Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Έπαινοι αλλότριοι



Ωραία για μένα τα λέει ο μπέης,
ευχάριστο, πάντοτε, να σ’ επαινούν,
καλά μού τα λένε και κάποιοι πασάδες,
τα έργα μου τώρα κι αυτοί εκτιμούν.

Πολλές οι διαμάχες και τ’ άσχημα λόγια,
απείλησαν πόλεμο στο παρελθόν,
αφήσανε τώρα στην άκρη τα βόλια,
κοιτάζουμε πλέον ΜΑΖΙ το παρόν.

Και κάτι κουβέντες μου τότε για τόλμη
και τόσες ανέξοδες παλληκαριές,
μπορεί να τα φώναζε άπειρη νιότη, 
μα σήμερα είναι ιδέες παλιές.

Ωραίο να τά ’χεις καλά με το μπέη,
πασάδες και άλλοι να σ’ έχουν καλό.
Με άλλους συντρόφους σε άλλο λημέρι,
με άλλον αέρα, με άλλο μυαλό…

(Από Κλέφτης, αρματολός)

Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

Αυτοέπαινος


Μοναχός του στο τραπέζι και με ύφος σοβαρό,
κάθε μέρα, ίδια ώρα, πίνει το βαρύ γλυκό.
Χρόνια πια συνταξιούχος ο Κωστής ο μανικάς –
παρατσούκλι που του ’βγάλαν, όταν έγινε γραφιάς –
στο μεγάλο καφενείο σε μια θέση κεντρική.
Από μακριά οι άλλοι, καλημέρα τυπική.

Σαν περάσει κάποιος ξένος και ανέβει το σκαλί,
του συστήνεται αμέσως, στο τραπέζι τον καλεί,
«καλώς ήρθες στο χωριό μας», δύο φράσεις βιαστικές,
και αρχίζει διηγήσεις – πράξεις του ηρωικές:

«Γραμματέας δημαρχείου, μάχες έδωσα πολλές,
με δημάρχους, με νομάρχες και διαφόρους βουλευτές,
εισηγήθηκα προτάσεις και για τούτο το χωριό,
στα τριανταπέντε χρόνια έχω έργο ακριβό».

Μεγαλόφωνα κομπάζει, ζωηρά χειρονομεί,
δίχως συστολή εμμένει να περιαυτολογεί.
Τον ακούν οι χωριανοί του, μερικοί αγανακτούν,
οι πολλοί τον αποφεύγουν, άλλοι τον περιφρονούν. 

Για τριανταπέντε χρόνια ο Κωστής ο μανικάς,
με ρουσφέτι βολεμένος,  στη θεσούλα του γραφιάς,
άβουλος οσφυοκάμπτης στον καθένα ισχυρό,
μία έγνοια είχε μόνο· τον καλό του το μισθό!


 «Πότε να γεράσω, να παινεύομαι»
                                               παροιμία


Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

Οι αφοσιωμένοι



Με όραμα και βούληση εκείνος ο ηγέτης
ενέπνευσε, εμψύχωσε· μεγάλος δημεγέρτης.
Πορεία νέα χάραξε και αλλαγές γενναίες,
προτάσεις ρηξικέλευθες και γόνιμες ιδέες.

Και μέτριοι και άξιοι ζευτήκανε στο άρμα
με πίστη και με θέληση για το σπουδαίο άλμα.
Και ο ηγέτης δυνατός! Μα είχε κι έναν φόβο·
μήπως κανένας άξιος κοιτούσε προς το θρόνο!

Κοντά του συσπειρώθηκαν οι αφοσιωμένοι
με προθυμία για τα ναι, σε όλα δεδομένοι.
Τον πίστευαν, τον λάτρευαν και τον δοξολογούσαν,
την κάθε του ενέργεια με πάθος εξυμνούσαν.

Οι άξιοι που στέκονταν απέναντι στους μύθους
και ήταν υποδείγματα ευθύτητας και ήθους,
παρότι συνεπέστατοι και αναγνωρισμένοι,
βρεθήκανε μετέωροι και παραγκωνισμένοι.

Με όραμα ξεκίνησε εκείνος ο ηγέτης
στη ρητορεία ικανός· μεγάλος δημεγέρτης.
Κοντά του συσπειρώθηκαν οι αφοσιωμένοι.
Παρεμπιπτόντως βρέθηκαν σε θέσεις βολεμένοι!

