Με της δουλειάς τη δουλεία
δεμένος,
χρόνο δεν εύρισκα να
θυμηθώ,
μόνο σε όνειρα,
λευτερωμένος,
εύρισκα δέντρο μπροστά μου
πυκνό.
Φάση καινούρια στου βίου τη
ρότα,
κόπηκε πια της δουλειάς το
λουρί,
πώς θα γυρίσω στα χρόνια
τα πρώτα;
χρόνος ελεύθερος με
λοιδορεί.
Δίχως ρολόι ζωή αλλαγμένη,
μέριμνες λίγες, αλλιώς να
σκεφτώ,
μνήμη ελεύθερη ξεθολωμένη,
και των ονείρων το δέντρο
γνωστό.
Πρώτη βδομάδα, η ώρα δεμένη
στου ταξιδιού τον χαμένο
σκοπό.
Δρόμος πολύστροφος, όρη, λαγκάδια,
φάνηκε πια το χωριό μακριά.
Βγήκανε μπρος μου λαγοί
και ζαρκάδια,
ω! και στο ύψωμα η
φλαμουριά!
Όπως και τότε πανέμορφη,
μόνη
πάνω στο λόφο ψηλή και
πυκνή,
ανθεκτική στο λιοπύρι, στο χιόνι,
τη σεβαστήκανε οι
κεραυνοί.
Θρόισμα ήσυχο, μόλις την
είδα,
ψίθυρος ήμερος
διστακτικός:
–Άργησες! όμως κρατάς την
πυξίδα
κι έφτασες φίλος μου
νοσταλγικός.
Σαν
ακροβάτες δεινοί στα κλαδιά μου·
πόσα να ήσασταν τότε
παιδιά;
γέλια, τραγούδια εδώ στη σκιά
μου
και
οι αντίλαλοι στη ρεματιά.
Τώρα
μονάχα ριπές τού αέρα,
και το χωριό μας κι αυτό
ρημαδιό,
δύο
αρκούδες μού κάνουν παρέα,
έχουν ξυστρί τον παλιό μου
κορμό!
---∞---
Κάποτε σώπασε η φλαμουριά
μου,
βγήκα σ’ εκείνη την άλλη
εποχή,
χίλιες εικόνες θαμμένες
βαθιά μου.
Με πλευροκόπησε μια ενοχή.
Έφερα γύρω ξανά τη ματιά
μου·
ποιος τον παράδεισο τον
έχει δει;
Σαν την καμπάνα μια λέξη
στ’ αυτιά μου,
κι ήρθε στα χείλη μου:
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ!