Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Πρόσφυγας 2013

Μέσα στον όλεθρο τύχη, φυγή στην Τουρκία.
Πρόθυμοι βρέθηκαν διακινητές-
με την Ελλάδα δεσμοί μας, παλιά ιστορία-
μ’ ένα μπαξίσι γερό, στις ακτές.

Αργοκινήσαμε είκοσι, σάπιο καΐκι, 
χρήμα ετών, ο βαρκάρης στυγνός,
νύχτα και άγρια βράχια, το σκάφος βαρίδι,
πάλη στο κύμα, ο τάφος υγρός.

Δώδεκα μέσα στα άπατα του Αιγαίου
πίσω ο πόλεμος, μπρος ο πνιγμός,
μία πατρίδα στα νύχια αγρίου δικαίου,
μόνος κυρίαρχος ο κυνισμός.

Πέντε δικούς μου αφάνισαν μες στο χωριό μας
ξένοι φονιάδες, αδρός ο μισθός,
λόγια ωραία, παγκόσμια, για το καλό μας,
έωλος, όπως και πάντοτε, ανθρωπισμός.

Τώρα εδώ, σε στρατόπεδο, μέσα στο σύρμα,
σαν τον αιχμάλωτο να καρτερώ,
κάποια μικρή μού ’χει μείνει  ελπίδα,
αν και με βλέπουν πολλοί σαν εχθρό.

Ξέρω που είμαι για σας απροσκάλεστο βάρος,
δεν σας ζητώ να καθίσω εδώ,
μες στη Συρία θερίζει ο χάρος,
μια προστασία γυρεύω για λίγον καιρό.
                              -------
Τι εξυφαίνεται μες στα γραφεία θανάτου;
Ποιος ο επόμενος στόχος-λαός;
Τίνος θα γίνουν βορά στο Μολώχ, τα παιδιά του;
Πού να ρωτήσεις ποιος είν’ ο καλός;



Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Κλίσεις, κλήσεις και μη λύσεις

Είχαν γίνει ο κανόνας στο καράβι μας οι κλίσεις,
καπετάνιοι και λοστρόμοι μπρος στα μάτια μας προκλήσεις,
άλλοτε οι συμπλοκές τους με χυδαίες αντεγκλήσεις,
άλλοτε συναυτουργίες με υπόγειες συγκλίσεις,
πότε Σουμελά και Τήνο Παναγίας επικλήσεις
και σε άλλες ευκαιρίες στους αγίους παρακλήσεις.

Όποιοι φώναζαν και δείχναν της πορείας αποκλίσεις,
τους περίμεναν συνήθως άνευ λόγου ανακλήσεις.
Μα κι εμείς τα όνειρά μας σε αθώες κατακλίσεις,
κι ούτε θέλαμε ν’ ακούμε τις δραματικές εκκλήσεις.

Τώρα στο κατάστρωμά μας εμφανείς οι παραλύσεις,
απ’ τ’ αμπάρια μας δυσώδεις, απερίγραπτες εκλύσεις,
και προσπάθεια καμία για σωτήριες προσκλήσεις,
καπετάνιοι και λοστρόμοι με μηνύσεις και εγκλήσεις,
και μη βρίσκοντας ακόμη και στ’ ασήμαντα τις λύσεις,
με το χέρι απλωμένο στους εταίρους υποκλίσεις.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Απόφαση, Άνθρωπε!

Ω Άνθρωπε της μοναξιάς, που τόσα διυλίζεις
και τις παμπάλαιες γραφές με πείσμα μελετάς,
ο Βίας σού το μήνυσε και συ μπροστά το βρίσκεις
κι ακόμα ολοφύρεσαι και άπρεπα γερνάς.

Ο μύθος προαιώνιος, γραμμένος σε Διαθήκη,
της ζούγκλας δείχνει εξαρχής τον άτεγκτο ρυθμό,
ο Άβελ στην αφάνεια, ο Κάιν με τη νίκη,
τα τέκνα του κυρίαρχα σε κόσμο ολισθηρό.

