Τριάντα χρόνων η Ανθούλα, μοναχοκόρη ευτυχής,
κορνιζωμένο το πτυχίο, κοντά της πάντα οι γονείς,
ευνοϊκή ως τώρα τύχη, όλα τής ήταν βολικά,
τις λύσεις έβρισκαν οι τρεις τους ακόμα και στα πιο μικρά.
Τριανταπέντε η Ανθούλα, για εργασία, σκεπτική,
βρέθηκε κάπου μία θέση, ήταν σε πόλη μακρινή,
το συζητήσανε μια ώρα, τα βρήκανε πολλά τα πλην,
ομόφωνη απόφασή τους να συνεχίσουν όπως πριν.
Σαρανταδύο η Ανθούλα, βλέπει τα χρόνια να περνούν,
μαζί μ’ αυτήν και οι γονείς της έχουν αρχίσει να γερνούν.
Μια θεία της αγαπημένη έκανε λόγο για γαμπρό,
αν ήθελαν, μπορεί εκείνη να κάνει κάποιο προξενιό.
Αν και πολλοί οι δισταγμοί τους, είδαν το θέμα πρακτικά,
ο γάμος μέσα σ’ ένα μήνα, όλα καλά και τακτικά,
ο σύζυγος πενηνταέξι, άνθρωπος είπανε καλός,
η θέση του σιγουρεμένη και επαρκέστατος μισθός.
Σωστή τής θείας της η κρίση, βγήκε καλό το τυχερό,
ο σύντροφός της μετρημένος, λόγο απλό και συνετό,
πήρε τη θέση των γονέων να λύνει ό,τι κι αν συμβεί.
Ευτυχισμένη η Ανθούλα μέσα στην ήσυχη ζωή,
σύμφωνη σ’ όλα κάθε μέρα, το σπιτικό τους μια χαρά,
και ψύχραιμα το είχαν πάρει, που δεν απέκτησαν παιδιά.
Για δυστυχίες και για κρίσεις, γι’ αγώνες μες στις εποχές,
επαναστάσεις και συγκρούσεις, διεκδικήσεις, εκλογές,
δεν είχε γνώμη η Ανθούλα, έλεγε θέλει το καλό,
στην ηρεμία τού σπιτιού της δοξολογούσε το Θεό.
Γρήγορα κύλησαν τα χρόνια, το γήρας νόμος στη ζωή,
σαν πάτησε τα εβδομήντα έμεινε πλέον μοναχή,
ήρθαν κοντά οι συγγενείς της, ψαλίδισαν τη μοναξιά,
ανέλαβαν και όλα τ’ άλλα, τα σοβαρά και τα μικρά.
Εκεί στα εβδομηνταέξι το τέλος ήρθε ξαφνικά,
ήσυχα πήγε η Ανθούλα, είχε ανώδυνα στερνά.
Λυπήθηκαν οι συγγενείς της, οι λίγοι φίλοι κι οι γνωστοί,
την καλοτύχισαν και πάλι για την ευθεία της ζωή.
Ήταν ευθεία η ζωή της σαν μία εθνική οδός,
χωρίς στροφές και ανηφόρες, ίδια λωρίδα συνεχώς.
Το ντιενέι και η Τύχη άδηλες συναναστροφές.
Κι η ευτυχία πού ν’ ανθίζει; στο ίσιωμα ή στις στροφές;