γη μας, μα χίλιοι τη θέλησαν,
πόσους και πόσους δεν είδε η χώρα,
χίλιες φορές μες στο χάος την έριξαν,
είμαστε πάλι σε κρίσιμη ώρα.

Ό,τι κι αν έρθει, εμείς θα εμμείνουμε,
θα κρατηθεί ζωντανή η ελπίδα,
την Ιστορία μας θα την τιμήσουμε.
Όλα τ’ αξίζει αυτή η Πατρίδα.


Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Κενό


                                                         (του Θανάση)
«Αρτεμούλα, η ώρα να πάμε στο σπίτι!»
δυνατή, μα ζεστή, μες στο πάρκο, φωνή.
Πυρκαγιά ξαφνική μες στην ήρεμη μνήμη,
η φωνή απαράλλαχτη! Να ’ταν αυτή;

Στο δρομάκι απέναντι, δίπλα στην κρήνη,
τη μικρή απ’ το χέρι κρατούσε σφιχτά.
Μες στο στήθος μου σκούντημα! Ήταν εκείνη!
κι η μικρή κάθε λίγο: γιαγιά και γιαγιά.

Λυπημένη μορφή, γκριζωπά τα μαλλιά της,
το κορμί κουρασμένο, το βήμα βαρύ,
κουρασμένη κι αυτή η παλιά ομορφιά της,
το φορτίο τού χρόνου, σημάδι βαθύ.

Αναζήτησα μάταια κάποια ματιά της.
Από πάνω μου πέρασε βλέμμα ταχύ.

Στο παγκάκι απόμεινα καθηλωμένος,
ένας κόμπος δε μ’ άφησε λέξη να πω,
την κοιτούσα να φεύγει, πικρά ταραγμένος,
μα ελπίδα κρυφή, ίσως πάλι τη δω.

Το απόγεμα τέλος, η νύχτα εμπρός μου,
στη γνωστή μου, συνήθη αυτή διαδρομή,
με περίμενε, μόνο, το σπίτι – εχθρός μου,
κάθε βράδυ αδιάφορη επιστροφή.

Σκεπασμένα μου λάθη, παλιοί μου δυνάστες,
απ’ τη λήθη σηκώθηκαν ως τιμητές,
μες στον ύπνο συνέχισαν ως εφιάλτες,
δίχως λύπη ανοίξανε ίδιες πληγές.

Εικοσάχρονοι τότε στα ίδια θρανία,
οι σπουδές, τα βιβλία, ο ίδιος σκοπός,
μες σε τόπους κοινούς ανθηρή γνωριμία,
ένα χρόνο μαζί και γλυκός ο ρυθμός.

Στη συνύπαρξη βγήκαν μικρές διαφωνίες,
της νεότητας πείσματα κι εγωισμοί,
κάποιες λέξεις αδέσποτες, δώσαν αιτίες,
σε ανώριμα χρόνια κακοί χειρισμοί,
δε γυρίσαν την πλάστιγγα οι συμφωνίες
κι από σύντροφοι, γίναμε τάχα εχθροί.

Την επόμενη πάλι στο ίδιο παγκάκι,
τις περίμενα μέσα στο πάρκο να ρθουν,
με τις ώρες τα μάτια στο ίδιο δρομάκι,
ίσως κάτι τα βλέμματα βρούνε να πουν.

Επί μήνες στο πάρκο στα ίδια δρομάκια,
η ζωή μου ζητά έναν λόγο να βρει,
με τις ώρες να ψάχνω στα κρύα παγκάκια.
Αρτεμούλα και Άρτεμη έχουν χαθεί.

Και σαν ήρθε χειμώνας, το κρύο, τα χιόνια,
ερημιά και στο πάρκο, παντού ερημιά.
Στο κενό τής ψυχής μου πεσμένα τα χρόνια,
στου σπιτιού μου τη ζέστη, σκληρή παγωνιά.


Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Πενίας ευημερία


Τα βλέμματα ανήμπορων γερόντων,
τα ράκη των αστέγων και απόρων,
η θλίψη στις ουρές των συσσιτίων,
τα λόγια στα χαρτάκια αυτοχείρων.

Η άβυσσος στα μάτια χρεωμένων,
τ’ αμήχανα χαμόγελα των νέων,
το ψάξιμο στις λίστες των ανέργων,
η άμετρη φυγή των σπουδαγμένων.

Κι απέναντι βοή πλεονασμάτων,
οι συμβουλές εταίρων και συμμάχων:
Εμείς κοντά σας πάντα αγρυπνούμε,
οι αριθμοί σας πια ευημερούνε.

ΕΝΙΑΙΑ ΚΙΝΗΣΗ BLOGGERS
ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΔΑΝΕΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Εξουσία 4


Κύριε Προϊστάμενε, κύριε Διευθυντά, κύριε Διοικητά,
κύριε Δήμαρχε, κύριε Υπουργέ, κύριε, κύριε,….

Ω κλητικές μου προσφωνήσεις,
αφεντικών κατασκευές,
της εξουσίας απαιτήσεις,
των υπηκόων ανοχές.

Σ’ ένα γραφείο βολεμένος,
διευθυντών υποτελής,
από νωρίς προσαρμοσμένος
και με τους πάντες ευγενής.

Με σεβασμό στους ανωτέρους,
και στα σωστά και στα στραβά,
από κοντά στους ημετέρους,
στα φανερά και στα κρυφά.

Στα χρόνια, η ανέλιξή μου,
έγινα πια διευθυντής,
οχτώ υπό τις εντολές μου,
είχα κι εγώ υποτελείς.

Πολυτελής η πολυθρόνα
και το γραφείο ακριβό,
φέρτε μου το ’να, κάντε τ’ άλλο.
Ωραίο, να ’σαι αφεντικό.

Και οι χαϊδευτικές οι λέξεις
«Μάλιστα», «Κύριε Διευθυντά»,
πότε τα γόνατα μού λύναν,
πότε τη ραχοκοκαλιά.

Υπηρεσία, γνωριμίες,
ιεραρχία και δομές,
των αναγκών οι συγκυρίες,
επιλογές, προαγωγές.

Το κόμμα και οι περιστάσεις
και τα χωριά και οι γνωστοί,
μηχανισμοί, τηλεοράσεις,
και με ψηφίσαν βουλευτή.

Με κοινοτάρχες και δημάρχους,
με συνδικάτα και φορείς,
δοσοληψίες με τα Μέσα
και αυξανόταν η ισχύς.

Και ήρθε το υπουργιλίκι,
συμβούλια κι επιτροπές,
σοφέρ, κινήσεις, υποκλίσεις,
φιλίες σαν τις εποχές.

Επιλεγόμενες ειδήσεις,
ισορροπίες και αυλές.
Πάντα ο φόβος τής ευθύνης,
όμως καλές απολαβές.

Μα κάποτε αυτά αλλάζουν,
διάδοχοι άλλοι καρτερούν,
με διακηρύξεις και ιδέες,
ώσπου κι αυτοί να γλυκαθούν.

Ω! εξουσίας ηρωίνη,
ω! δουλοφρόνων ωσαννά,
υπάρχει πάντα μια οδύνη
από το θρόνο μακριά!