Αιώνες φωτοδιωκτικοί, ωσότου έρθει ο Ντάρβιν,
επίμονα και έξυπνα να βρει το μυστικό.
Ένα, θηρίο κι άνθρωπος, παντού νικά ο Κάιν,
«ανάγκη και εξέλιξη» στου κόσμου το σκοπό.

Ο Μέντελ καταφώτισε τη βέβαιη αλήθεια
και ο Γουάτσον με τον Κρικ προχώρησαν βαθιά,
το ντιενέι, Άνθρωπε, ασήκωτη σφραγίδα,
γι’ αυτό και η ευθύνη σου ακόμα πιο βαριά.

Με τους ανθρώπους δίπλα σου μα και απέναντί σου,
αγώνα έχεις, Άνθρωπε, να δίνεις διαρκώς.
Οι Κάιν είν’ αδίστακτοι  κι οι ξένοι κι οι δικοί σου 
άσε μονές κι ασκηταριά και γίνε οδηγός,
μην επιτρέπεις στους μικρούς να παίζουν την τιμή σου,
φωνή αξιοπρέπειας· μη μένεις ουραγός.

 Βίας ο Πριηνεύς: «Οι πλείστοι κακοί»
 Ντάρβιν: Θεωρία τής εξέλιξης
 Μέντελ: Νόμοι τής κληρονομικότητας
 Γουάτσον και Κρικ: Ανακάλυψη της δομής τού DNA


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Αφανείς ήρωες

1820.  Ο Αλή-πασάς καίει το χωριό μου.
Άνοιξη 1822. 70 παλληκάρια ξεκινούν από το χωριό μου με προορισμό το Μεσολόγγι, ανταποκρινόμενοι σε γραπτό κάλεσμα του Μάρκου Μπότσαρη. Φεύγουν λίγοι-λίγοι, δήθεν ως κτίστες για τη Θεσσαλία. Στην περίπτωση που μαθαίνουν οι Τούρκοι πως κάποιος έχει ενταχθεί στους αγωνιστές τής Επανάστασης, προχωρούν σε αντίποινα εις βάρος τής οικογένειάς του. Όταν κάποιος σκοτώνεται, οι δικοί του ειδοποιούνται και δεν τολμούν να πενθήσουν. Οι συνέπειες είναι σκληρές.
               
Μαντάτο μαύρο έφτασε εψές αργά το βράδυ
κι ο γερο-Γιώργης τράβηξε με την καρδιά πικρή,
πώς να το φέρει να το πει στη χήρα τού Θανάση,
που χάθηκε ο Νικολής το πρώτο της παιδί.

Βαριά σαν ήρθε στην αυλή, στην πόρτα σταματάει,
ξανά τα λόγια σκέφτεται και πώς να της τα πει,
μα σαν η χήρα ν’ άκουσε, σαν να τον καρτεράει
και με τη λάμπα έρχεται και φέγγει για να ιδεί.

Τα λόγια δε χρειάστηκαν, τα πρόσωπα μιλήσαν,
η μάνα τρέμει σύγκορμη και στήριγμα ζητά,
στέκει ο γέρος δίπλα της, τα δάκρυα ποτάμι,
χαροκαμένος είν’ κι αυτός και της μιλά σιγά.

-Κλάψε βουβά, Θανάσαινα, και μη φορέσεις μαύρα,
κανείς μη μάθει το χαμό τού μικρο-Νικολή,
πέτρινη κάνε την καρδιά, όση κι αν έχεις λαύρα,
και φύλαξε το σπίτι σου και τ’ άλλο σου παιδί.

Στο Πέτα με φιλέλληνες έπεσε ο Νικολής σου,
σαν το θεριό πολέμησε στη μάχη τού χαμού,
μεγάλο κι αξεπέραστο το μπόι τής τιμής του,
μάρτυρας του μεγάλου μας του γένους σηκωμού.



