Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Νέοι φίλοι 2013

Πλήθος τα πλην τής χρονιάς που απέρχεται,
σήμερα όμως θα μπουν στη σκιά.
Φίλους καινούριους το δίκτυο έφερε,
έχω γι αυτούς λίγα λόγια καλά.
                       - - - - - - -
Τα κείμενα πρωτότυπα, πασίδηλο μεράκι,
λογοτεχνία στιβαρή. Μαρία Κανελλάκη.
Είν’ η γραφή της άψογη, αγνή ευαισθησία,
ρεαλισμός και ανθρωπιά μες στην καλαισθησία.
                       - - - - - - -
Με γνώση στην πολιτική μα και στην ιστορία,
των αισθημάτων ραψωδός η εύψυχη Levina,
τους στίχους της τους διαπερνά γλυκιά λεπταισθησία,
αιθέριοι και εύμολποι, κινούν τη φαντασία.
                       - - - - - - -
Ένας ακμαίος ποιητής, ονόματι Ανταίος,
με χίλια ενδιαφέροντα, ειλικρινής, πηγαίος.
Εκτός από τους στίχους του, γενναίες ερωτήσεις,
Ελλήνων προβληματισμοί, μελέτες, διηγήσεις.
                       - - - - - - -
Η joan κεραιοβριθής, αόκνως σχολιάζει,
η πένα της σαρκαστική, κοχλάζει και καλπάζει,
είναι ο λόγος της κραυγή, το χιούμορ της μαχαίρι,
μα έχει στην καρδούλα της αθώο περιστέρι!
                       - - - - - - -
Η Μαίρη θεσσαλονικιά -merry mary ιστορίες,
εξαίρετες, πολύχρωμες οι δεξιοτεχνίες,
καλότροπη και εύχαρις και ευανθείς οι σκέψεις,
οι φίλοι της ατέλειωτοι, πληθώρα επισκέψεις.
                - - - - - - -
Φωτογραφίες μαγικές βρήκα στη me (maria),
στιγμή και λεπτομέρεια, λεζάντα με αξία.
Ελεύθεροι ή έμμετροι οι στίχοι της ακμαίοι,
τα κείμενά της γλαφυρά, συλλογισμοί σπουδαίοι.
                       - - - - - - -
Τη Φλώρα ανακάλυψα σε λέξεων παιχνίδια.
Στίχοι και αφηγήματα-ωραία παραμύθια,
κοσμήματα, ζωγραφική, πληθώρα κεντημάτων.
Και πνευματώδης κι ευφυής με πλούτο αισθημάτων.
                       - - - - - - -
Nikol η πολυτάλαντη, αρίφνητα τα έργα,
ιδέες, γνώσεις, υλικά και εύκαρπα τα χέρια,
τα κείμενα παράλληλα με τη δημιουργία
και μέσα από τα λόγια της ευγένειας παιδεία.
                       - - - - - - -
Την Άννα Πάρος, άστεγη, που λέει η Αριστέα,
σε κείμενο εξαίσιο συνάντησα τυχαία.
Παλιών ηθών η ανθρωπιά, γλυκές οι αποχρώσεις,
υπόδειγμα η έκφραση, γραφή με αξιώσεις.
                       - - - - - - -
Η, όχι μόνο στ’ όνομα, αρίστη, Αριστέα,
πολύπλευρη δημιουργός, φιλόξενη, πηγαία.
Μία γραφίδα ανθηρή, δεινή πρωτοτυπία,
αυθόρμητη κι ανθρώπινη, τής πρέπουνε βραβεία.
                       - - - - - - -
Τους φίλους που δεν πρόλαβα, καλώς να μελετήσω,
εντός τού δεκατέσσερα ελπίζω να γνωρίσω.

Καλή χρονιά σας, φίλοι μου, ψηλά το φρόνημά σας,
σε τούτο τον πολιτισμό, αξία η προσφορά σας!


Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Χωριό

                                                                                       στον Κοσμά
Αθήνα, χρόνια στου μετρό τα φωτεινά σκοτάδια,
πορείες, στάσεις και πλακάτ και μαγαζιά ρημάδια,
μολότοφ, κλούβες, εμπρησμοί, τα γκλομπ και τα φορεία,
χαμένες ώρες τρόλεϊ, ταξί, λεωφορεία.

Και πήρα την απόφαση τα πάντα να τα σπρώξω,
να φύγω πίσω στα βουνά, τα χρόνια μου να σώσω,
εξηνταπέντε πέρασαν, άραγε πόσα μένουν,
οι μέρες πια αβέβαιες ποιος ξέρει τι θα φέρουν.

Οι απαιτήσεις μου μικρές, στη φτώχεια γεννημένος,
με μέτρο όλα στη ζωή, στα λίγα μαθημένος,
ένα σπιτάκι πατρικό στους δυο μας περισσεύει
και μέσα στην απλότητα τις μνήμες ζωντανεύει.

Ζωή μ’ ανθρώπινους ρυθμούς μες στο μικρό χωριό μου
και γρήγορα ανακάλυψα τον άλλο εαυτό μου,
που ΤΩΡΑ βλέπει τα βουνά, τα βράχια και τα δάση,
τυφλά ριγμένος στη δουλειά τα είχα όλα διαγράψει.

«Ακούω τα πεύκα να βογκούν και τις οξιές να βάζουν»1
και στέκομαι ν’ αφουγκραστώ, τι λεν, σαν κουβεντιάζουν,
γυρνώ στα χρόνια τα παλιά, στα σχολικά βιβλία,
βγαίνει μπροστά μου ζωντανή τού τόπου η ιστορία.

Οι χείμαρροι, τ’ ακρόκρημνα, τ’ αηδόνια, τα γεράκια,
γεφύρια ομορφόχτιστα, πέτρινα μονοπάτια
και χίλιες άλλες ζωγραφιές στον τόπο αυτό με δένουν,
τα μάτια όπου κι αν γυρνώ, ποτέ τους δε χορταίνουν.

Και δίπλα μου οι χωριανοί καλόγνωμοι, πηγαίοι,
ζεστές οι καλημέρες μας, όλοι αγαπημένοι,
απλή κυλάει η ζωή κι ας φεύγουνε τα χρόνια,
μες στην καρδιά μας γρήγορα τα λιώνουμε τα χιόνια.

                                1. Στίχος από δημοτικό τραγούδι.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Μη τρέχεις

                                                                Στην Έρση                                            
Μαζί ξεκινήσαμε, δέκα τ’ Απρίλη,
ο δρόμος μπροστά μας πλατύς και βατός,
ωραίες οι λέξεις μας ήταν στα χείλη,
λαμπρά πρωινά, ουρανός ανοιχτός.

Γλυκό καλοκαίρι, οι σκέψεις ακμαίες,
ο ένας στον άλλο πιστός αρωγός,
συνύπαρξη μέσα σε ίδιες ιδέες,
πορεία στον κόσμο, γερός ο δεσμός.

Περάσανε μήνες, Δεκέμβρης μπροστά μας,
εσύ με ταχύτατο βηματισμό
κι εγώ προσπαθώ να κρατώ τα δικά μας,
μαζί για τον όμορφο προορισμό.

Οι λέξεις που είχαμε ίδιες στα χείλη,
λες κι είναι χαμένες σε σκέψη θολή,
εσύ μακρινός, λησμονείς τον Απρίλη.
Ματαίως φωνάζω, μη τρέχεις πολύ.


Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Συμβάσεις

Στομφώδης ο λόγος, πεζός, τετριμμένος,
βαρύγδουπες φράσεις και τόποι κοινοί,
κι αυτός δοκησίσοφος και επηρμένος
στο βάθρο απτόητος χειρονομεί.

Στην αίθουσα πέφτει κι απλώνει η πλήξη,
οι λίγοι στις άκρες αποχωρούν,
οι άλλοι μετρούν τα λεπτά ως τη λήξη·
μουρμούρα και κόπωση. Αδημονούν. 

