Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Χιόνι


Κάποτε ανυπόμονο στα τέλη τού Οκτώβρη
ντύνεις τα φύλλα στα λευκά, ενώ ψυχορραγούν,
κι αν συνεργός σου κατεβεί το άγριο ξεροβόρι,
εκθέτεις όσους άργησαν και ξύλα κουβαλούν.

Σποραδικά μας έρχεσαι μες στον υγρό Νοέμβρη
πότε κοντά, πότε μακριά μέσα στο μήνα αυτό,
μα σίγουρο και άφθονο ορμάς μες στο Δεκέμβρη
και το Γενάρη εχθρικό και πάντοτε πυκνό.

Λιγότερο κι ευάλωτο πέφτεις μες στο Φλεβάρη,
το Μάρτη αραιό κι υγρό για λίγο μόνο ζεις,
μες στον Απρίλη σπάνια, με λίγα μόνο βάρη,
όμως για δέντρα και σπαρτά, λόγος καταστροφής.

Όποτε κι αν μας έρχεσαι, είτε πολύ είτε λίγο
κι όσο κι αν δυσκολεύεται η ήσυχη ζωή,
πέπλο απλώνεις ομορφιάς μες στο χωριό και γύρω
κι ο πλάτανός μας στέκεται σα νύφη ζηλευτή.

Τα πεύκα και τα έλατα αρχοντοστολισμένα
και οι οξιές στ’ ακρόκλαδα λεπτή ζωγραφική,
πάνω στα βράχια πινελιές, κρύσταλλα κρεμασμένα,
όπου κι αν ρίξεις τη ματιά εικόνα μαγική.

Ο Γράμμος και ο Σμόλικας ανάστημα ορθώνουν,
λευκοί Τιτάνες δίπλα μας, αιώνιοι φρουροί
εικόνες απαράμιλλες· την όραση θαμπώνουν,
την τέλεια περιγραφή ποιος άραγε μπορεί;

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Αννούλα


Κέντημα απόψε ο ουρανός κι εγώ στην κορυφούλα,
απ’ όπου βλέπαμε μαζί τ’ αστέρι μας, Αννούλα,
ψάχνω κι απόψε να το βρω, μα μόνος δεν το βρίσκω,
σε ποιο κομμάτι τ’ ουρανού τα μάτια μου να ρίξω;

Στο μονοπάτι το κρυφό,  στους όχτους με τα γιούλια
στα χέρια μου σε σήκωνα, πετούσαμε στην Πούλια,
μες στα πελάγη τ’ ουρανού τ’ αστέρι πλοηγός μας
και της ζωής μας τ’ όνειρο σίγουρος οδηγός μας.

Ατέλειωτα μιλούσαμε τα δυο μας πώς θα ζούμε,
τις ώρες μας, Αννούλα μου, μαζί πώς θα περνούμε,
κι όπως τ’ αστέρι σίγουρο το βράδυ ερχόταν πάλι
κι εμείς με όρκους δίναμε υπόσχεση μεγάλη.

Μα ήρθε εκείνο το πρωί βαριά συννεφιασμένο
και χάθηκες απ’ το χωριό με πρόσωπο κλαμένο.
Σε πήραν να σε παν μακριά, να φύγεις από μένα,
χωρίς να θέλεις βρέθηκες στα άπονα τα ξένα.

Δώδεκα χρόνια πέρασαν και μόνος πάντα μένω,
ακόμα κι αν σε πάντρεψαν, εγώ σε περιμένω,
Αννούλα μου, τ’ αστέρι μας μαζί θα ξαναβρούμε
και τις παλιές κουβέντες μας γλυκά θα ξαναπούμε.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

Σκόνη


                                                                   στην Δ.Κ.

Όταν με γνώρισες, όταν μ’ αγάπησες,
με παρομοίασες μ’ ένα βιβλίο,
που σε συνάρπασε καθώς το διάβαζες,
κι έλεγες είμαι για σένα σχολείο.

Μέρες και μήνες κυλούσαν πανέμορφα,
στίχους σού διάβαζα στο μαξιλάρι,
μέσα σε ρίμες και μέσα σε έμμετρα,
κι έλεγες «βάζω βαθμό εικοσάρι».

Τώρα που έμαθες μπόλικα γράμματα,
θέλεις ν’ αφήσεις αυτό το σχολείο,
κι αφού ξεθώριασαν ρίμες και πράγματα
βρήκες καινούριο ωραίο βιβλίο.

Νέα συγκίνηση, νέα αισθήματα,
άλλες σελίδες, μοντέρνες ιδέες,
πάλιωσαν λες τα δικά μου μαθήματα
κι επιζητάς περιπέτειες νέες.

Όμως κι εμένα με θέλεις στο ράφι σου
άβουλο πρόσχημα άλλων εθίμων,
άλλοθι άψυχο να ’ναι το χάδι σου
και στα αυτιά σου τραγούδια σειρήνων.