1827. Επέστρεψαν στο χωριό λιγότεροι από τους μισούς. Φτωχοί και γεμάτοι σημάδια στο σώμα τους.
1912. Απελευθέρωση του χωριού.
   Οι στίχοι αποτελούν ελάχιστο φόρο τιμής στους τυραννισμένους προγόνους μας.

Σχετικά ποιήματα  1,2,3,4,5, 6  7


Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Το όριο

Του κοριτσιού μας τα χείλη γελούνε,
έφυγε πια η βαριά συννεφιά,
ό,τι θελήσουν οι άλλοι ας πούνε,
φτάνει για μένα που είναι καλά.

Ήτανε σαν μυγδαλιά ανθισμένη,
βλέμμα - χαμόγελο μια ζωγραφιά,
σ’ όλα σωστή, συνετή, μετρημένη,
μόνο που είχε μεγάλη καρδιά.

Πέρα απ’ τα όρια η καλοσύνη,
πάντα με φρόνημα διαλλακτικό,
πρώτη απλόχερα σ’ όλους να δίνει,
δίχως υπόνοια για το κακό.

Τύχης και χρόνου συνεργασία,
φίλοι και φίλες της απ’ τις σπουδές
έφεραν δίπλα της μια γνωριμία,
νέος ωραίος, συστάσεις καλές.

Όλα ευφρόσυνα, ελπιδοφόρα,
ένα καράβι με πρίμο καιρό,
γρήγορα ήρθε του γάμου η ώρα,
ζήλεψαν κάμποσοι το τυχερό.

Όμορφα πήγαν οι πρώτες βδομάδες,
λόγια ωραία, προσπάθεια κοινή,
και τα τραγούδια του σαν τις καντάδες,
ούτε φανήκαν κακοί οιωνοί.

Όμως ο χρόνος καραδοκούσε,
λες και περίμενε κάποια στιγμή,
μέσα στα όμορφα βυσσοδομούσε,
κι έφερε μπρος την αλήθεια γυμνή.

Ήταν ωραίος στην όψη ο νέος,
και το παράστημα αθλητικό,
έδειχνε ο λόγος του να ’ναι πηγαίος,
κι όμως το ύφος του απατηλό.

Κέντρο τού σύμπαντος ο εαυτός του,
αν και στα λόγια του αλτρουϊστής,
δεν διακρινόταν ο κυνισμός του,
αριστοτέχνης υποκριτής.

Άργησε η κόρη να δει την αλήθεια,
ανυποψίαστη για τα στραβά,
και η μεγάλη καρδιά, στην αήθεια
ψάχνει να βρει ελαφρυντικά.

Όσα κι αν θέλει κανείς να σκεπάσει
για να φανεί και να δείξει καλός,
μέσα μας έχουμε το μαρτυριάρη:
Σ’ όλους γνωστός, τ’ όνομά του Θυμός.

Ένας θυμός κι άλλος πάλι και πάλι,
όταν του νέου χαλούσε η βολή,
βγάλαν τη μάσκα απ’ το παλληκάρι,
κι από τα λόγια του βγήκε χολή.

Και οι αγάπες και τα λουλούδια
ήταν προσχήματα προσωρινά,
συγκαλυμμένα και μες στα τραγούδια
κίνητρα άθλια και ταπεινά.

Όπως τ’ απρόσμενο χιόνι τού Μάρτη
καίει, ρημάζει τη μυγδαλιά,
έτσι το όμορφο το παλληκάρι
καταξεθώριασε τη ζωγραφιά.

Βλέμμα - χαμόγελο γίναν σκοτάδι
κι έγινε η σύνεση υπομονή,
και στο καντήλι η κόρη το βράδυ,
καταφυγή στη θερμή προσευχή.

Μήνες περνούσανε κι όλα πια ίδια,
ίδιος ο νέος – πτυχία λαμπρά!
μες στο μυαλό του η μόνη φροντίδα,
πώς θα περνάει εκείνος καλά.

Διακριτικά και με πόνο η νύξη:
«πώς πάει, κόρη μου, τώρα η ζωή;»
έδειξε να ’χει ακόμα την πίστη,
πως θα νικήσει η υπομονή.

