Στα δεκαεφτά η Αρτεμούλα,
πυκνές κουβέντες πια για
παντρειά,
αρχίσανε οι προξενήτρες,
κι αγώνας διαρκής για τα
προικιά.
Ανήσυχες γιαγιά και μάνα
την τύχη τής Αρτέμως
κυνηγούν,
για δύο νέους κάνουν λόγο,
νυφούλα επιμένουν να τη
δουν.
«Πάρε απόφαση, Αρτέμω,
τα χρόνια όλων γρήγορα
περνούν,
υπάρχουνε κι οι αδερφές σου,
κι αυτές το τυχερό τους
καρτερούν».
Δε βιάζεται η Αρτεμούλα,
κανένας νέος δεν τη
συγκινεί,
στενό το νιώθει το χωριό
της,
την τύχη της τη βλέπει
μακρινή.
Στα δεκαεννιά η Αρτεμούλα,
δυο χρόνια τής γανώνουν το μυαλό
με απειλές και παρακάλια·
για το δικό της, λένε, το
καλό.
Ωρίμασε σιγά-σιγά στο νου της
ιδέα για ταξίδι μακρινό,
δραχμή-δραχμή έχει μαζέψει,
μα είναι το κομπόδεμα μικρό.
Μια θεία κακοπαντρεμένη
της δάνεισε τα ναύλα μυστικά.
Και κάποια νύχτα δίχως άστρα
παράτησε και σπίτι και
προικιά.
Ανάστατοι διαβάζουν οι δικοί
της
σημείωμα γραμμένο με καημό:
«Δεν άντεχα τις απειλές σας,
σε μοναστήρι πάω μακρινό».
Στον Πειραιά η Αρτεμούλα·
βοήθεια ένας ξάδερφος καλός,
Αμερική το όνειρό της
και στη ζωή της νέος ο
σκοπός.
Αφόβιστη στη νέα χώρα,
ελεύθερη με βήμα συνετό,
κατάφερε με τόλμη να νικήσει
εθίμων και ηθών το φασισμό.
Σε λίγο έφτασε το γράμμα,
τους γράφει την αλήθεια
καθαρά,
το ψέμα για το μοναστήρι,
και πόση στη ζωή της
διαφορά.
Δουλευταρού η Αρτεμούλα,
υπόδειγμα σε κάθε της
δουλειά.
Ξεπλήρωσε στον ένα χρόνο
στη θεία της κρυφά τα
δανεικά.
Δολάρια και στους δικούς της·
ανάσαναν γονείς και αδερφές.
Μαζέψανε τις επικρίσεις
γιαγιά και μάνα με τις ενοχές.
Ο χρόνος στο γνωστό ρυθμό του.
Στο
σπίτι τακτικές επιταγές,
τα γράμματα συγκινημένα.
Παντρεύτηκαν κι οι δύο αδερφές.