Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Πάπυρος



«Εγγράμματοι φταίχτες λαλίστατοι,  
αγράμματοι ψεύτες αδίστακτοι      
χτυπιούνται αστόχαστα στην αποικία.

Κι ενώ οι εχθροί συνεχώς προχωρούνε
κι οι άφιλοι σύμμαχοι αδιαφορούνε,
εκείνοι στην πάλη τους για εξουσία.

Και ποιος να φροντίσει τα διάτρητα τείχη μας,
να βάλει στην άκρη τα έωλα μίση μας,
ν’ αλλάξει τη ρότα μας στην Ιστορία!

Και τώρα ηχήσανε σάλπιγγες στην  »

Κομμένος ο πάπυρος.

Ούτε και βρέθηκαν άλλα στοιχεία.
Πώς να συνέχισε ο χρονογράφος;
τι ν’ ακολούθησε στην αποικία;

Σήμερα, κάτοικοι διάφοροι μένουν
από φυλές που κι εκείνοι δεν ξέρουν.
Κι ούτε τους νοιάζει καμιά Ιστορία.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Άλλη μια υπογραφή



Πολύτιμα κειμήλια μου άρπαξε ο κλέφτης
και σαν δική του τά ’δειξε τρανή κληρονομιά,
οι φίλοι μου το ξέρανε πως ήταν ένας ψεύτης,
μα ούτε που νοιαστήκανε γι’ αυτή του τη λαδιά.

Ο κλέφτης, χρειαζούμενος για τα συμφέροντά τους·
ζητούνε στην παρέα μας κι αυτός να ενταχθεί.
Εμένα λένε μ’ έχουνε στα ενδιαφέροντά τους
και μέρος απ’ τα τιμαλφή θα μου επιστραφεί.

Αδύναμο με βρίσκουνε, φτωχό και φοβισμένο,
με λόγια γλυκανάλατα για δίκαιο μιλούν,
εδώ και χρόνια μ’ έχουνε σε όλα δεδομένο
και γι’ άλλη μια υπογραφή και πάλι με καλούν…


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Εκκόλαψη



Στην πρώτη Γυμνασίου ο Αμίλης,
στην τάξη του τριάντα μαθητές,
μαθήματα πολλά μεγάλης ύλης,
στο πρόγραμμα εφτά καθηγητές.

Η στοίβα των βιβλίων στο τραπέζι
δυσπρόσιτο πανύψηλο βουνό,
θα ήθελε καλύτερα να παίζει,
το έργο τής μελέτης βαρετό.

Πικρές για το σχολείο οι διαθέσεις,
μαθήματα στυφά και πληκτικά,
πολλές οι άγνωστές του λέξεις,
ασήκωτα τα Μαθηματικά.

Η ύλη ανηφόρα έχει πάρει,
αρχίσαν διαγωνίσματα πυκνά,
ένα δεκάρι, ένα εντεκάρι
και στ’ άλλα από δύο ως εφτά.

Κυλήσανε οι μήνες με το ζόρι,
στο τέλος εξετάσεις και βαθμοί,
περίεργο πώς βγήκαν μέσοι όροι,
απρόσμενο κι αυτός να προαχθεί!

Μονάχα τρεις οι στάσιμοι στην τάξη,
αυτοί με απουσίες σωρηδόν,
κατάλαβε τι γίνεται στην πράξη·
αρκούσε ίσως μόνο το παρών…

Δευτέρα Γυμνασίου ο Αμίλης
μαθήματα στυφά και πληκτικά,
του κάνουν διαρκώς παρατηρήσεις,
με θράσος απαντάει εχθρικά.

Δεν άργησαν και κάποιες τιμωρίες,
πολλούς αντιπαθεί καθηγητές,
μαζί με άλλους φίλους ταραξίες
αρχίσαν στο σχολείο τις φθορές.

Τον πήγαν και στην τρίτη Γυμνασίου,
και πάλι κάποιοι ψεύτικοι βαθμοί.
Μαζί με άλλους βάρος τού σχολείου·
τους έδωσαν στο τέλος το χαρτί…

Με μίσος ο Αμίλης έχει φύγει,
την απαξίωση εισέπραξε διπλά,
τον τρώει στο μυαλό του κάποιο φίδι,
εχθρούς τούς είδε όλους τελικά.

Το μίσος του διψά γι’ αψιμαχίες
με πέτρες στις συνάξεις στα στενά,
παρέες και φιλάθλων συμμαχίες,
και τώρα με μολότοφ πολεμά.

Για σύγκρουση δε χάνει ευκαιρία,
εχθρούς τούς βλέπει όλους τελικά,
και δίπλα του καμία παρουσία,
να τείνει κάποιος χέρι φιλικά.

Δεκαετίες υπουργοί, «μεταρρυθμίσεις»
και χρήματα και λόγια ηρωικά,
στις εξετάσεις ξαναψάχνουνε τις λύσεις
κι αφήνουν τα στυφά και πληκτικά.

Δεκαετίες θεατής η πολιτεία
ανέχεται τυφλές καταστροφές,
ανίκανη να βρει μια θεραπεία,
μετράει αναρίθμητες πληγές.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

Δεν έσβησε ο ήλιος σου



Μια λέξη μόνο έφτασε! Μα ήταν δυνατόν;
και βγήκε μπρος της το κακό· το είδε και στα μάτια!
Μια λέξη μόνο έφτασε· σεισμός στο παρελθόν!
κι ο κόσμος τους γκρεμίστηκε και γίνηκε κομμάτια.

