Ανυποψίαστο πηδάει το κατσικάκι,
της μάνας του χορταίνει τη στοργή,
στο πράσινο τ’ ολάνθιστο λιβάδι
απολαμβάνουν την αμέριμνη ζωή.
Ο νοικοκύρης καταφθάνει μεσημέρι
και σταματάει την αμέριμνη ζωή,
κρατάει κοφτερό στο χέρι το μαχαίρι,
βελάζει η μάνα κι απομένει μοναχή.
Ολημερίς η αλεπού τροφή γυρεύει,
κοντά στην τρύπα μιας φωλιάς καραδοκεί,
το λαγουδάκι μόλις λίγο ξεθαρρέψει,
απότομα εγκαταλείπει τη ζωή.
Η καρδερίνα στο δεντράκι τραγουδάει,
κάνει για λίγο να πετάξει χαμηλά,
η γάτα με υπομονή την καρτεράει
και το τραγούδι σταματά οριστικά.
Με τάξη όλα καμωμένα κι ευφυΐα
ν’ αλληλοτρώγονται της γης τα ζωντανά,
κι εμείς με θαυμασμό για τη σοφία,
να ψάλλουμε μονίμως ωσαννά!