Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Αλήθεια 2016


Ένας χρόνος ακόμα, οδεύει στη λήθη,
το σημάδι του όμως θα μείνει βαθύ.
Ωριμότεροι τώρα. Στην άκρη οι μύθοι,
συμπεράσματα έχουνε βγει επαρκή.

Μόνο σκέψη γενναία μιας νέας πορείας,
θα διαλύσει τους όποιους κακούς οιωνούς.
Κι αν σκληρή η αλήθεια – θα είναι δική μας –
δίχως άλλη στολή από ξένους γνωστούς.

Θα σηκώνει το κύμα ξανά τρικυμίες.
Στην ψυχή μας θα ψάχνουν να βρούνε ρωγμές.
Οπλισμένοι με τόσες βαριές εμπειρίες,
δίχως φόβο θ’ ακούμε θηρίων κραυγές.


Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Λέξεις


Τέσσερα γράμματα το όλον, δύο μονάχα συλλαβές,
καθόλου σπάνια η λέξη, συνηθισμένη στις πολλές.
Από το έρκος των οδόντων πετάχτηκε ορμητική,
σαν δόρυ χτύπησε το στόχο κι ας ήταν μικροσκοπική.

Μα πόση δύναμη διαθέτει, αυτή, μια λέξη τόση δα,
να σπάζει κόκκαλα ανθρώπων, να κουβαλά τη συμφορά;
Να φέρνει μέσα στην ευδία το μένος άγριων καιρών,
σαν το σεισμό να καταστρέφει οικοδομήματα ετών;

Και συ, που έχεις αμελήσει να χτίσεις κάποια οχυρά,
εκτεθειμένος επί χρόνια σε ασυλλόγιστα πυρά,
ήρθε η ώρα να σηκώσεις ασπίδα σίγουρη κι απλή,
σε όποιο δόρυ κι αν σου ρίξουν, σε οποιαδήποτε βολή.

Πες ένα Ας! Μεγάλη λέξη! Της πείρας σου η αμοιβή.


Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Ο γάτος


Ήταν ικανός ο γάτος και υπομονετικός,
απαιτήσεις είχε λίγες, και πολύ εργατικός,
κυνηγούσε τα ποντίκια – παιδεμένος θηρευτής,
η ζωή του μετρημένη και στη φτώχεια ευτυχής.

Κάποτε τον καλοπιάσαν και του χάιδεψαν τ’ αυτιά,
του μεγάλωσαν το πιάτο με καινούρια φαγητά,
τον βεβαίωσαν πως τώρα η ζωή θα είν’ αλλιώς,
θα ξεχάσει πια τα χρόνια που τα πέρασε φτωχός.

Του καλάρεσαν του γάτου οι κουβέντες οι γλυκές –
των παλιών αφεντικών του οι σπρωξιές ήταν πολλές.
Μια καινούρια ελευθερία, νοστιμότερο φαΐ
και σαν όνειρο η νέα ευκολότερη ζωή.

Ευζωία και σπατάλη, η προσπάθεια μικρή,
τ’ ακυνήγητα ποντίκια αυξηθήκανε πολύ,
οι ανέσεις δίχως τέλος, ξένα ήθη δολερά,
και ο γάτος, θαμπωμένος, τα ’βλεπε και λιγοστά!

Μες στον ύπνο τού δικαίου, ξάφνου ήρθε συμφορά,
ο καινούριος του αφέντης βρέθηκε χωρίς λεφτά,
έβγαλε φωνή μεγάλη, φοβερός ο πανικός.
Και ξανάγινε ο γάτος ένας άτυχος φτωχός.

Σαν ζητιάνος, στους γειτόνους έτρεξε για φαγητό,
ντροπιασμένος για το χάλι, το κεφάλι του σκυφτό.
Άλλοι γείτονες τον βρίζουν, άλλοι τον περιγελούν,
κάποιοι χρηματοπαρμένοι το σπιτάκι του ζητούν.

Λόγια διάφορα του λένε άσχετα αφεντικά,
δεν πιστεύει πια κανένα, όλα φαίνονται φαιδρά.
Μόνη λύση βλέπει τώρα να κινήσει απ’ την αρχή,
μαθημένος από φτώχεια, σοβαρά να πορευτεί,
δίχως φόβο να σηκώσει το κεφάλι του ψηλά,
τις δικές του τις δυνάμεις να εμπιστευτεί ξανά.


Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Απόδραση


Εθελούσιος όμηρος, παραδομένος,
νεκρωμένη βουλή, θολωμένο μυαλό,
στης σαγήνης τη μέγγενη παγιδευμένος,
προσπαθούσα το λάθος να βλέπω σωστό.

Στο βυθό τής ψυχής της σαν να ’μουν πνιγμένος,
σωτηρίας αέρα ζητούσα να βρω,
στου εγώ της τη λάσπη βαθιά κολλημένος,
κι η ελπίδα χαμένη, στον ήλιο να βγω.

Και μια μέρα, φωτιά ξαφνική μες στη μνήμη,
ο παλιός εαυτός μου ορθώθηκε μπρος,
μ’ ένα βλέμμα ελέγχου ζητούσε ευθύνη.
Ήταν φίλος, συνάμα κριτής σοβαρός.

Μία λέξη και μόνο, πυξίδα παλιά  μου,
ξαναφλόγισε μέσα μου πόθο κρυφό.
Εργαλείο δεινό να κοπούν τα δεσμά μου.
Απελεύθερος τώρα το μέλλον θωρώ.

                         Σχετικές παλαιότερες αναρτήσεις 
                         «Το φίδι» και «Ελευθερία 1».


Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Ο πόλεμος στο χωριό - 28 Οκτωβρίου 1940


Φαντάροι αξημέρωτοι τραβούν στο μεσοχώρι,
με τα μουλάρια στα στενά, το φόρτωμα βαρύ.
Μικροί, μεγάλοι, δίπλα τους, ένα χωριό στο πόδι,
κι οι γεροντότεροι ζητούν να ζώσουνε σπαθί.

Μιλά ο αξιωματικός με θέρμη στην πλατεία
και του στρατού μας εξηγεί τη δύσκολη στιγμή,
γι αυτό ζητά τη συνδρομή
«παντός δυναμένου να μεταφέρει πολεμοφόδια
εις τα υψώματα», προς την πρώτη γραμμή.
Δεν προλαβαίνει να το πει και η βουή τον κόβει.
Από καιρό είν’ έτοιμοι, και θέλουν και μπορούν
να δώσει ο καθένας τους, κάτι να κάνουν όλοι.
Για την αξιοπρέπεια. Και ανυπομονούν.

Και οι γυναίκες στη φωτιά.
Γυναίκες ακατάβλητες, ψημένες μες στη ζήση,
γνωρίσανε τον πόλεμο από μικρά παιδιά,
μπρος στα δεινά που έρχονται καμιά δε θα λυγίσει,
δίνουν παρών στο κάλεσμα
και κουβαλούν αγόγγυστα τα πυρομαχικά.
Αγκάθια, λάσπη, ατραποί, κατσάβραχα κι αντάρα,
για το αρχαίο σθένος τους, ασήμαντα μικρά.

Στο δρόμο τής επιστροφής και πάλι φορτωμένες,
μ’ αυτούς που τους ορίσανε στην πρώτη τη γραμμή,
στης τύχης τους το διάσελο τους βρήκανε οι σφαίρες
την ώρα που σηκώνανε του έθνους την τιμή.

Φέρνουν μαζί και Ιταλούς φαντάρους πληγωμένους,
πριν λίγο μισητοί εχθροί, θρασείς επιδρομείς.
Κι αυτών το αίμα κόκκινο, των είκοσί τους χρόνων,
στα μέρη μας τους έφερε πολιτισμός ντροπής.

Γρήγορα δένουνε κλαδιά για πρόχειρα φορεία,
με τα τσαρούχια ακροπατούν στις γκρίζες ρεματιές,
αυτές οι σκληροτράχηλες, με τα σκασμένα χέρια,
ξέχειλες είναι από στοργή σα μάνες κι αδερφές.

Όλοι σε όλα δίνονται αυτές τις άγριες μέρες,
μες στου πολέμου το χαμό ανθεί η ανθρωπιά.
Κι αν οι αιώνες προχωρούν και οι γενιές καινούριες,
η Ιλιάδα γράφεται για πολλοστή φορά…

                                  Οι στίχοι γεννήθηκαν μέσα από τις (επί χρόνια)        
                                  αφηγήσεις πολλών πρωταγωνιστών των ημερών
                                  εκείνων.

Σχετικά ποιήματα  1, 2, 3


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Αμήχανοι λοστρόμοι


Ηχηρές διακηρύξεις, φθαρμένες ιδέες,
ηγετίσκοι αστόχαστα, ορμητικά,
χαϊδεμένα αυτιά, υποσχέσεις γενναίες,
το βασίλειο βάρκα, νερά σκοτεινά.

Ισχυροί χαρτοσύμμαχοι, άξενοι φίλοι
καρτερούν το ναυάγιο με σιγουριά,
η φουρτούνα ζυγώνει, οι Αίολοι χίλιοι,
η βαρκούλα αμέριμνη στο πουθενά.

Στης αβύσσου τον τρόμο οι φαύλοι λοστρόμοι
για βοήθεια κραυγάζουν χωρίς συστολή.
Προθυμία δεινή, φιλεχθροί γαλαντόμοι
τα σωσίβια ρίχνουν, κοιτούν γελαστοί.

Πανικός στη βαρκούλα. Στην άκρη οι φαύλοι.
Στο τιμόνι λοστρόμοι καινούριοι, γνωστοί
με σπουδαία τα λόγια στην εύκολη δράση,
στη φουρτούνα αμήχανοι, λόγοι κενοί.


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Του κόσμου


Με οξυμένη προσοχή η θεία η Αγγελική,
έψαχνε σ’ όλα το γιατί, ανέλυε το κάθε τι.
Κοσκίνιζε τους συγγενείς και γείτονές της και γνωστούς,
διύλιζε χαμόγελα και δάκρυα και στεναγμούς.
Ανίχνευε αισθήματα στη θέρμη των χειραψιών,
στους ασπασμούς των εορτών, των γάμων και των κηδειών.
Στις λέξεις των εκφράσεων αναζητούσε εκδοχές,
τα λόγια δεν της έφταναν, εξέταζε και τις σιωπές.

Συνήθη συμπεράσματα το «κρίμα» και το «δυστυχώς»
και μόνιμή της επωδός «αυτός ο κόσμος ο κακός».

«Εμείς να είμαστε καλά, άσε του κόσμου τα στραβά,
 δε θα με πιάσει κι ο καημός, αν έτσι θέλει ο θεός»,
της απαντούσε γελαστή η θεία η Μαλαματή.

Μαραζωμένη μια ζωή, η θεία η Αγγελική,
τα χρόνια κύλησαν πικρά και τα γεράματα πολλά.
Στα ενενήντα θαλερή, η θεία η Μαλαματή,
πότε γελάει βροντερά και πότε σιγοτραγουδά:
Ωραία που ’ναι η ζωή, μα να ’ταν άλλη μια φορά,
στην άκρη από την αρχή, όλη τού κόσμου την ψευτιά.