Τελειώνει ο λόγος· επευφημίες,
και σπεύδουν, στο βήμα να φτάσουν πολλοί,
χαμόγελα, έπαινοι και φλυαρίες,
λυμένα τα γόνατα του ομιλητή!

Συμβάσεις και ήθη, βωμοί κολακείας,
με άγραφους νόμους στημένοι θεσμοί,
σκοποί με θυμίαμα υποκρισίας,
μικρά και συμφέροντα κι υποταγή.

                                                                                   

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Σθεναρά

                   «Νίκα λογισμώ την παρούσαν συμφοράν» Μένανδρος
Στο μεγάλο κακό που απόψε σε βρήκε,
στην απρόσμενη τούτη βαριά συμφορά,
του Μενάνδρου το λόγο θυμήσου, που είπε:
λογισμός είναι τ’ όπλο που πάντα νικά.

Είν’ ασήκωτη η λύπη και μέγας ο πόνος,
μα ο νους μας διαθέτει ισχύ θεϊκή,
και ο άνθρωπος δείχνει ακόμα και μόνος
πως γιγάντια έχει την αντοχή.

Πόσοι πριν από σένα δεν έχουν πονέσει,
πόσοι τώρα περνούν πιο μεγάλα δεινά!
Μην αφήσεις το βάσανο να σε παιδέψει,
σύμμαχός σου ο χρόνος, και τράβα μπροστά.

Το σκοτάδι που βγαίνει πηχτό και σε σκιάζει
είναι ομίχλη που στέκεται προσωρινά,
την καινούρια αλήθεια να βάλεις σε τάξη,
η ζωή είναι μέρα κι ο ήλιος νικά.


Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Όταν πεθαίνουν τ' άλογα

Σε βαριά συλλογή και απόψε ο γέρο-Μανώλης,
της Δεσπούλας η τύχη πληγή ανοιχτή,
το μεγάλο του σφάλμα σαράκι, τον τρώει,
πουθενά δε μπορεί ησυχία να βρει.

Σκοτεινιά ξαναβλέπει στης Δέσπως τα μάτια,
σφραγισμένα τα χείλη, βαριά η καρδιά,
η κακή της η τύχη τον κάνει κομμάτια,
στην ψυχή του ισόβια η μαχαιριά.

Δεκατέσσερα χρόνια τον καίει το λάθος
να παντρέψει τη Δέσπω του μες στο χωριό,
Ερινύες τον τρων από τότε με πάθος,
πώς αυτός να το πράξει ένα τέτοιο κακό.

Ζοφερό και σκληρό είχε ρθει το πενήντα,
τα ερείπια βγάζαν ακόμα καπνούς,
το χωριό μες στη σύρραξη παγιδευμένο
κάποια σπίτια μετρούσαν και πέντε νεκρούς.

Είχε μπει πια η Δέσπω στα είκοσι πέντε,
του ραφιού ανυπόφορη η απειλή,
αγωνία στο σπίτι να ψάχνουν να βρούνε.
Τα κορίτσια πολλά, λιγοστοί οι γαμπροί.

Είχε ωραία παιδιά ο Μανώλης στο νου του,
για τη Δέσπω να βρει παλληκάρι σωστό,
ο εμφύλιος όμως τραχύς στο χωριό του.
Και χαθήκαν τριάντα. Μεγάλο κακό!

Οι καλύτεροι έπεσαν μες στον αγώνα,
δίχως νά ’χουν ποτέ υποψία καμιά,
σε σκακιέρα συμμάχων τούς κάναν πιόνια
και παιχνίδι στην πλάτη τους παίξαν κρυφά.

Αμειβόμενες έρχονται οι προξενήτρες,
ψωραλέα γαϊδούρια σαν άτια υμνούν,
του συστήνουν και άγνωστους από την πόλη,
για σπουδαία και πλούσια σόγια μιλούν.

