Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Τόσο μπορούσε

 
Αγανακτήσανε πολλοί,
σαν άκουσαν την ιστορία.
Αυτοί που ήσαν αυστηροί
μιλήσανε γι’ αχαριστία
και δύο κάπως νευρικοί
κινήσανε για φασαρία.

Εν μέσω των φωνασκιών
καλέσαμε τη θεία Μένη,
σ’ όλο το σόι σεβαστή,
μειλίχια και γελαστή,
η σύνεσή της δεδομένη.

Ο λόγος της λακωνικός.
Μας μίλησε για την αιτία,
γιατί ο συγγενής αυτός
προκάλεσε την ιστορία:

–Τόσο μπορούσε να σκεφτεί
και το καλό να εκτιμήσει.
Μη ψάχνετε την αφορμή·
τόσο μπορούσε ν’ αγαπήσει.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Με τη φλαμουριά

 
Με της δουλειάς τη δουλεία δεμένος,
χρόνο δεν εύρισκα να θυμηθώ,
μόνο σε όνειρα, λευτερωμένος,
εύρισκα δέντρο μπροστά μου πυκνό.

Φάση καινούρια στου βίου τη ρότα,
κόπηκε πια της δουλειάς το λουρί,
πώς θα γυρίσω στα χρόνια τα πρώτα;
χρόνος ελεύθερος με λοιδορεί.

Δίχως ρολόι ζωή αλλαγμένη,
μέριμνες λίγες, αλλιώς να σκεφτώ,
μνήμη ελεύθερη ξεθολωμένη,
και των ονείρων το δέντρο γνωστό.

Πρώτη βδομάδα, η ώρα δεμένη
στου ταξιδιού τον χαμένο σκοπό.

Δρόμος πολύστροφος, όρη, λαγκάδια,
φάνηκε πια το χωριό μακριά.
Βγήκανε μπρος μου λαγοί και ζαρκάδια,
ω! και στο ύψωμα η φλαμουριά!

Όπως και τότε πανέμορφη, μόνη
πάνω στο λόφο ψηλή και πυκνή,
ανθεκτική στο λιοπύρι, στο χιόνι,
τη σεβαστήκανε οι κεραυνοί.

Θρόισμα ήσυχο, μόλις την είδα,
ψίθυρος ήμερος διστακτικός:
–Άργησες! όμως κρατάς την πυξίδα
κι έφτασες φίλος μου νοσταλγικός.

Σαν ακροβάτες δεινοί στα κλαδιά μου·
πόσα να ήσασταν τότε παιδιά;
γέλια, τραγούδια εδώ στη σκιά μου
και οι αντίλαλοι στη ρεματιά.

Τώρα μονάχα ριπές τού αέρα,
και το χωριό μας κι αυτό ρημαδιό,
δύο αρκούδες μού κάνουν παρέα,
έχουν ξυστρί τον παλιό μου κορμό!
                   ---∞---
Κάποτε σώπασε η φλαμουριά μου,
βγήκα σ’ εκείνη την άλλη εποχή,
χίλιες εικόνες θαμμένες βαθιά μου.
Με πλευροκόπησε μια ενοχή.

Έφερα γύρω ξανά τη ματιά μου·
ποιος τον παράδεισο τον έχει δει;
Σαν την καμπάνα μια λέξη στ’ αυτιά μου,
κι ήρθε στα χείλη μου: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ!




Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Η Πίτα και η κολοκυθιά

 
Πώς να κόψουμε την πίτα, έτσι πού ’ναι μια σταλιά;
σε μικρές στενές λωρίδες ή σε σχήματα παλιά;
τρίγωνα ο ένας λέει, για τετράγωνα ο άλλος,
να την κόψουμε μπουκίτσες προτιμά ο πιο μεγάλος.

