Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Κρυφοί Αγωνιστές


Άνοιξη 1822. 70 παλληκάρια ξεκινούν από το χωριό μου με προορισμό το Μεσολόγγι, ανταποκρινόμενοι σε γραπτό κάλεσμα του Μάρκου Μπότσαρη. Φεύγουν λίγοι-λίγοι, δήθεν ως κτίστες για τη Θεσσαλία. Στην περίπτωση που μαθαίνουν οι Τούρκοι πως κάποιος έχει ενταχθεί στους αγωνιστές τής Επανάστασης, προχωρούν σε αντίποινα εις βάρος τής οικογένειάς του. Κάπου-κάπου φτάνουν γράμματα από τους «ξενιτεμένους», στα οποία περιγράφουν τις δήθεν οικοδομικές ασχολίες τους, ώστε να μπορούν να τα επικαλεστούν οι δικοί τους, αν οι καταδότες ενημερώσουν τις τουρκικές αρχές.
Όταν κάποιος σκοτώνεται, οι δικοί του ειδοποιούνται και δεν τολμούν να πενθήσουν. Οι συνέπειες είναι σκληρές.

-Πού είναι ο γιος σου Γιώργαινα, πού λείπει τρία χρόνια;
Μας λεν πως κάνει πόλεμο με τους ανταρτοκλέφτες
ενάντια στο σουλτάνο μας, ενάντια στους πασάδες,
πες μας, αν μας τα λεν σωστά, πες μας, αν είναι ψεύτες.

-Ο γιος μου έφυγε μακριά για τη σκληρή τη φτώχεια
και τώρα πέτρες πελεκά στης Λάρισας τον κάμπο,
εγώ μονάχη κάθομαι μέσα στην ανημπόρια,                    
και να ξανάρθει καρτερώ να μέ ’βρει πριν το χάρο.

Εδώ έχω τα γράμματα, διαβάστε τα να ιδείτε,
μου τα διαβάζει ο γείτονας, εγώ γκαβή από γράμμα,
γκαβή κι η μαύρη μου ζωή, στο κλάμα απ’ τα τριάντα,
τον άντρα μου χαλάσατε, με βάλατε στα μαύρα.

-Αν είναι αλήθεια αυτά που λες, έχεις ζωή ακόμα,
αν όμως είναι ψέματα, γκιαούρικα τερτίπια, 
μέτρα τις μέρες σου γριά, ο χάρος καρτεράει
κι είναι κουφός στα κλάματα, κουφός στα παραμύθια.

Φεύγουν οι Τούρκοι σοβαροί να πάνε σ’ άλλο σπίτι
κι η Γιώργαινα σφαλεί καλά όλα τα παραθύρια
και πιάνει το βαρύ σκοπό, το έρμο το τραγούδι,
ο πόνος της ασήκωτος, τα βάσανά της μύρια.

-Γιόκα μου που ’φυγες μακριά σαν να ’σουνα διωγμένος
και μέρα νύχτα πολεμάς τα τούρκικα ασκέρια,
κοίτα να ντύνεσαι καλά, μη πέφτεις μουσκεμένος,
να ’μουνα να σε σκέπαζα με τα δικά μου χέρια.

Καλή ’ναι γιε μου η λευτεριά, καλή και η πατρίδα,
μα ναν’ κι η μάνα ήσυχη μην τρέμει το χαμό σου,
η φτώχεια και οι στέρησες μικρό ’ναι το κακό τους,
ασήκωτο κι αβάσταχτο, κακό να ρθει στο γιο σου.
                                                                      
1827. Επέστρεψαν στο χωριό λιγότεροι από τους μισούς. Φτωχοί και γεμάτοι σημάδια στο σώμα τους.
1912. Απελευθέρωση του χωριού.
   Οι στίχοι αποτελούν ελάχιστο φόρο τιμής στους τυραννισμένους προγόνους μας.
Αντίστοιχη περυσινή ανάρτηση «Αφανείς ήρωες».



Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Στο έλεος των εχιδνών


«Παλαβός», «ελαφρός», «πειραγμένος», «φευγάτος»,
λεξιλόγιο πλούσιο των γνωστικών,
σε παρέες, ομάδες, σχολεία και λόχους,
γειτονιές των μικρών και μεγάλων χωριών.

Κακοήθη αστεία, σκληρές κοροϊδίες,
οι κουβέντες σαν δήγματα των εχιδνών,
προσβολές και αδιάντροπες χειρονομίες,
απειλές και κραυγές αιμοβόρων θεριών.

Των φιδόψυχων άθυρμα ο «πειραγμένος»,
το σταυρό του σηκώνει σε κάθε γωνιά,
στο «κουσούρι» του άκαρδα παρατημένος,
του μικρόκοσμου ψάχνει την ανθρωπιά.

Κι όταν φτάσει και σπάσουν τ’ αδύναμα φρένα
και γλιστρήσει στην άβυσσο οριστικά,
ανασύρονται μνήμες, παλιά δεδομένα,
των φιδιών καταγγέλλεται η απονιά.

Ένα θύμα ξανά, στον καιάδα τής λήθης
μα τα φίδια στην ίδια αισχρή ηδονή.
Στην παράκαμψη πέρα απ’ το δρόμο τής λύπης,
με συνείδηση ήσυχη οι γνωστικοί.


Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Ποτάμι


Αργά κυλάει το βαθύ αμίλητο ποτάμι,
την ιστορία κουβαλά αρχέγονων πηγών,
από ανήλιες ρεματιές αδύναμο κινάει
και κλείνει μέσα του φωνές χειμάρρων βουερών.

Γυρνούνε μήνες, εποχές, ξοδεύονται τα χρόνια,
κοντά του χτίζουν μέγαρα, του κλέβουν τα νερά,
ζωή τού δίνουν διαρκώς βροχές, χαλάζια, χιόνια
κι αυτό βουβό και ήμερο το δρόμο του τραβά.

Μα κάποτε επίμονες βροχές το αυγαταίνουν,
πανίσχυρο στο διάβα του, κανείς δεν το κρατά,
από παντού νεροσυρμές την κοίτη του φαρδαίνουν
και η φωνή του τώρα πια ακούγεται μακριά.

Υψώνουν αναχώματα, εμπόδια σωρεύουν,
μη χάσουν τα υπάρχοντα, φοβούνται τον εχθρό,
πεντακοσιομέδιμνοι αρχίζουνε να τρέμουν,
τα στρέμματά τους απειλεί το άγριο θεριό.

Ωρύεται το μέχρι χτες λιγόλογο ποτάμι
και παίρνει μες στα σπλάχνα του γεφύρια και αυλές,
ακάθεκτο απλώνεται, καινούρια γη γεννάει
και φαίνεται να σβήνονται ασφάλειες παλιές.

Για μέρες μένουν τα νερά θολά και θυμωμένα,
ώσπου στη νέα κοίτη τους αργά να τραβηχτούν,
τοπίο πια αλλιώτικο με άλλα δεδομένα,
παλιά και νέα στρέμματα θα ξαναμοιραστούν.

Καινούριοι δρόμοι θ’ ανοιχτούν, γεφύρια θα στηθούνε,
ανάσα κι ανακούφιση για άλλη μιαν αρχή.
Κι όπως τα χρόνια θα περνούν, πάλι θ’ αναδειχτούνε
πεντακοσιομέδιμνοι στη νέα εποχή…