Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Γλυκοβασανοφέρτης


Άγιος, διάβολος, τι τάχα να ’σαι,
φέρνεις σεισμό, τις ψυχές μας δονείς,
πότε στα σύννεφα μας ανεβάζεις,
πότε στα τάρταρα μας οδηγείς.

Σαν το σαράκι μάς τρως μέρα-νύχτα,
σ’ όλο το σώμα ψηλός πυρετός,
πέπλο ομίχλης στη σκέψη απλώνεις,
χάνει το βήμα του ο λογισμός.

Δίχως εσένα στυφή η ζωή μας
άχρωμη, άνοστη, δίχως παλμό,
όμως μαζί σου του κόσμου οι χάρες,
μέσα τους έχουνε πάντα καημό.

Έρχεσαι στ’ άγουρα άπειρα νιάτα,
τάζεις αιώνιες γλύκες πολλές,
όρκους για πάντα με χίλιες δεσμεύσεις,
μύριες ελπίδες, του χρόνου τροφές.

Και σε μεγάλους τα βέλη σου ρίχνεις,
άλλοι ξανά τη νεότητα ζουν,
άλλοι θολώνουν το δόλιο μυαλό τους
λόγια χαμένα τους ό,τι κι αν πουν.

Έρωτα, άγιε διαβολεμένε,
χρόνια σε ύμνησαν και σε υμνούν,
άτυχοι όσοι ποτέ δε σε βρήκαν
και διπλοάτυχοι όσοι σε βρουν.

Εκατό μέρες


Θαμπός ο ήλιος σήμερα στις δύο τού Σεπτέμβρη,
επίμονα τα σύννεφα τον μάχονται σκληρά,
η ψύχρα τού φθινόπωρου διώχνει το καλοκαίρι,
μα στις δικές μας τις καρδιές τα πάντα είναι ζεστά.

Βρεθήκαμε την άνοιξη κι οι δυο στη μοναξιά μας,
και βγήκε απ’ τη συνάντηση γλυκιά παρηγοριά,
προχθές γινήκαν εκατό οι μέρες τής χαράς μας,
που σαν ζευγάρι ζήσαμε και νιώθουμε πουλιά.

Πρώτη φορά κατάλαβα πώς είναι η αγάπη,
αισθήματα παλιότερα ξεφτίζανε γοργά,
αλλιώς ετούτη τη φορά, υπάρχει ένα κάτι,
που λέξεις δεν υπάρχουνε για να το πουν σωστά.

Θεμέλιο ατράνταχτο οι εκατό μας μέρες,
απάνω τους θα χτίσουμε ωραίο σπιτικό,
όσοι χειμώνες και να ρθουν και μέρες παγωμένες,
εμείς θα τό ’χουμε ζεστό, θα είναι ιδανικό.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Ερημιά 1


Στης ερημιάς μου τη σιωπή,
στης μοναξιάς το τέλμα,
ήρθες ελπίδα ηχηρή,
ήσουν μια άνοιξη ανθηρή,
που φάνηκες παντοτινή,
και μ’ άρεσε το ψέμα.

Ήταν μια άνοιξη μικρή,
σαν κάθ’ ωραίο στη ζωή,
είχε διάρκεια τακτή
και έκλεισε το θέμα.

Συμφέρον

                                                 στον Χ.
Πάνω από γονείς κι αδέρφια υπάρχει το συμφέρον μου.
Πάνω από φίλους καρδιακούς, υπάρχει το συμφέρον μου.
Πάνω απ’ όλα υπάρχει το συμφέρον μου.
Και πάνω από μένα το καπάκι τού φερέτρου μου.

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Νίκη


«Νικάν αυτός αυτόν, πασών νικών αρίστη»,
βαρύ τ’ αρχαίο γνωμικό,
για χρόνια προσπαθείς μ’ επιμονή και πίστη,
κι ας τ’ αποτέλεσμα μικρό.

Αγώνας διαρκής που πάντοτε στοιχίζει,
αφού πολλές οι ήττες,
μα και το πείσμα για τ’ ορθό, πολύ αξίζει,
αφού γλυκές οι νίκες.

Ζωή με μόνο νίκες, θα είχαν οι θεοί,
ζωή χωρίς τις ήττες, οι ζωντανοί νεκροί.

Άνοιξή μου


Μυγδαλιά μου ανθισμένη,
άνοιξή μου ακριβή,
αν μου φύγεις, αν μου λείψεις,
τι τη θέλω τη ζωή.

Όταν με αφήνει ο ύπνος
μες στη νύχτα τη βαθιά,
την αγάπη μου φουντώνει
η ανάσα σου η γλυκιά.

Το πρωί σαν ξημερώσει,
είσαι η ανατολή,
πιο μεγάλη, πιο ωραία
από την πραγματική.

Μ’ αγκαλιάζεις με λατρεία,
μεταξένια τα φιλιά,
και τα μάτια σου μου λένε
«σ’ αγαπώ αληθινά».

Δύο χρόνια η ζωή μας
έχει πάντα ξαστεριά,
τον ορίζοντα κοιτάμε
μ’ αισιόδοξη ματιά.

Ο καθένας για τον άλλο
στήριγμα κι απαντοχή,
σ’ όλα σίγουροι για πάντα
θα τραβούμε στη ζωή.

Δε μπόρεσα


Μ’ αγάπησες πολύ.
Μου είπες λόγια γνήσια, πανέμορφα και πλούσια,
κι εγώ με λεξιλόγιο φτωχό.
Μ’ ανέβασες στα ύψη,
κι εγώ δεν ήξερα ποτέ μου να πετώ.
Μου έπλεξες στεφάνι θεϊκό,
κι εγώ ήμουν από σκέτο υλικό θνητό.
Δε μπόρεσα
σε τόση αγάπη ν’ ανταποκριθώ.
Συγχώρεσέ με.
Προσπάθησα.
Σ’ ευχαριστώ!