Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξενιτιά 1958. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξενιτιά 1958. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ξενιτιά 1958

Συγγενείς και γειτόνοι, μεγάλοι, μικροί
στην αυλή ξετυλίγουν παμπάλαιο δράμα,
με σφιγμένα τα χείλη κοιτούν σοβαροί.
Η ελπίδα κι ο φόβος κινούνε αντάμα.

Η Μαλάμω στη μέση, τα μάτια θολά,
ούτε ξέρει ή ίδια αν θέλει να φύγει,
γιδοπρόβατα λίγα, χωράφια φτωχά.
Αυστραλία, η νέα πολύφερνη τύχη.

Της Μαλάμως τα χρόνια κοντά δεκαεννιά,
άλλες τρεις αδερφές τυχερό καρτερούνε,
ο μεγάλος και μόνος σκοπός η παντρειά,
μέρα-νύχτα τις προίκες υφαίνουν, κεντούνε.

Αγκαλιάζει τις γλάστρες, το δάκρυ πικρό,
η Μαλάμω αφήνει τον κόσμο το μέγα,
είναι όλα, γι’ αυτήν, το χωριό το μικρό,
ομορφότερο δεν της φαντάζει κανένα.

Δύο μέρες ο δρόμος χωριό-Πειραιάς,
το καράβι, το άγνωστο, άλλη πατρίδα –
«ας αργήσεις! μα νά ’ρθεις!», ευχή τής γιαγιάς –
αξεχώριστα μένουν ο φόβος κι η ελπίδα.

Στη Μελβούρνη ο ξάδερφος – προξενητής,
ο γαμπρός με συστάσεις προσώπων προθύμων,
λιγοστοί χωριανοί, μόνο δυο συγγενείς,
ένας γάμος – σκιά των πατρίων εθίμων.

Ένας άλλος εδώ της ζωής ο ρυθμός,
με ωράριο πάντα, σαν μια αλυσίδα.
Ο σκοπός δεδομένος, για όλους κοινός,
πλουτισμός, γυρισμός στη φτωχή την πατρίδα.

Καλοκαίρια, χειμώνες, και τρία παιδιά
της Μαλάμως δεσμοί και φροντίδες πληθώρα.
Στο κατώφλι τού χρόνου, χωριό – γηρατειά
την καλούν. Μα στη μέγγενη κάθε της ώρα.

Εμπειρίες σωρός, η ζωή προχωρεί
κι όλο τρέφουν τα όνειρα τη νοσταλγία.
Τις ακοίμητες νύχτες, η μνήμη ορθή
να σταθεί προσπαθεί στου καιρού την πορεία.

Όταν ήρθε του πλούτου η κάποια ακμή,
των παιδιών την πατρίδα τη λεν Αυστραλία…