Βροχή, βαριά η συννεφιά, κρυμμένα όλα τα
βουνά,
τα πάντα μουσκεμένα
κι εγώ μες στην καλύβα μου με τα φτερά
κομμένα.
Οι νύχτες είναι μακριές, οι σκέψεις
μένουν αιχμηρές,
τον ύπνο μου λογχίζουν,
ιδέες αχαλίνωτες σε δίνη με γυρίζουν.
Τα όμορφα και τα καλά φαντάζουν άχρηστα
παλιά,
πεζά και τετριμμένα,
τα έργα μου, τα όνειρα καταβαραθρωμένα.
Ώσπου μια μέρα φωτεινή, ελπιδοφόροι
οιωνοί
μου δίνουνε κουράγιο,
αλλιώς τα βλέπω ξαφνικά, μακριά μου το ναυάγιο.
Τινάζω πάλι τα φτερά, τα νιώθω τώρα
δυνατά
και είμαι αλαφρωμένος.
Η θέλησή μου ζωντανή, απελευθερωμένος.
Σπασμένα τα βαριά δεσμά, στην άκρη τα
φαρμακερά,
η ζήση μού φωνάζει,
τοπία μπρος μου διαφανή, η σκέψη μου αλλάζει.
Ήταν λοιπόν κατορθωτό να ξεσκεπάσω το
σωστό,
σελίδα να γυρίσω,
τη λογική να ξαναβρώ, το βράχο να κυλήσω.
Κι αν έρθει πάλι ο καιρός, επίβουλος και
παγερός
γι’ αυτούς που νιώθουν μόνοι,
δεν έχω πια να φοβηθώ. Κρατάω το τιμόνι!
Στίχοι αφιερωμένοι στον φίλο
που κατάφερε να βγει
από το πηγάδι τής
κατάθλιψης, με φάρμακο την πίστη
πως μπορεί να γυρίσει σελίδα.