Δύσκολο το πρόβλημά μας και δε βρίσκουμε τη λύση
πώς να κόψουμε την πίτα· ποιος στο τέλος θα μας πείσει;

Και ενώ το συζητάμε, βλέπουμε να σιγοβρέχει,
απ’ την τρύπια μας τη στέγη το θολό νεράκι τρέχει,
δυο παράθυρα σπασμένα και η πόρτα σκεβρωμένη,
μούσκεμα η κουρελού μας πού ’ναι σκοροφαγωμένη.

Μα το μέγα πρόβλημά μας είναι τούτη η μοιρασιά
και αναζητούμε τρόπο παίζοντας κολοκυθιά.
Πού θα πάει, θα τον βρούμε, κι ας μην είναι ο σωστός.
Για τα άλλα δε μιλούμε· λέμε έχει ο θεός!...

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Μερικά τετράστιχα

 
Α) Ιαμβικά
Σ’ αυτήν τη χώρα την ωραία,
που φαίνεται μοναδική,
το ένα κι ένα ίσον δύο
εξίσωση φανταστική.
                --∞--
Πώς να σ’ αφήσω εξουσία,
εγώ μαζί σου μόνο ζω,
σε βλέπω σαν περιουσία
και πώς να σ’ αποχωριστώ;
                --∞--
Θα κάνουν ό,τι χρειαστούνε
τυχάρπαστοι επενδυτές,
που ξέρουν πώς να χειριστούνε
γραικύλους νεωτεριστές.
                --∞--
Πολλούς τελάληδες πληρώνει
μονίμως να υμνολογούν,
για τις βλακείες και τα αίσχη
να μη τολμούν ποτέ να πουν.
                --∞--
Αδίστακτος και προπετής ο μεν,
ανεύθυνος και αναιδής ο δε.
Άραγε πόσοι τούς ακούνε;
και πόσοι δεν αγανακτούνε;
 
Β) Τροχαϊκά
Ένα είναι το συμφέρον,
μόνο αυτό που λεν στενό,
άγνωστο εκείνο τ’ άλλο
που το λέγανε Κοινό.
             --∞--
Δημοκοπικές οθόνες,
εκλεγμένοι λυμεώνες,
μίσθαρνοι κονδυλοφόροι,
τυφλωμένοι ψηφοφόροι.  
             --∞--
Τι επίδομα θα δώσουν,
πόσα θά ’ναι τα ευρώ;
έχω πλέον συνηθίσει,
και μονίμως καρτερώ.
             --∞--
Αποκρουστικό τοπίο
στην αρχαία πολιτεία·
διαπλεκόμενα τα πάντα
με την αριστοτυφλία.
             --∞--
Τρέχει η τεχνολογία,
τρέχει και η Τεχνητή.
Με το κάρο η παιδεία
τι να σώσει, τι να πει;

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Επανεκλογής άγχος

 
Το κόμμα καρκινοβατεί, οι αριθμοί στενεύουν,
πολύχρωμοι αντίπαλοι στα Μέσα ρητορεύουν,
εμένα πια με αγνοούν, καμία προβολή μου,
και γίνεται αμφίβολη η επανεκλογή μου.

Πρέπει ξανά να εκλεγώ, στη χώρα να προσφέρω.
Δημοσκοπήσεις μελετώ, τα μυστικά τα ξέρω,
σε άλλο κόμμα θα γραφτώ που δείχνει νά ’χει ρεύμα,
στα λόγια μου προσαρμογή με κάποιο νέο πνεύμα!

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Μαγνητικές ομορφιές

 
Τα λόγια της ακούστηκαν πηγαία.
Κοντά της ενθουσιασμένος.
Τα πάντα πάνω της πόσο ωραία!
Την κοίταζε μαγνητισμένος.

Μαγνητισμένος!
Και εν λευκώ τα όνειρά του
στη λατρεμένη του νεράιδα.
Κι εκείνη;
Τ’ άφησε αδιάφορη να πέσουν
μες στης ψυχής της τον καιάδα!

