Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Ρήξη

 
Αυτή μια νύξη απρόσεκτη, αυτός μια υποψία,
και ξάφνου, μέσα στη χαρά, απρόσμενος σεισμός.

Σαν χέρι έγιν’ ο θυμός και σαν παλάμη οι λέξεις·
οι κόλαφοί του τσουχτεροί.
Όμως κι αυτή δεν κάθισε με χείλη σταυρωμένα·
βαρύ το λεξιλόγιο, οι μύδροι καυτεροί.

Δυο χρόνων όμορφη ζωή, μια εύγλωττη αγάπη
διαλύθηκαν σε μια στιγμή,
οργή και πείσμα σύμμαχοι ορθώσανε το φράχτη
και η κοινή πορεία τους δυο δρόμοι χωριστοί.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Το κλουβί

 
Λαμπρότατες σπουδές ο Νικολής,
σημαντική στην τράπεζα η θέση,
στις τέσσερις η ώρα επιστροφής,
στενή με το επάγγελμα η σχέση.

Πανευτυχής η μάνα η φτωχή,
κάθε πρωί που φεύγει τον σταυρώνει,
στο σόι τους φορές τον επαινεί,
για τις αποδοχές του καμαρώνει.

Ευθύνες σοβαρές ο Νικολής,
λαβείν και δούναι πλήθος εταιρείες,
συσκέψεις, σχεδιασμοί μ’ επιτελείς,
και αναπόφευκτες υπερωρίες.

Τα δέκα χρόνια του κυλήσανε γοργά,
γραφείο-σπίτι η ζωή του κουρδισμένη,
κομπόδεμα γερό, με τυχερά.
Η μάνα τώρα προβληματισμένη.

Κατάκοπος πολλές φορές γυρνά,
ολίγιστος ελεύθερός του χρόνος,
χοντραίνει το κομπόδεμα καλά.
Και στο κεφάλι τακτικός ο πόνος.

Διστάζει να το πει στο Νικολή
αυτό που το αισθάνεται η μάνα:
Το πώς φτεροκοπά ένα πουλί
σε μια χρυσή περίκλειστη αλάνα.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Απολίτιστοι κλέφτες

 
Μεγάλη των καρπών η αφθονία σήμερα,
μέχρι το βράδυ κουβαλούσαν οι πρωτόγονοι.
Και αρκετούς κι ο Εργατόκ.

Λιγότερους τους βρήκε το πρωί ο Εργατόκ·
τη νύχτα καρτερούσε, σαν τον είδε, ο Αρπαζόκ.

Ήσαν πολλοί οι κλέφτες τότε,
πρωτόγονοι θα πεις,
και απολίτιστοι!

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Χρόνος 3

 
Η βεβαιότητα
μες στην Αγάπη.
Κι η ομορφιά.
Όμως ο χρόνος καραδοκούσε…

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Άτεγκτος

 
Μοιράζει ποινές νεαρός δικαστής,
γεμίζει κελιά δίχως δεύτερη σκέψη.
Κι αστείων πταισμάτων δεινός τιμητής,
σαν άκαμπτος δήμιος έχει διαπρέψει.

Του νόμου το γράμμα με πάθος τηρεί,
δε βλέπει το πώς και γιατί οι συνθήκες,
στο νου του καμιά ανθρωπιά δε χωρεί,
ψυχρός και απόλυτος σ’ όλες τις δίκες.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Η στερνή γνώση τής Εγωιστούλας

 
Έφυγε νύχτα προτού να χαράξει,
δεν το περίμενα ποτέ αυτό.
Ξέρω· το βράδυ τον είχα ταράξει
με τον ακράτητο  εγωισμό.

Ένα σημείωμα στο τραπεζάκι,
τέσσερις στίχοι, οι  λέξεις πικρές:
«Άριστες είχα για σένα προθέσεις,
ίσως δεν έγιναν αντιληπτές.
Ήταν ασήκωτες οι επιθέσεις.
Έσβησες άπρεπα τ’ όμορφο χτες».

Τώρα ξεκάθαρα βλέπω τα λάθη,
πόσο αχάριστα έχω φερθεί,
πώς δεν τιθάσευσα άθλια πάθη.
Ξέρω· δεν πρόκειται να ξαναρθεί.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Πληθωρικά

 
Κάτι ωραίο και σπουδαίο θέλει να πει ο ποιητής,
αράδιασε ογδόντα στίχους κι αισθάνεται πανευτυχής.
Και ο καλός ο αναγνώστης φιλότιμα το προσπαθεί,
μέσα στο δαίδαλο των στίχων αυτό το νόημα να βρει.

Πλημμυρισμένες με πλουμίδια οι περισσότερες στροφές,
κι είναι το νόημα θαμμένο στων λέξεων τις αρμαθιές,
εικόνες και ξανά εικόνες, οι λεπτομέρειες σωρός,
ο αναγνώστης σ’ ένα δάσος κι είναι χαμένος ο τορός.

Κάτι ωραίο και σπουδαίο θέλει να πει ο ποιητής,
για τον καλό του αναγνώστη κουραστικός αφηγητής.
Το ένα τέταρτο των στίχων θα ήταν υπεραρκετό,
δε θα χανότανε το νήμα στο λυρικό κατεβατό.