Ποιον να βρει να διαλέξει ο γέρο-Μανώλης –
και η Δέσπω δε θέλει να φύγει μακριά –
απαιτήσεις δεν έχει, πολλά δε ζητάει,
πάνω απ’ όλα, ο νέος να έχει ανθρωπιά.

Επιτέλους ο γάμος, το ράφι στην άκρη,
το μη χείρον ο νέος, παιδί τού χωριού,
της Δεσπούλας η τύχη ριγμένη σαν ζάρι,
μουδιασμένη ελπίδα σωστού τυχερού.

Απ’ την τρίτη βδομάδα το πρώτο σημάδι,
σ’ έναν λόγο απλό, μια αιτία μικρή,
του ανθρώπου η γλώσσα γεμάτη φαρμάκι.
Και οι θειές ορμηνέψανε υπομονή.

Ξεδιπλώθηκαν κι άλλα, μικρά και μεγάλα,
στου ανθρώπου τη σκέψη στραβές οι βουλές,
κάθε λίγο βουρκώνουν της Δέσπως τα μάτια,
στην καρδιά της κρυάδα, χαμένες χαρές.

Μαραζώνει η Δέσπω στου κόσμου τη σφύρα,
δεν τολμά να διαρρήξει αιώνων δεσμά,
των ηθών οι χαλκάδες ορίζουν τη μοίρα.
Του ανθρώπου η αξία βαδίζει αργά.

Δεκατέσσερα γίνανε πλέον τα χρόνια,
οι δυο γιοί τής Δεσπούλας η μόνη χαρά,
τα λατρεύει κι ο γέρος τα δυο του εγγόνια.
Μα τις νύχτες με πόνο μονάχος μιλά:

Σαν ξεσπάσει βαριά δυστυχία στον τόπο
και τα άξια άλογα αφανιστούν,
τα κατώτερα βγαίνουν μπροστά να τραβήξουν,
τα γαϊδούρια μεγάλη αξία αποκτούν.
                                              
                                            

«Όταν πεθαίνουν τ’ άλογα, παίρνουν αξία τα γαϊδούρια» παροιμία

                                            Ο γέρο-Μανώλης έκλεισε τα μάτια του το 1964, παραμι-
                                            λώντας στα τελευταία του για το κρίμα που τον βάραινε.
                                            Η Δέσπω πέθανε το 2010, με τη βεβαιότητα πως, ό,τι κι αν 
                                            πέρασε, ήταν γραμμένο …

                                                

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Το γιατί και το διότι

Αυτοί αποφασίζουν, αυτοί τα λογαριάζουν, 
ποιους θέλουν απολύουν, ποιους θέλουν καταργούν,
τους άσπονδους εχθρούς τους τώρα τους αγκαλιάζουν,
παλιές επιλογές τους δεινά τις λοιδορούν.

Δικά τους λίγο-λίγο τα σπίτια και τ' αμπέλια,
τα έχουν παραλάβει να τα διαχειριστούν,
τους Άλλους θα ρωτήσουν πώς έχουνε τα κέφια,
αν θέλουν τα νοικιάζουν, αν θέλουν τα πουλούν.

Κι υπήκοοι στημένοι μπροστά σε παπαγάλους,
κουζίνες, αστρολόγους και μπούστα ανοιχτά,
με χέρια σταυρωμένα κοιτάζουν φελλοκάλους,
ακόμα θρονιασμένους σε πόστα παχυλά.

Μπροστά τους παρελαύνουν και τόσοι καιροσκόποι,
πανεύκολες αρνήσεις, συνθήματα κενά,
και βγήκανε και φίδια, χυδαίοι δημοκόποι,
με άτεχνα κρυμμένα μαχαίρια φονικά.

Εκείνους που για χρόνια διαβλέπαν τους κινδύνους,
και δείχνανε τα λάθη στρεβλής πολιτικής,
τους βάζαμε στην άκρη, τούς βλέπαμε Φρυνίχους.
Και τώρα βρες, πολίτη, σε ποιον να βασιστείς.