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Γάμος 2

 
Μπορεί το χρήμα λιγοστό, η κρίση δεδομένη,
μπορεί κι οι δυο συμπέθεροι να είναι χρεωμένοι,
μα όταν συμφωνήσανε κι αλλάξανε τις βέρες,
στον κόσμο ορκιστήκανε κι οι δύο συμπεθέρες:
«Θα κάνουμε το γάμο μας πιστοί στις παραδόσεις,
ατόφιες κι αναλλοίωτες. Να λείπουν οι εκπτώσεις!».

Μεγάλου οίκου νυφικό, η φήμη του μεγάλη,
αποκαλυπτικότατο· αστράψανε τα κάλλη!
Κουμπάρες, μάνες κι αδερφές μ’ ατλάζια φορτωμένες,
γριές και νιες φανταχτερές, χιλιομπογιατισμένες.

Στον Αϊ-Νικόλα στήθηκαν οι χίλιοι καλεσμένοι
κι οι πέντε πολυέλαιοι ήτανε αναμμένοι,
μυστήριο, κατάνυξη και πόλεμος με ρύζι,
μικροί-μεγάλοι πιάσανε στη σκάλα μετερίζι.
Με χειραψίες, ασπασμούς, ευχές κοινοτοπίας
για δύο ώρες προσοχή δεινής ορθοστασίας.

Λαμπρότατη δεξίωση σε κέντρο με πισίνα,
φωτογραφίες σωρηδόν για μια γνωστή βιτρίνα.
Αρμόνια, σαξόφωνα και τυμπανοκρουσία,
μεγάφωνα ορυμαγδού, αυτιά για νοσηλεία.

Η τούρτα πενταόροφη σε τρίποδα στημένη,
με οδηγίες ειδικού λαμπρά διακοσμημένη.
Το πλήθος το απαίτησε να γλυκοφιληθούνε,
με τα κουταλοπίρουνα στα πιάτα να χτυπούνε.
Χρυσά πυροτεχνήματα, από τα πιο χρειώδη,
εκτοξευτήρες κομφετί και άλλα θορυβώδη.

Το γεύμα ήταν πλούσιο, οι πάντες να χορτάσουν
κι αυτοί που ήρθαν για φαΐ κοντέψανε να σκάσουν.
Γκαρσόνια ομοιόμορφα, καλλίγραμμες κοπέλες,
ουίσκια, βότκες και γλυκά γεμάτες οι πιατέλες.

Στα χέρια όλοι κινητά· κινηματογραφούσαν,
κι αυτοί που είχαν αντοχή ως το πρωί γλεντούσαν.
Για χρόνια θά ’χουνε πολλοί να λεν, να μολογούνε
πως τέτοιο γάμο λαμπερό δεν έτυχε να δούνε.

Να ζήσουνε τα έθιμα, ν’ ανθούν οι παραδόσεις,
ατόφιες κι αναλλοίωτες. Να λείπουν οι εκπτώσεις!

(Εκών-άκων στο γάμο τού συγγενούς…)

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Άμοιρο θύμα

 
Αναίσθητο στην άσφαλτο το θύμα,
ανάλγητος το γκάζι ο οδηγός,
αδιάφοροι ο δεύτερος κι οι άλλοι,
αμέτοχος κι ο ουρανός.

Ο εικοστός στην άκρη τη δουλειά του,
σαν τον καλό το Σαμαρείτη αρωγός,
πολλή η ώρα τού ασθενοφόρου.
Φουριόζος ήρθε ο ψυχοπομπός.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Κυνηγητό

 
Η τελετή καλά οργανωμένη,
ο λόγος έτοιμος των εύκολων επών,
οι χειροκροτητές συντονισμένοι.
Μα τελικά ο κυρ-επίσημος απών.

Η νόσος διπλωματική.
Το είδανε οι σπιούνοι του το κλίμα·
θα σήκωναν φωνή αδικημένοι
υπήκοοι που ήσαν δεδομένοι.

