Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

Εξωχώριος

 
Πρώτη στάση στη Μαγιόρκα κι ύστερα για τις Αζόρες,
στο Μπαλί και στις Σεϋχέλλες, τι ωραίες ξένες χώρες!
Στα Καϊμάν για τα κρυμμένα και γραμμή για τις Μαλδίβες,
πλούσιες περιπλανήσεις στις εξωτικές νησίδες.

Σε χοτέλ των δέκα αστέρων που αράζουν βασιλιάδες,
με καζίνα και γυναίκες στέκια για μαχαραγιάδες,
χρήμα είχα να σκορπάω, έκανα ζωή μεγάλη,
αφημένες οι Αθήνες, μια ωραία παραζάλη.

Ήταν κι άλλοι καθώς πρέπει ματσωμένοι ιδιώτες,
μερικοί γνωστοί μεγάλοι δεδομένοι πατριώτες,
μα και κάποιοι μεγιστάνες που κανένας δεν τους ξέρει,
με οφσόριες καλύψεις και πολύ μακρύ το χέρι.

Σε μια βίλα οργιώδη ο Φαυλόπουλος ο μάγκας,
ο αεριτζής Λαμόγης κι ο ναρκόβιος ο Φράγκας,
μεθυσμένο το ξενύχτι με τον Υπονομιάδη,
αγκαλιά ο Πρωτομίζας με τον Υποχειριάδη.

Από άδηλα ταμεία χρήμα ρέει καλυμμένο,
με συνέργεια προυχόντων χρόνια κατοχυρωμένο.
Υπερπόντια ταξίδια όλοι εμείς οι παραλήδες,
έχουμε ανακαλύψει βέρες χρηματοπατρίδες!

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Ευεργεσία ποιος

 
Μεγάλη ήτανε η ατυχία
κι έπεσε χρέος πάνω μας βαρύ,
απρόσμενη και μια θεομηνία,
και πώς το χρέος μας να πληρωθεί;

Δεσμώτες τής κακής μας ιστορίας,
διέξοδο ζητούσαμε στο φως,
αυθόρμητα ο Γιάννος τής Μαρίας
μάς έγινε γενναίος αρωγός.

Κρατούσαμε κρυφό το πρόβλημά μας,
μα ήταν εύκολο να μαθευτεί,
κατάλαβε αυτός την ένδειά μας
κι εξόφλησε μια δόση τρανταχτή.

Τον ψάξαμε το Γιάννο να τον δούμε·
αυτόν το μακρινό μας συγγενή,
ευχαριστώ μεγάλο να τού πούμε,
μα έχει μέρες στο χωριό μας να φανεί.

Περάσανε ακόμα τρεις βδομάδες
και φήμες κυκλοφόρησαν κακές,
τις άρπαξαν χαιρέκακες κυράδες,
τις έφτασαν στις έξι γειτονιές.

Τον ψάχνουνε το Γιάννο να τον βρούνε,
για κάποιες υποθέσεις σκοτεινές,
για χρήματα πολλά τον ερευνούνε.
Οι φήμες δυστυχώς αληθινές.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Αμνήμων

 
Σε μια χαράδρα σκοτεινή στα έγκατα του νου σου,
απρόσμενα βυθίστηκες, κι ο χρόνος σου νεκρός.

Αυτή σε ανασήκωσε να ξαναβγείς στο φως σου
και γύρισε σε άνοιξη ο άγριος καιρός.
Αυτή το γέλιο σού ’φερε στα κλειδωμένα χείλη
κι άρθρωσες λέξεις σου παλιές που είχανε σβηστεί.
Αυτή, ο μόνος αρωγός, χαμένοι σου οι φίλοι,
και μένει αταλάντευτη σε κάθε σου στιγμή.

