–Περνούνε
τα χρόνια, φωτιά κρυφοκαίει
κι
ας μοιάζει σβηστή,
ο
λόγος εκείνος που ήταν μαχαίρι,
πληγή
ανοιχτή.
Μεγάλος
θυμός για μια λάθος λεξούλα,
οργή
ανεξέλεγκτη δίχως φραγμό,
βαρύ
πολυβόλο η γλώσσα εκείνη,
που
είχε διαπρέψει σε λόγο γλυκό.
–Μα
πώς απ’ τη γλύκα ξεπήδησε μίσος,
και
άγριες λέξεις – μολύβι καυτό;
Πού
βρέθηκε λάσπη πυκνή ν’ αναβλύσει,
εκεί
που κυλούσε καθάριο νερό;
–Υπήρχε
η λάσπη! Κρυμμένη στο βάθος,
αθέατη
μες στο καθάριο νερό.
Και
ήρθε η ώρα – τι κρίμα αλήθεια –
βαριά
να θολώσει γυαλί λαμπερό!
Γι’
αυτό σε κλουβί να κρατάς τις λεξούλες,
μη
δώσουν λαβή σε μεγάλους θυμούς,
μη
βγει της κρυψώνας η άθλια λάσπη.
Να
μη λιγοστέψεις τους λίγους καλούς.