Υπήκοοι που ήσαν πάντα δεδομένοι,
μα που κατάφεραν, κι ας άργησαν πολύ,
να γίνουνε πολίτες,
πολίτες πλέον διόλου δεδομένοι…

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Στο κοινό μαντρί

 
Μαλώνουνε δυο τράγοι,
τα κέρατα βροντούν,
χτυπούνε τα κεφάλια,
και λες θα σκοτωθούν.

Σε λίγο σταματούνε
και βόσκουνε μαζί.
Με όλα τ’ άλλα γίδια
στο ίδιο το μαντρί!

Ποιήσεως νόσος

 
Των ματαίων λυρισμών εκλύσεις,
τού αέρος διυλίσεις,  
λέξεις – κέραμοι και πλίνθοι –
της ποιήσεως οι μύθοι.  

Οι ρυθμοί αφανισμένοι,
ο βερμπαλισμός καλπάζει,
λογισμοί αφηρημένοι,
ο πλατειασμός ακμάζει.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Με Νόμπελ στον ΟΗΕ

 
Οι ξένοι φίλοι τον χειροκροτούνε,
ποτέ παρόμοιον δε θα ξαναδούνε,
για τους εχθρούς μας έχει βρει τις λύσεις
με λόγια φιλικά και υποκλίσεις.

Με γνώμονα τη γνώμη των εταίρων
της Οικουμένης είδε το συμφέρον,      
ξεπέταξε τον άθλιο λιγνίτη,
διέσωσε το κλίμα τού πλανήτη.

Ποια χώρα έχει τέτοιον κυβερνήτη,
γενναίο ακραιφνή κοσμοπολίτη;
Με Νόμπελ ειδικό να τον τιμήσουν
και αρχηγό τού ΟΗΕ να τον ορίσουν.

Κι εμείς, ορφανεμένοι, θα ψαχτούμε,
μια κάποια μετριότητα θα βρούμε.
Ποτέ δε θα φανεί τέτοιος ηγέτης,
σοφός τής Υδρογείου υπηρέτης!

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Στερνή μου γνώση

 
Ήταν σπουδαία τα προσόντα της,
τ’ αναγνωρίζανε και ξένοι,
με καλοτύχιζαν οι φίλοι μου,
και οι δικοί μου ευτυχισμένοι.

Φροντίδα πάντα για το σπίτι μας
και όλα τακτοποιημένα,
μα εγώ τής έκανα παράπονα
που δε σκεφτόταν σαν εμένα.

Ήταν σπουδαία τα προσόντα της,
μα ήθελα ακόμα ένα,
και δεν αργήσαν τα μαλώματα
που δε σκεφτόταν σαν εμένα.

Ιδέα μού ’χε γίνει έμμονη
που δε σκεφτόταν σαν εμένα.
Κανόνας έγινε η γκρίνια μου.
Και κάποια μέρα, όλα διαλυμένα.

Η δεύτερη δεν έχει τα προσόντα της,
τα πράγματά μας ανακατεμένα,
ωραία είναι πάντα τα λογάκια της
και σκέφτεται, μου λέει, σαν εμένα.

Περνούνε άβολα οι μέρες μου,
στο σπίτι όλα μπερδεμένα,
να βάλει μια σειρά υπόσχεται,
μα σκέφτεται, κατά τα άλλα, σαν εμένα.

Πληθώρα πλέον τα προβλήματα,
τα λόγια μου πηγαίνουνε χαμένα,
της πρώτης εκτιμώ τα προτερήματα.
Κι ας μη σκεφτόταν σαν εμένα!

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Πηγαίνανε

 

Ασήμαντος ο αρχηγός, κι αυτοί ακολουθούσαν,
πηγαίνανε, πηγαίνανε και ούτε τον ρωτούσαν,
σ’ έναν κακότοπο, αργά, βαριά πεζοπορούσαν,
πηγαίνανε, πηγαίνανε και δεν ανησυχούσαν.

