Ο Μάρτης μού ψιθύρισε εψές
αργά το βράδυ:
Θα ρίξω χιόνι αύριο ως το
ψηλό λιβάδι.
Μη φοβηθείς, άμα θα δεις τη
ράχη ασπρισμένη,
εσύ με τα λουλούδια σου θα
μείνεις στολισμένη.
Μ’ αυτό το λίγο χιόνι μου
κοιτάζω να βοηθήσω,
δεξαμενές που καρτερούν θα
τις ξαναγεμίσω.
Το χιόνι φέτος λιγοστό,
χειμώνας ψευτισμένος,
κρίμα να φτάσει ο Μάης σας
ξερός και διψασμένος,
να βουβαθούν νεροσυρμές,
πηγές να λιγοστέψουν,
πηγάδια να στερέψουνε,
ποτάμια να στενέψουν.
Μα δε θ’ αφήσω για πολύ τον
ήλιο σκεπασμένο,
θέλω κι εγώ τον τόπο μας να
βλέπω ανθισμένο.
Ξανά θα βγουν οι μέλισσες
λουλούδια να τρυγήσουν,
τα δέντρα κι αν φοβήθηκαν,
και πάλι θα καρπίσουν!