Κάτι ωραίο και σπουδαίο θέλει να πει ο ποιητής,
αράδιασε
ογδόντα στίχους κι αισθάνεται πανευτυχής.
Και
ο καλός ο αναγνώστης φιλότιμα το προσπαθεί,
μέσα
στο δαίδαλο των στίχων αυτό το νόημα να βρει.
Πλημμυρισμένες
με πλουμίδια οι περισσότερες στροφές,
κι
είναι το νόημα θαμμένο στων λέξεων τις αρμαθιές,
εικόνες
και ξανά εικόνες, οι λεπτομέρειες σωρός,
ο
αναγνώστης σ’ ένα δάσος κι είναι χαμένος ο τορός.
Κάτι ωραίο και σπουδαίο θέλει να πει ο ποιητής,
για
τον καλό του αναγνώστη κουραστικός αφηγητής.
Το
ένα τέταρτο των στίχων θα ήταν υπεραρκετό,
δε
θα χανότανε το νήμα στο λυρικό κατεβατό.