Φεύγει ο χρόνος, η ρίμα μου άφωνη,
άχθος αρούρης κοντεύω να γίνω,
τώρα στο ράφι σου σκόνη πια άφθονη
κι έχεις απαίτηση να παραμείνω.

Όμως τη σκόνη ποτέ δεν την άντεξα
και από πάνω μου πια την τινάζω,
ίσως να άργησα, ίσως παράβλεψα,
γι’ άλλο λιμάνι τη ρότα μου βάζω.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Όχι στο θάνατο

                                                      (στην Ερατώ)
Σαν κεραυνός που ξεσπά απροσδόκητα,
σαν μανιασμένη αιφνίδια μπόρα,
άγριος κι άδικος ήρθε ο θάνατος.
Μέσα σε έρημο βρίσκομαι τώρα.

Μέρες και μέρες παλεύω στην άβυσσο,
ψάχνω κερί μες στο μαύρο σκοτάδι,
ό,τι μ’ αγώνα οι δυο μας ορθώσαμε,
φαίνεται σύντριμμα, είναι ρημάδι.

Δίχως τον άνθρωπο που τόσο λάτρεψα,
άδειο το σπίτι μας όπου κοιτάξω,
άδειο τραπέζι μας, άδειο κρεβάτι μας.
Πώς το κενό μου αυτό να τ' αλλάξω;

Τόσα ωραία που χρόνια με γέμιζαν,
μοιάζουνε μάταια άδωρα δώρα,
τότε του χρόνου οι ώρες δεν έφταναν,
μαύρο περίσσεμα γίνανε τώρα.

Όμως τα λόγια του μέσα μου ακούγονται:
«Ό,τι κι αν γίνει ποτέ μη φοβάσαι,
μέσα στο νου μας η δύναμη μέγιστη,
μην αφεθείς, και το  νήμα σου πιάσε».

Πρέπει και πάλι να βγω στην πορεία μου,
πάλι τα όμορφα να τ’ αντικρίσω,
μη φέρνω μπρος μου ανύπαρκτα ερείπια.
Και με τη σκέψη του να ξαναζήσω.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Γεράκι


Στων γκρεμών τις απρόσιτες άκρες
των ελάτων ακούω ρυθμούς,
ουρανίων εγχόρδων συνθέσεις
στων οξιών τους λεπτούς συριγμούς.

Στις ακμές των οξύληκτων βράχων
με τις ώρες μαζεύω το φως,
στο χρωστήρα της δύσης διαβάζω
πόσο μέγας ο κόσμος αυτός.

Από ύψη μεγάλ’ ατενίζω,
των ανθρώπων τα έργα θωρώ,
των χεριών τους την τέχνη θαυμάζω,
τους ζηλεύω που εγώ δε μπορώ.

Μα σαν λάμψεις πολέμου αστράψουν
είτε φλόγες στο δάσος ανάψουν,
προσπαθώ με το λίγο μυαλό μου
στην ψυχή τών ανθρώπων να μπω,
και στον κόσμο να δω το δικό μου,
το σωστό και το λάθος να βρω.

Πώς μπορούν Παρθενώνες να στήνουν,
τη ζωντάνια στην πέτρα να δίνουν,
πυραμίδες στον ήλιο να υψώνουν,
να νομίζεις πως είναι θεοί,
και τα πάθη τους όταν φουντώνουν
να γκρεμίζουν τα πάντα στη Γη;


Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Πρωτοχρονιά


Αισιόδοξα ας δούμε και πάλι
της καινούριας χρονιάς την αυγή,
δίχως άγχη και φόβους και πάθη,
όσα έρθουν, δεκτά στη ζωή.

Ούτε έλειψαν ούτε θα πάψουν
τα ανάποδα μες στη ζωή,
λίγο-λίγο να μπαίνουν στην άκρη
και να ψάχνουμε νέα αρχή.

Όσο λίγα κι αν είναι τα ωραία,
φτάνουν, κάποιον να δίνουν ρυθμό,
την πεζή μας ζωή να την κάνουν
να ’χει όμορφο πάντα σκοπό.

Πρωτοχρονιά 2012 (αν η Πατρίδα...)


Τράβηξα μία γραμμή χθες το βράδυ,
κι είπα πως τώρα αρχίζω ξανά,
πίσω μικρά και μεγάλα μου λάθη,
τώρα ξεκάθαρα βλέπω μπροστά.

Νέα πορεία μπορώ και χαράζω,
φόβους και πάθη τα θάβω βαθιά,
στόχους ανέφικτους παύω να βάζω,
εγκαταλείπω τα ξένα φτερά.

Βάρη αρίφνητα είχα αναλάβει,
μέσα σε άμετρο ενθουσιασμό.
Ας με κοιτάξουν παράξενα κάποιοι,
τώρα που βρίσκω σωστό καλπασμό.

Νιώθω ανάλαφρη πια τη ζωή μου,
είναι δική μου και έχει σκοπό,
δεν απαρνιέμαι ξανά την ψυχή μου.
Σκέψη καινούρια με ήθος παλιό.