Κι ένα πρωί λίγο πριν ξημερώσει,
χτύποι στην πόρτα μας διστακτικοί,
βρήκε τη δύναμη λύση να δώσει,
να καταλύσει τη φυλακή.

Στάθηκε όρθια η σωφροσύνη,
φώναξε τέλος, γενναίο, σωστό,
από κοντά κι η δικαιοσύνη
σήκωσε τ’ όριο και στο καλό.

Τώρα οι μέρες κι οι μήνες περνούνε,
την ξαναβρίσκει η παλιά της χαρά,
της μυγδαλιάς μας τα χείλη γελούνε,
έφυγε πια η βαριά συννεφιά.


Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Άνθρωποι 4

Σε ανάγκη δεινή ξαφνικά ο δυνάστης μου,
το εγώ του, απρόβλεπτα, ρίχνει στο χώμα,
με κοιτάζει, λες κι είμαι εγώ ο προστάτης του,
στο γραφείο του στέκει, με κίτρινο χρώμα.

Κλονισμένη υγεία και ψάχνει για έρεισμα,
ούτε ένας κοντά του, σε δύσκολη ώρα.
Για κανένα ποτέ του δεν έδειξε μέριμνα
κραταιός προϊστάμενος – έρημη χώρα… 

Βλοσυρός, σκοτεινός κάθε μέρα στο πόστο του,
καλημέρα σπανίως, χαμόγελο-πάγος,
παραγράφους και άρθρα μονάχα στο λόγο του,
σ’ ό,τι είχα σωστό, ερευνούσε για λάθος.

Ο αόρατος φράχτης που γύρω του έχτισε,
με αγκάθια πλεγμένος, που μ’ είχαν ματώσει,
μέσα σ’ ένα λεπτό, στον αέρα κατέρρευσε.
Ένας άνθρωπος μπρος μου σταυρό θα σηκώσει.

Ω εχθρέ, που απρόσμενα δίπλα μου έπεσες
και μαζί σου γκρεμίστηκε κάθε μου μίσος,
ενοχές απροσδόκητες ξάφνου μού θέριεψες,
ανεξέλεγκτα καίνε η λύπη κι ο οίκτος.

Μες στο βλέμμα το μήνυμα διάβασε ο άνθρωπος,
μ’ απορία κι οδύνη τα μάτια κοιτούνε,
με πρωτόγνωρο τρόπο τού γνέφει η Άτροπος
και του δείχνει - κι ας είναι αργά - πώς γελούνε…
                                    
                                    Οι στίχοι ανάβλυσαν από το εξαιρετικό διήγημα
                                    της Μαρίας Κανελλάκη «Μίτινγκ με την ξινή»,
                                    που μου αναζωπύρωσε μακρινές εμπειρίες…


Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Ω παρελθόν!

Ω παρελθόν τυραννικό αθρόων συνθημάτων,
των ιαχών, των σημαιών, των πυροτεχνημάτων,
φερμένων χειροκροτητών, οπαδοπολεμάρχων,
ω παρελθόν απατηλό γενναίων κηρυγμάτων.

Ω παρελθόν τών ευθυνών πληθώρας ψηφοφόρων
παλιών και νέων τοπαρχών, μετρίων ηγητόρων,
εξουσιοπατριωτών, φτηνών δεκαρολόγων,
ω παρελθόν θριαμβικό τών συμφεροντολόγων.

Ω παρελθόν τών συνετών και των νοικοκυραίων,
των φιλησύχων θεατών ενώπιον ακραίων,
τυχάρπαστων, θρασύτατων, αργομισθοθρεμμένων,
ω παρελθόν τής ανοχής τών μικροβολεμένων.

Ω παρελθόν τής ύβρεως και της παραφροσύνης,
στάσου μπροστά μας κάτοπτρο και φόβητρο της μνήμης,
κάνε τον πόνο, την οργή πηγή αυτογνωσίας,
γίνε επιτέλους διδαχή τής νέας ιστορίας.