Στέκει ακόμα δίπλα σου, τη γλώσσα σου αντέχει,
τώρα που καβαλίκεψες το βουερό σου εγώ,
χωρίς καμιά περίσκεψη κουνάς ξανά το χέρι
και δεδομένο θεωρείς δικό σου τον καιρό.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

28η Οκτωβρίου

 
Για την 28η Οκτωβρίου τα παρακάτω ποιήματα:
Άλλο παράσημο
Απομνημονεύματα
Ασβός και λιοντάρι
Δεμένοι
Εκείνοι στην Πίνδο
Ο πόλεμος στο χωριό
Όχι

 

25η Μαρτίου

 Για την 25η Μαρτίου τα παρακάτω ποιήματα:
Αποτίναξη
Αφανείς ήρωες
Αφήστε ήσυχους τους ήρωες
Γενναίοι, καιροσκόποι και άγιοι
Ήθη δυναστών
Κρυφοί αγωνιστές
Με τους υπόλοιπους
Προς φιλέλληνα
Ως πότε


Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Η υπερβολή τής Μαρίτσας

 
Πορεύτηκε με καλοσύνη,
με ανοχή και με αγάπη.
Και σήμερα στα εβδομήντα
η αγαθή Μαρίτσα τέλος.

Σαν ήταν νέα, με τη μάνα
απαγορεύεις κι απαιτήσεις,
μετά τη μάνα η πεθερά της
αγκίδες και παρατηρήσεις.

Και ύστερα με δύο κόρες
να σπεύδει πάντα να βοηθάει,
μέρα και νύχτα κουρασμένη·
γαμπροί και κόρες βολεμένοι.

Καλόν παράδεισο της λένε·
δικοί της και γνωστοί την κλαίνε,
η θεια-Μαρίτσα πεθαμένη
και όλοι τους ξεβολεμένοι.

Πορεύτηκε με καλοσύνη,
με ανοχή και με αγάπη.
Το σώμα καταπονημένο
και το μυαλό ανταριασμένο,
μέχρι το τέλος να συντρέχει,
να μεγαλώνει δυο εγγόνια.
Σαν είλωτας εξήντα χρόνια.

Σε όλα ναι η θεια-Μαρίτσα,
υγεία της παρατημένη,
αγόγγυστο το ξόδεμά της,
και οι δικοί της βολεμένοι.

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

Στο λημέρι μας

 
Σιγανός ο νοτιάς στο κρυφό μας λημέρι,
τραγουδούσε το πεύκο μας διακριτικά,
ανεπαίσθητα έφτανε το μεσημέρι
και τα πάντα τριγύρω μας ονειρικά.

Απ’ τα βάθη σου πήγαζαν εύμολποι στίχοι,
ξεκινούσες τραγούδι κι εσύ, διαλεχτό,
του δεσμού μας υμνούσες την εύλαλη τύχη,
με ιάμβους πυκνούς απαντούσα εγώ.

Με τις λέξεις μου έπλαθες άλλες εικόνες
και ωραίους ανίχνευα υπαινιγμούς,
οι ευδιάκριτες νύξεις για νέους κανόνες
υπονόμευαν κάποιους παλιούς δισταγμούς.

Είχαν γίνει ζεστές τού τοπίου οι ώρες,
ο νοτιάς κουρασμένος, το πεύκο σιωπή,
το λημέρι μας φύλαγαν νύμφες και κόρες,
σαν Δρυάδα και συ, πινελιά θαυμαστή.

Απ’ τους στίχους ξεπήδησαν άφθονες σπίθες,
των χεριών μας δυνάμωσε η αγκαλιά.
Μία λέξη περίμενα· κι όπως την είπες,
της φωνής σου το χρώμα τρανή πυρκαγιά. 
                             
Είχαν γίνει ζεστές τού τοπίου οι ώρες
και τα λόγια μας έπεσαν μες στις σιωπές.
Τραβηγμένες στην άκρη οι νύμφες κι οι κόρες
στης αφής μάς αφήσανε τις προτροπές.