Είχαν ξεμάθει να ρωτούν και να ανησυχούνε,
συνήθισαν οριστικά μόνο ν’ ακολουθούνε. 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Καμένο άγχος

 
Το κάψανε κι αυτό το δάσος,
και πλέον δεν ανησυχούμε.
Καταγχωμένοι κάθε χρόνο
στις φλόγες μέσα μη βρεθούμε.

Κρανίου τόπος, αλλά τώρα
χωρίς το χθεσινό μας άγχος.
Tο δάσος μας αφανισμένο,
τοπίο πια σιγουρεμένο!

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Εμείς οι καλοί

 
Ευγενικοί, μεγάθυμοι, διακριτικοί,
ανεκτικοί, πολιτισμένοι
εμείς οι χωριανοί που θεωρούμαστε καλοί.

Και οι κακοί αδίστακτοι και αποθρασυμένοι,
αφού θαρρούν την ανοχή μας δεδομένη.

Υπάρχουν όμως, ευτυχώς, και λίγοι χωριανοί
που καταγγέλλουν τους κακούς και τους προγκίζουν,
δεν τους ανέχονται και δεν σιωπούν,
τους εξελέγχουν κάποτε τους φοβερίζουν.

Χρήσιμοι τούτοι οι χωριανοί.  
Τους παρακολουθούμε
εμείς οι άλλοι, οι καλοί·
καλόκαρδοι, μειλίχιοι,
που δεν μιλούμε!...

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Παλιό μονοπάτι

 
Δύσκολο πια για να με βρεις καινούριε οδοιπόρε,
τα χρόνια γίνανε πολλά.
Και ποιος να δείξει σήμερα πώς ήτανε η στράτα,
που τώρα τη σκεπάζουνε τ’ αγκάθια και τα βάτα.

Διαβάτες πια δεν περπατούν, κοπάδια δεν περνούνε
ούτ’ άλογα βαρύφορτα πάνω μου χλιμιντρούνε.

Εδώ ο τόπος βούιζε μέχρι αργά τα βράδια
κι εγώ χαιρόμουν τις φωνές,
τα γέλια, τα χουγιάσματα και τα παλιά τραγούδια
και κάποιες νύχτες τις καρδιές,
που γλυκοψιθυρίζανε αγάπες και λουλούδια.

Δίπλα μου είχα δυο πηγές, ακούσαν ιστορίες.
Ποιοι τώρα να σταθούν εδώ,
να πουν για κατορθώματα, γι’ αγώνες και θυσίες;

Πού πήγε κείνη η ζωή σε όλα της γεμάτη,
κόποι ατέλειωτοι, σκληροί, μα η καρδιά χορτάτη;
Έχουν χαθεί παντοτινά
του διπλανού η σιγουριά τού γείτονα η αγάπη;

Μια φλόγα καίει μέσα μου, ίσως τα νέα νιάτα
μαζέψουν από πάνω μου τ’ αγκάθια και τα βάτα…




Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Έξω από το πόστο

 
Σε πόστο σοβαρό διορισμένος
με εύνοια γνωστή, κομματική.  
Για τα στραβά και τις ατασθαλίες
καμιά πρωτοβουλία ριζική.

Στον παχυλό μισθό του βολεμένος,
στα τυπικά καλός διαχειριστής,
στις εντολές δολίων ανωτέρων
πειθήνιος διεκπεραιωτής.

Στα κόμματα ρευστές οι καταστάσεις,
στελέχη τακτικά αντιδικούν,
με συμμαχίες, ρήξεις, εκδουλεύσεις
οφίτσια πολλοί διεκδικούν.

Με υπουργού απόφαση μια μέρα
αιφνίδια στο πόστο αλλαγή,
όπως ξανάγινε πριν δύο χρόνια
με προσχηματική επιλογή.

Μεγάλη θεωρεί την αδικία
ο καλοβολεμένος χθεσινός,
ανέλεγκτη αφήνει την οργή του
και γίνεται κατήγορος δεινός.