(στην αρχαία Ρώμη)


Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Δεύτερη σκέψη



Η πρώτη σκέψη λανθασμένη,
η δεύτερη σωστή.

Η πρώτη έφτασε στη γλώσσα
κι η γλώσσα ήταν βιαστική,
τα βέλη φύγανε αμέσως,
ανοίξανε βαθιά πληγή.

Σωστή η δεύτερη η σκέψη,
μα πλέον ήταν περιττή…


Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Ζητούμενο



Πολιτείες σε κοίτες φραγμένων ρεμάτων,
πολιτείες σε δάση ευφλέκτων ελάτων.
Με τα μάτια κλειστά στο βωμό των χρημάτων
προγραμμένη η τύχη αθώων θυμάτων.

Στου καιρού την οργή πολιτείες πνιγμένες,
στων κακών τη βουλή πολιτείες καμένες,
ανοχύρωτοι τόποι με κλέη αρχαία,
αχαλίνωτοι λόγοι με ψεύδη ακμαία.

Αλυσίδες λαθών «μιλημένων» αρχόντων,
ατελέσφοροι νόμοι κρυφών συμφερόντων.
Με τα φώτα σβηστά σε τυχαία πορεία
και μονίμως ζητούμενο κάποια Παιδεία…


Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Με το εγώ


Αφού πιστεύεις κι αγαπάς πάνω απ’ όλα το εγώ,
εσύ, που τόσο εκτιμάς τον εαυτό σου το σοφό,
κι οι άλλοι δεν κατανοούν και ούτε θέλουν να σ’ ακούν,
μάλλον καιρός να τραβηχτείς, να πάψουν πια να σ’ ενοχλούν.

Σε μακρινό ασκηταριό, να μη σε φτάνει το κακό,
εκεί μαζί με το εγώ και μες στον αυτοθαυμασμό,
ν’ απολαμβάνεις τους τρανούς μοναδικούς σου λογισμούς,
να μυκτηρίζεις νοερά τους τιποτένιους διπλανούς.

Το ίνδαλμά σου το γνωστό μες στον καθρέφτη να θωρείς,
με του εγώ σου το θεό στο άπειρο να προχωρείς!




Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Λυμένος δούλος



Δεμένος μέρα-νύχτα ο Αχρόνης
φυλάγει την αυλή του διαρκώς,
το μόνο του καθήκον να γαυγίζει,
το έμαθε καλά από μικρός.

Απέναντι αδέσποτοι περνάνε,
εκείνος, σαν τους δει, ανησυχεί,
αδιάφορα οι πιο πολλοί κοιτάνε,
μπορεί να τον λυπούνται μερικοί;

Μια μέρα το σκοινί του σαπισμένο,
και βρέθηκε ελεύθερο πουλί,
κοιτάζει μ’ ένα ύφος σαστισμένο,
δεν έζησε ποτέ τέτοια στιγμή.

Νεαντερτάλιο τ’ αφεντικό του
στην όψη, στη ματιά του, στο μυαλό,
κυρίαρχος σε κάθε τι δικό του,
μονίμως ο Αχρόνης στο ζυγό.

Δυο μέτρα η σκοινένια ελευθερία
στα λίγα χρόνια τής ζωής του στην αυλή,
και τώρα ξαφνικά η ευκαιρία
να τρέχει μια εδώ και μια εκεί.

Δεν ξέρει πού να πάει ο Αχρόνης
και άσκοπα γυρνά στη γειτονιά,
απάνω του ορμούν τα τροχοφόρα,
τον πετροβόλησαν και δυο παιδιά.

Ανήσυχος κινείται μες στον κόσμο,
εικόνες που δεν έχει δει ξανά,
αλλιώτικο αισθάνεται το φόβο
κι έχει αρχίσει κιόλας να πεινά.

Στο θόρυβο και μέσα στις κινήσεις
ακούει τ’ όνομά του μακριά,
αφήνει τις μικρές εξερευνήσεις
και κάνει οδηγό του τα αυτιά.

Στη γνώριμή του θέση καταφθάνει,
τον καρτεράει στην αυλή τ’ αφεντικό,
η όσφρηση τη γεύση τού κεντάει,
το πιάτο στο σημείο το γνωστό.

Το βλέμμα του μπροστά προσηλωμένο
και σπεύδει σαν τυφλός στο φαγητό,
καινούριο το σκοινί, ετοιμασμένο,
και μπαίνει «αυτοβούλως» στο ζυγό…