Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Παλιό μονοπάτι

 
Δύσκολο πια για να με βρεις καινούριε οδοιπόρε,
τα χρόνια γίνανε πολλά.
Και ποιος να δείξει σήμερα πώς ήτανε η στράτα,
που τώρα τη σκεπάζουνε τ’ αγκάθια και τα βάτα.

Διαβάτες πια δεν περπατούν, κοπάδια δεν περνούνε
ούτ’ άλογα βαρύφορτα πάνω μου χλιμιντρούνε.

Εδώ ο τόπος βούιζε μέχρι αργά τα βράδια
κι εγώ χαιρόμουν τις φωνές,
τα γέλια, τα χουγιάσματα και τα παλιά τραγούδια
και κάποιες νύχτες τις καρδιές,
που γλυκοψιθυρίζανε αγάπες και λουλούδια.

Δίπλα μου είχα δυο πηγές, ακούσαν ιστορίες.
Ποιοι τώρα να σταθούν εδώ,
να πουν για κατορθώματα, γι’ αγώνες και θυσίες;

Πού πήγε κείνη η ζωή σε όλα της γεμάτη,
κόποι ατέλειωτοι, σκληροί, μα η καρδιά χορτάτη;
Έχουν χαθεί παντοτινά
του διπλανού η σιγουριά τού γείτονα η αγάπη;

Μια φλόγα καίει μέσα μου, ίσως τα νέα νιάτα
μαζέψουν από πάνω μου τ’ αγκάθια και τα βάτα…




Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Έξω από το πόστο

 
Σε πόστο σοβαρό διορισμένος
με εύνοια γνωστή, κομματική.  
Για τα στραβά και τις ατασθαλίες
καμιά πρωτοβουλία ριζική.

Στον παχυλό μισθό του βολεμένος,
στα τυπικά καλός διαχειριστής,
στις εντολές δολίων ανωτέρων
πειθήνιος διεκπεραιωτής.

Στα κόμματα ρευστές οι καταστάσεις,
στελέχη τακτικά αντιδικούν,
με συμμαχίες, ρήξεις, εκδουλεύσεις
οφίτσια πολλοί διεκδικούν.

Με υπουργού απόφαση μια μέρα
αιφνίδια στο πόστο αλλαγή,
όπως ξανάγινε πριν δύο χρόνια
με προσχηματική επιλογή.

Μεγάλη θεωρεί την αδικία
ο καλοβολεμένος χθεσινός,
ανέλεγκτη αφήνει την οργή του
και γίνεται κατήγορος δεινός.

Για τα στραβά και τις ατασθαλίες
ρουκέτες εκτοξεύει σωρηδόν,
για εντολές δολίων ανωτέρων
κομματικούς κατηγορεί αναφανδόν.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Ματαιοπονία

 
Τα είπες μια, τα είπες δυο,
τα λες, τα ξαναλές
κι ακόμα συνεχίζεις  
σ’ αυτόν τον τοίχο να μιλάς,
το χρόνο σου να σπαταλάς,
τη στάχτη να σκαλίζεις.

Παροιμία 
Βγάλτα πάλι να τ’ αρμέξουμε κι ας είναι όλα στείρα.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Η ευθεία τής Ανθούλας

 
Τριάντα χρόνων η Ανθούλα, μοναχοκόρη ευτυχής,
κορνιζωμένο το πτυχίο, κοντά της πάντα οι γονείς,
ευνοϊκή ως τώρα τύχη, όλα τής ήταν βολικά,
τις λύσεις έβρισκαν οι τρεις τους ακόμα και στα πιο μικρά.

Τριανταπέντε η Ανθούλα, για εργασία, σκεπτική,
βρέθηκε κάπου μία θέση, ήταν σε πόλη μακρινή,
το συζητήσανε μια ώρα, τα βρήκανε πολλά τα πλην,
ομόφωνη απόφασή τους να συνεχίσουν όπως πριν.

Σαρανταδύο η Ανθούλα, βλέπει τα χρόνια να περνούν,
μαζί μ’ αυτήν και οι γονείς της έχουν αρχίσει να γερνούν.
Μια θεία της αγαπημένη έκανε λόγο για γαμπρό,
αν ήθελαν, μπορεί εκείνη να κάνει κάποιο προξενιό.

Αν και πολλοί οι δισταγμοί τους, είδαν το θέμα πρακτικά,
ο γάμος μέσα σ’ ένα μήνα, όλα καλά και τακτικά,
ο σύζυγος πενηνταέξι, άνθρωπος είπανε καλός,
η θέση του σιγουρεμένη και επαρκέστατος μισθός.

