Μπορεί το χρήμα λιγοστό, η κρίση δεδομένη,
μπορεί κι οι δυο συμπέθεροι να είναι χρεωμένοι,
μα όταν συμφωνήσανε κι αλλάξανε τις βέρες,
στον κόσμο ορκιστήκανε κι οι δύο συμπεθέρες:
«Θα κάνουμε το γάμο μας πιστοί στις παραδόσεις,
ατόφιες κι αναλλοίωτες. Να λείπουν οι εκπτώσεις!».
Μεγάλου οίκου νυφικό, η φήμη του μεγάλη,
αποκαλυπτικότατο· αστράψανε τα κάλλη!
Κουμπάρες, μάνες κι αδερφές μ’ ατλάζια φορτωμένες,
γριές και νιες φανταχτερές, χιλιομπογιατισμένες.
Στον Αϊ-Νικόλα στήθηκαν οι χίλιοι καλεσμένοι
κι οι πέντε πολυέλαιοι ήτανε αναμμένοι,
μυστήριο, κατάνυξη και πόλεμος με ρύζι,
μικροί-μεγάλοι πιάσανε στη σκάλα μετερίζι.
Με χειραψίες, ασπασμούς, ευχές κοινοτοπίας
για δύο ώρες προσοχή δεινής ορθοστασίας.
Λαμπρότατη δεξίωση σε κέντρο με πισίνα,
φωτογραφίες σωρηδόν για μια γνωστή βιτρίνα.
Αρμόνια, σαξόφωνα και τυμπανοκρουσία,
μεγάφωνα ορυμαγδού, αυτιά για νοσηλεία.
Η τούρτα πενταόροφη σε τρίποδα στημένη,
με οδηγίες ειδικού λαμπρά διακοσμημένη.
Το πλήθος το απαίτησε να γλυκοφιληθούνε,
με τα κουταλοπίρουνα στα πιάτα να χτυπούνε.
Χρυσά πυροτεχνήματα, από τα πιο χρειώδη,
εκτοξευτήρες κομφετί και άλλα θορυβώδη.
Το γεύμα ήταν πλούσιο, οι πάντες να χορτάσουν
κι αυτοί που ήρθαν για φαΐ κοντέψανε να σκάσουν.
Γκαρσόνια ομοιόμορφα, καλλίγραμμες κοπέλες,
ουίσκια, βότκες και γλυκά γεμάτες οι πιατέλες.
Στα χέρια όλοι κινητά· κινηματογραφούσαν,
κι αυτοί που είχαν αντοχή ως το πρωί γλεντούσαν.
Για χρόνια θά ’χουνε πολλοί να λεν, να μολογούνε
πως τέτοιο γάμο λαμπερό δεν έτυχε να δούνε.
Να ζήσουνε τα έθιμα, ν’ ανθούν οι παραδόσεις,
ατόφιες κι αναλλοίωτες. Να λείπουν οι εκπτώσεις!
(Εκών-άκων στο γάμο
τού συγγενούς…)