Συγγενείς
και γειτόνοι, μεγάλοι, μικροί
στην
αυλή ξετυλίγουν παμπάλαιο δράμα,
με
σφιγμένα τα χείλη κοιτούν σοβαροί.
Η
ελπίδα κι ο φόβος κινούνε αντάμα.
Η
Μαλάμω στη μέση, τα μάτια θολά,
ούτε
ξέρει ή ίδια αν θέλει να φύγει,
γιδοπρόβατα
λίγα, χωράφια φτωχά.
Αυστραλία,
η νέα πολύφερνη τύχη.
Της
Μαλάμως τα χρόνια κοντά δεκαεννιά,
άλλες
τρεις αδερφές τυχερό καρτερούνε,
ο
μεγάλος και μόνος σκοπός η παντρειά,
μέρα-νύχτα
τις προίκες υφαίνουν, κεντούνε.
Αγκαλιάζει
τις γλάστρες, το δάκρυ πικρό,
η
Μαλάμω αφήνει τον κόσμο το μέγα,
είναι
όλα, γι’ αυτήν, το χωριό το μικρό,
ομορφότερο
δεν της φαντάζει κανένα.
Δύο
μέρες ο δρόμος χωριό-Πειραιάς,
το
καράβι, το άγνωστο, άλλη πατρίδα –
«ας
αργήσεις! μα νά ’ρθεις!», ευχή τής γιαγιάς –
αξεχώριστα
μένουν ο φόβος κι η ελπίδα.
Στη
Μελβούρνη ο ξάδερφος – προξενητής,
ο
γαμπρός με συστάσεις προσώπων προθύμων,
λιγοστοί
χωριανοί, μόνο δυο συγγενείς,
ένας
γάμος – σκιά των πατρίων εθίμων.
Ένας
άλλος εδώ της ζωής ο ρυθμός,
με
ωράριο πάντα, σαν μια αλυσίδα.
Ο σκοπός δεδομένος, για όλους κοινός,
πλουτισμός,
γυρισμός στη φτωχή την πατρίδα.
Καλοκαίρια,
χειμώνες, και τρία παιδιά
της
Μαλάμως δεσμοί και φροντίδες πληθώρα.
Στο
κατώφλι τού χρόνου, χωριό – γηρατειά
την
καλούν. Μα στη μέγγενη κάθε της ώρα.
Εμπειρίες
σωρός, η ζωή προχωρεί
κι
όλο τρέφουν τα όνειρα τη νοσταλγία.
Τις
ακοίμητες νύχτες, η μνήμη ορθή
να
σταθεί προσπαθεί στου καιρού την πορεία.
Όταν
ήρθε του πλούτου η κάποια ακμή,
των
παιδιών την πατρίδα τη λεν Αυστραλία…