Για τα στραβά και τις ατασθαλίες
ρουκέτες εκτοξεύει σωρηδόν,
για εντολές δολίων ανωτέρων
κομματικούς κατηγορεί αναφανδόν.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Ματαιοπονία

 
Τα είπες μια, τα είπες δυο,
τα λες, τα ξαναλές
κι ακόμα συνεχίζεις  
σ’ αυτόν τον τοίχο να μιλάς,
το χρόνο σου να σπαταλάς,
τη στάχτη να σκαλίζεις.

Παροιμία 
Βγάλτα πάλι να τ’ αρμέξουμε κι ας είναι όλα στείρα.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Η ευθεία τής Ανθούλας

 
Τριάντα χρόνων η Ανθούλα, μοναχοκόρη ευτυχής,
κορνιζωμένο το πτυχίο, κοντά της πάντα οι γονείς,
ευνοϊκή ως τώρα τύχη, όλα τής ήταν βολικά,
τις λύσεις έβρισκαν οι τρεις τους ακόμα και στα πιο μικρά.

Τριανταπέντε η Ανθούλα, για εργασία, σκεπτική,
βρέθηκε κάπου μία θέση, ήταν σε πόλη μακρινή,
το συζητήσανε μια ώρα, τα βρήκανε πολλά τα πλην,
ομόφωνη απόφασή τους να συνεχίσουν όπως πριν.

Σαρανταδύο η Ανθούλα, βλέπει τα χρόνια να περνούν,
μαζί μ’ αυτήν και οι γονείς της έχουν αρχίσει να γερνούν.
Μια θεία της αγαπημένη έκανε λόγο για γαμπρό,
αν ήθελαν, μπορεί εκείνη να κάνει κάποιο προξενιό.

Αν και πολλοί οι δισταγμοί τους, είδαν το θέμα πρακτικά,
ο γάμος μέσα σ’ ένα μήνα, όλα καλά και τακτικά,
ο σύζυγος πενηνταέξι, άνθρωπος είπανε καλός,
η θέση του σιγουρεμένη και επαρκέστατος μισθός.

Σωστή τής θείας της η κρίση, βγήκε καλό το τυχερό,
ο σύντροφός της μετρημένος, λόγο απλό και συνετό,
πήρε τη θέση των γονέων να λύνει ό,τι κι αν συμβεί.
Ευτυχισμένη η Ανθούλα μέσα στην ήσυχη ζωή,
σύμφωνη σ’ όλα κάθε μέρα, το σπιτικό τους μια χαρά,
και ψύχραιμα το είχαν πάρει, που δεν απέκτησαν παιδιά.

Για δυστυχίες και για κρίσεις, γι’ αγώνες μες στις εποχές,
επαναστάσεις και συγκρούσεις, διεκδικήσεις, εκλογές,
δεν είχε γνώμη η Ανθούλα, έλεγε θέλει το καλό,
στην ηρεμία τού σπιτιού της δοξολογούσε το Θεό.

Γρήγορα κύλησαν τα χρόνια, το γήρας νόμος στη ζωή,
σαν πάτησε τα εβδομήντα έμεινε πλέον μοναχή,
ήρθαν κοντά οι συγγενείς της, ψαλίδισαν τη μοναξιά,
ανέλαβαν και όλα τ’ άλλα, τα σοβαρά και τα μικρά.

Εκεί στα εβδομηνταέξι το τέλος ήρθε ξαφνικά,
ήσυχα πήγε η Ανθούλα, είχε ανώδυνα στερνά.
Λυπήθηκαν οι συγγενείς της, οι λίγοι φίλοι κι οι γνωστοί,
την καλοτύχισαν και πάλι για την ευθεία της ζωή.

Ήταν ευθεία η ζωή της σαν μία εθνική οδός,
χωρίς στροφές και ανηφόρες, ίδια λωρίδα συνεχώς.

Το ντιενέι και η Τύχη άδηλες συναναστροφές.
Κι η ευτυχία πού ν’ ανθίζει; στο ίσιωμα ή στις στροφές;