Φωνή τραχιά ο πεθερός,
γιατί να σπάσει ένα πιάτο.
Συχνά-πυκνά την έκανε
τη νύφη άνω κάτω.
Δυο χρόνια ανεχότανε
η νύφη τις φωνές του,
σκυμμένη και αμίλητη
στις κακοήθειές του.
Μα σήμερα δεν άντεξε,
την έλυσε τη γλώσσα,
και ψύχραιμα του θύμισε
δικά του λάθη τόσα.
Ποιος τσάκισε, κυρ-πεθερέ,
το νέο ποτιστήρι;
ποιος στράβωσε το πόμολο
προχθές στο παραθύρι;
Πιάτο εσύ δεν έσπασες
γιατί δεν πλένεις πιάτα,
μα έτοιμος να φωνασκείς.
Μου μαύρισες τα νιάτα.
Ωραία βολευτήκατε
όλα να σας τα κάνω,
μέρα και νύχτα δούλος σας,
μιλάτε κι από πάνω.
Δεν θ’ ανεχτώ ξανά μιλιά,
ο κόμπος πια στο χτένι,
αν δεν υπάρξει σεβασμός,
μόνο η φυγή μού μένει.
Κατάλαβε ο πεθερός,
αν κι είχε γνώση λίγη,
το βούλωσε κανονικά
ο δούλος μη τους φύγει.
……………………………………..
Αφιερωμένο στη γιαγιά μου και στις κόρες της,
για την παθολογική ανεκτικότητά τους.