Σωστή τής θείας της η κρίση, βγήκε καλό το τυχερό,
ο σύντροφός της μετρημένος, λόγο απλό και συνετό,
πήρε τη θέση των γονέων να λύνει ό,τι κι αν συμβεί.
Ευτυχισμένη η Ανθούλα μέσα στην ήσυχη ζωή,
σύμφωνη σ’ όλα κάθε μέρα, το σπιτικό τους μια χαρά,
και ψύχραιμα το είχαν πάρει, που δεν απέκτησαν παιδιά.

Για δυστυχίες και για κρίσεις, γι’ αγώνες μες στις εποχές,
επαναστάσεις και συγκρούσεις, διεκδικήσεις, εκλογές,
δεν είχε γνώμη η Ανθούλα, έλεγε θέλει το καλό,
στην ηρεμία τού σπιτιού της δοξολογούσε το Θεό.

Γρήγορα κύλησαν τα χρόνια, το γήρας νόμος στη ζωή,
σαν πάτησε τα εβδομήντα έμεινε πλέον μοναχή,
ήρθαν κοντά οι συγγενείς της, ψαλίδισαν τη μοναξιά,
ανέλαβαν και όλα τ’ άλλα, τα σοβαρά και τα μικρά.

Εκεί στα εβδομηνταέξι το τέλος ήρθε ξαφνικά,
ήσυχα πήγε η Ανθούλα, είχε ανώδυνα στερνά.
Λυπήθηκαν οι συγγενείς της, οι λίγοι φίλοι κι οι γνωστοί,
την καλοτύχισαν και πάλι για την ευθεία της ζωή.

Ήταν ευθεία η ζωή της σαν μία εθνική οδός,
χωρίς στροφές και ανηφόρες, ίδια λωρίδα συνεχώς.

Το ντιενέι και η Τύχη άδηλες συναναστροφές.
Κι η ευτυχία πού ν’ ανθίζει; στο ίσιωμα ή στις στροφές;

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Λαοσυνάξεις

 
Όσο κι αν είναι, δε φτάνει, το πλήθος
για να σηκώσει τη χώρα ψηλά. 

Πρώτη ανάγκη το άριστο ήθος.
Μη πάει στράφι η τόση δουλειά,
σαν ακουστούνε πολύφερνοι μύθοι
από φερέφωνα απατηλά.

Μη ξαναπέσουν ανέγνωμοι ψήφοι,
και ξαναρθούμε στα ίδια παλιά.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Χαρά δύο ημερών (1944)

 
Ωραίο το σπιτάκι το καινούριο,
χτισμένο με ιδρώτα και καημό,
και ήρθε η ποθούμενη η μέρα·
η Κυριακή για τον αγιασμό.

Βοήθησαν πολλοί τον Αποστόλη
να στήσει το μικρό του σπιτικό·
αλληλεγγύη μες στα ήθη των αιώνων,
και τώρα γιορτινό το σκηνικό.

Κεράσματα, χαρούμενα τραγούδια,
κι ας είν’ ακόμα μαύρη κατοχή,
περίσσεψαν ευχές και φτωχοδώρα.
Κοινή η τύχη τους κοινή κι η αντοχή.

Την Τρίτη στο χωριό ανησυχία,
θα φτάσουνε ξανά οι Γερμανοί,
κι αν τελειώνει η κατοχή τους,
θανάτου ξαναστήνουν μηχανή.

Στο δάσος τρέχουν όλοι να κρυφτούνε·
των Ούννων η τραχύτητα γνωστή.
Miα άσκοπη βολή ενός χαμένου,
και βάζουν μπρος την ίδια τακτική.

Στις φλόγες παραδίνονται τα πάντα,
από το δάσος βλέπουν τον καπνό.
Οι Ούννοι γελαστοί αποχωρούνε
και πίσω τους αφήνουν ρημαδιό.

Γυρίζουνε τροχάδην οι φυγάδες,
μαυρίλα απλωμένη στο χωριό,
καθένας ψάχνει το ερείπιό του.
Βαρύ τού Αποστόλη το πικρό.

Μαζεύονται οι γέροι στην πλατεία,
ζυγίζουν την τρανή καταστροφή.
Γνωρίζουν του χωριού την Ιστορία,
πώς στάθηκαν οι πρόγονοι ορθοί.
Με πείσμα θα χαράξουν την πορεία.
Κοινή η τύχη τους κοινή κι η αντοχή.
……………………………………………………..
2 Ιουλίου 1944 αγιασμός στο καινούριο σπίτι τού Αποστόλη.
4 Ιουλίου πυρπόληση του χωριού.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Πάνω από τις διαφορές μας

 
Κοινός ο εχθρός μας.
Μαζί θα παλέψουμε,
κι ας τα πιστεύω μας
δε συμβαδίζουν.

Εχθροί δεν θα γίνουμε,
μόλις νικήσουμε.

Θ’ αναζητήσουμε
κοινή πυξίδα.
Και θα παλέψουμε
για την Πατρίδα.