Ο κόσμος τους που χτίσανε με πίστη και στοργή
και ήτανε υπόδειγμα για ξένους και για φίλους,
απρόσμενα πετάχτηκε, σε μια θολή στιγμή,
σαν τ’ άγια που ρίχνονται ανίερα στους σκύλους.

Ποτέ δεν το περίμενε πως θά ’ρθει ο καιρός
τα πέντε χρόνια να σβηστούν, να γίνουνε ρημάδι,
αυτός να μεταμορφωθεί σαν νά ’τανε εχθρός
και στη ζωή της ν’ απλωθεί απέραντο το βράδυ!

Σκληρό το απροσδόκητο· το νήμα να κοπεί
κι αυτή σαν θύμα να βρεθεί σε μια συνωμοσία.
Και τώρα μες στο βράδυ της, πνιγμένη στη σιωπή,
δεν ξέρει πώς ν’ αποδεχτεί μια τέτοια προδοσία.

– Καλά γνωρίζω, κόρη μου, το άδικο που ζεις,
την πυρκαγιά που φούντωσε και λιώνει την ψυχή σου,
μα έχεις το ανάστημα, το ξέρω πως μπορείς
στο στίβο τής σκληρής ζωής να δείξεις την ορμή σου.

Μη στέκεσαι στο βράδυ σου, και δες τη χαραυγή,
ατένισε το μέλλον σου, τις όμορφες ελπίδες,
δεν έσβησε ο ήλιος σου, δική σου η ζωή,
ο χρόνος έχει δύναμη, γυρνάει τις σελίδες.


Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2018

Φύλαρχοι - φίλαρχοι



Φιλοδοξίες τον ωθούν, ο φύλαρχος αδημονεί
και το παλάτι του σχεδιάζει,
στους δορυφόρους που διψούν, αξιωμάτων διανομή
και ωφελήματα τους τάζει.

Μέσα στο πλήθος που βοά, ο φύλαρχος χειρονομεί
και αντιπάλους καταγγέλλει,
με τα συνθήματα κεντά των οπαδών την προσμονή
και παροχές τούς αναγγέλλει.

Από του Κάιν τον καιρό, τής εξουσίας η νομή
ένας αγώνας διαρκείας,
μέσα στου χόμο το μυαλό αρρωστημένη εμμονή
η δίψα τής κυριαρχίας.

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Έπαινοι αλλότριοι



Ωραία για μένα τα λέει ο μπέης,
ευχάριστο πάντοτε, να σ’ επαινούν,
καλά μού τα λένε και κάποιοι πασάδες,
τα έργα μου τώρα κι αυτοί εκτιμούν.

Πολλές οι διαμάχες και τ’ άσχημα λόγια,
απείλησαν πόλεμο στο παρελθόν,
αφήσανε τώρα στην άκρη τα βόλια,
κοιτάζουμε πλέον ΜΑΖΙ το παρόν.

Και κάτι κουβέντες μου τότε για τόλμη
και τόσες ανέξοδες παλληκαριές,
μπορεί να τα φώναζε άπειρη νιότη, 
μα σήμερα είναι ιδέες παλιές.

Ωραίο να τά ’χεις καλά με το μπέη,
πασάδες και άλλοι να σ’ έχουν καλό.
Με άλλους συντρόφους σε άλλο λημέρι,
με άλλον αέρα, με άλλο μυαλό…

(Από Κλέφτης, αρματολός)

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Αυτοέπαινος


Μοναχός του στο τραπέζι και με ύφος σοβαρό,
κάθε μέρα, ίδια ώρα, πίνει το βαρύ γλυκό.
Χρόνια πια συνταξιούχος ο Κωστής ο μανικάς –
παρατσούκλι που του ’βγάλαν, όταν έγινε γραφιάς –
στο μεγάλο καφενείο σε μια θέση κεντρική.
Από μακριά οι άλλοι, καλημέρα τυπική.

Σαν περάσει κάποιος ξένος και ανέβει το σκαλί,
του συστήνεται αμέσως, στο τραπέζι τον καλεί,
«καλώς ήρθες στο χωριό μας», δύο φράσεις βιαστικές,
και αρχίζει διηγήσεις – πράξεις του ηρωικές:

«Γραμματέας δημαρχείου, μάχες έδωσα πολλές,
με δημάρχους, με νομάρχες και διαφόρους βουλευτές,
εισηγήθηκα προτάσεις και για τούτο το χωριό,
στα τριανταπέντε χρόνια έχω έργο ακριβό».

Μεγαλόφωνα κομπάζει, ζωηρά χειρονομεί,
δίχως συστολή εμμένει να περιαυτολογεί.
Τον ακούν οι χωριανοί του, μερικοί αγανακτούν,
οι πολλοί τον αποφεύγουν, άλλοι τον περιφρονούν. 

Για τριανταπέντε χρόνια ο Κωστής ο μανικάς,
με ρουσφέτι βολεμένος,  στη θεσούλα του γραφιάς,
άβουλος οσφυοκάμπτης στον καθένα ισχυρό,
μία έγνοια είχε μόνο· τον καλό του το μισθό!


 «Πότε να γεράσω, να παινεύομαι»
                                               παροιμία