Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Χρέος


Στις βεβαιότητές του γαντζωμένος,
μες στις ιδέες του οχυρωμένος,
τον κόσμο έβλεπε με διόπτρες,
τυφλά εμπιστευόταν τους επόπτες.

Και τώρα μπρος του η πικρή αλήθεια
του κονιορτοποιεί τα παραμύθια.
Οι βεβαιότητές του διαλυμένες
και οι ιδέες του παρωχημένες.

Πώς να σηκώσει την πικρή αλήθεια
και πώς ν’ αντέξει την ασχήμια,
με βεβαιότητες γαλουχημένος
και στις ιδέες αφοσιωμένος;

Μέσα στη στάχτη και τ’ αποκαΐδια
κατάματα κοιτάζει την αλήθεια.
Πόσο αλλιώτικα του τά ’δειχναν οι διόπτρες
και πόσα ψέματα του λέγαν οι επόπτες.

Καταλαβαίνει μέσα του το Χρέος
κι ελευθερώνει την ψυχή του απ’ το δέος.
Ας είναι όποια θέλει η αλήθεια!
Δε θ’ ανεχτεί ποτέ του την ασχήμια…


Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Αγωνιστικά...


                                                                            στον Θανάση
Η δουλειά μου στο γραφείο σε αγχωτικό ρυθμό,
δώδεκα δουλεύαν πέρσι, απομείναμε οχτώ,
το αφεντικό φωνάζει, βρίζει τους πολιτικούς
και ξανά θα ψαλιδίσει τους κομμένους μας μισθούς.

Από τη δουλειά στο σπίτι κι απ’ το σπίτι στη δουλειά,
διάθεση καμιά δεν έχω όπως κάποτε παλιά,
στο διαδίκτυο το βράδυ ψάχνω κάτι για να βρω
και αντί να χαλαρώσω, στην κατάθλιψη βουτώ.

Πλήθη γράφουν στις οθόνες, καταγγέλλουν, λοιδορούν,
την κατάσταση της χώρας χρόνια διεκτραγωδούν,
τους υπαίτιους χλευάζουν, γράφουν πράγματα βαριά,
φεϊσμπούκια,  τουιτέρια κάθε μέρα στη φωτιά.

Κάθισα κι εγώ να γράψω στίχους αγωνιστικούς,
τα παλιά να ξεσκονίσω με παλμούς νεανικούς,
βρίσκω ρήσεις των αρχαίων, παροιμίες ταιριαστές
και τσιτάτα ξεχασμένα από άλλες εποχές.

Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω και τους φίλους μελετώ,
στη δική μου τη γωνίτσα απ’ τους άλλους καρτερώ.
Κάποιοι άλλοι ν’ αντιδράσουν, όρθιοι να σηκωθούν,
κάποιοι άλλοι να κινήσουν, σθεναρά ν’ αγωνιστούν...


Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Άρνης


Νεκρός απόψε βρέθηκε ο Άρνης,
παράξενα γαυγίζαν τα σκυλιά.
Αγέραστος ο άτυχος τσοπάνης,
κρυφό εχθρό του είχε την καρδιά.

Τον είχαν Αριστείδη βαφτισμένο,
μα του κολλήσανε το Άρνης στο σχολειό,
από μικρός είχε το όχι αγαπημένο.
Και ήταν ένα σπάνιο μυαλό.

Μα στο Γυμνάσιο πενήντα μόνο μέρες,
δεν άντεξε καλούπια, προσβολές,
πήρε το όχι του μακριά απ’ τις φοβέρες
κι από τα δώδεκα σε χίλιες δυο δουλειές.

Δε σήκωνε φωνές και επιπλήξεις,
δεν ήτανε ν’ ακούει αφεντικά,
στις αδικίες ζωηρές τις αντιρρήσεις,
κι όλο καινούρια έψαχνε δουλειά.

Τη βρήκε τη διέξοδο μονάχος
με πέντε γίδια, όλα κι όλα, αρχικά.
Της ακριβής ελευθερίας μονομάχος,
γεμάτη η ψυχή του στα βουνά.

Σιγά-σιγά αυγάτισε τα γίδια,
μεγάλωσε τα τρία του παιδιά,
τους μίλησε νωρίς για την ουσία,
πώς να χορταίνουν της ζωής την ομορφιά.

Ξεστόμιζε ατόφια την αλήθεια
και αγνοούσε των αυτιών την αντοχή,
αποδομούσε δεδομένα παραμύθια
και λοιδορούσε των πολλών την ανοχή.

Τον χαίρονταν, μα είχαν κι έναν φόβο,
οι λίγοι που του ήταν φιλικοί,
οι άλλοι δεν τον ήθελαν καθόλου
κι η καλημέρα τους ψυχρή και τυπική.

Νεκρό τον βρήκαν σήμερα τον Άρνη,
με ανακούφιση το άκουσαν πολλοί.
Σε άνθρωπο, κακό δεν είχε κάνει,
μα είχε γλώσσα τσουχτερά αληθινή.


Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Μεθαυριανή Ασφάλεια


– Μια κάμερα στη σάλα
και μια στο μπαλκονάκι,
μια τρίτη στην κουζίνα
και μια στην αποθήκη.
Καλύπτουν επαρκώς την επιτήρηση.
Και εννοείται πως δεν έχετε αντίρρηση.

– Αντίρρηση εγώ; τι λέτε κύριε Διοικητά;
Δε θέλω νά ’χετε καμία υποψία,
είμαι φιλήσυχος πολίτης
και θέλω να το ξέρει η Εξουσία.

Ανέκαθεν εγώ νομοταγής,
να νιώθω θέλω ασφαλής –
συγγνώμην να το πω σωστά –
να νιώθει θέλω η Εξουσία,
κι εγώ μαζί της, Ασφαλής!


Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Εξετάσεις


Όλοι στα ίδια σχεδόν, στη μικρή την κωμόπολη, 
βίοι παράλληλοι, όμοια ζωή,
λίγα τα πρόβατα, λίγα τα κτήματα,
και μεταξύ τους οι πάντες γνωστοί.

Πλήθος παιδιά στο σχολειό τής κωμόπολης,
μα στο Γυμνάσιο λίγοι, καλοί,
άλλοι στα πρόβατα, άλλοι στα κτήματα,
ούτε μαθήματα ούτε βαθμοί.

Η Ανδρομάχη μαθήτρια άριστη,
ένα υπόδειγμα στη διαγωγή,
και στο Γυμνάσιο μα και στα κτήματα
εργατική και σε όλα σωστή.

Ήρθε με δύναμη στις πανελλήνιες,
κλίση και πόθος της, ιατρική,
θέματα δύσκολα, όμως πανέτοιμη,
μες στα βιβλία της από μικρή.

Μόνο στην έκθεση λέξη αμφίσημη,
κάποιοι το θέμα το πήραν αλλιώς,
στην οδηγία η μία περίπτωση,
και για εκείνους μικρός ο βαθμός.

Της Ανδρομάχης ο στόχος ανέφικτος
και των σπουδών της οι πόρτες κλειστές,
απογοήτευση, τ’ όνειρο ψεύτικο
και των δικών της οι σκέψεις πικρές.

Λίγοι συμπάθησαν, λίγοι συμπόνεσαν
τέτοιο κορίτσι να μείνει εκτός,
όμως οι γλώσσες μικρών και κακόψυχων,
βόρβορος γίνανε και οχετός.

- Άριστη, άριστη κι όμως απέτυχε!
- Δε θα μας γίνουνε κι όλοι γιατροί!
- Κόρη τής …Χάιδως, μεγάλη απαίτηση!
- Ας απομείνουν στα ίδια κι αυτοί…

Δεύτερος χρόνος, καινούρια προσπάθεια,
μ’ επιμονή στον αγώνα ξανά,
πείσμα και πίστη να γίνει το όνειρο
και στους δικούς της να δώσει φτερά.

Άριστα σ’ όλα, μεγάλη δικαίωση,
πόρτες ορθάνοιχτες για τις σπουδές,
άνθρωπος άξιος με αφοσίωση
για το λειτούργημα, ήθος κι αρχές.

Όλοι ευχές, περισσέψαν οι έπαινοι,
ζήλεια και φθόνος κρυφτήκαν καλά,
στο φτωχικό τα μικρά τα διέγραψαν,
πάντοτε είχαν μεγάλη καρδιά.
                               
                               Η Ανδρομάχη, συνταξιούχος πια, μετά από
                               35 χρόνια προσφοράς, και στους ανθρώπους
                               τής κωμόπολης.


Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Είκοσι χρόνια


Είκοσι χρόνια!
Κι έξαφνα μπρος μου εκείνη!
Μ’ ένα πανέμορφο στην αγκαλιά.

Σίγουρα ήταν εκείνη.
Στάθηκε δίχως να βγάλει μιλιά.
Όμως λαλίστατο είχε το βλέμμα,
κι όσα ξεσκέπασε, αληθινά:

(Ήταν δικές σου οι όμορφες λέξεις
που με τυλίξανε σαν πυρκαγιά,
τι τρυφερές οι γλυκές υποσχέσεις,
κι άνθισε η ζήση μου σαν μυγδαλιά.

Ήσουν εσύ που θερμά την ξεκίνησες
μες στην ψυχή μου μεγάλη γιορτή,
ήσουν εσύ που ψυχρά την τελείωσες
κι έγινε πάλι η ζωή μου πεζή.
Μες στη δική σου ψυχή, πώς εξήγησες,
δίχως αιτία φυγή σιωπηρή;)

Έτσι μου μίλησε με τη μορφή της,
λέξη δε βρήκα καμιά να της πω.

Πήρε το βλέμμα της και τη σιωπή της,
τράβηξε ίσια με βήμα κοφτό.
Γύρισε μόνο τ’ ωραίο παιδί της,
μού ’κανε γεια μ’ ένα γέλιο γλυκό.

                  (Στίχοι αφιερωμένοι στο φίλο Θ., το μοναχικό).


Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Χόμο Χιρόσιμους


Άφησες πίσω αδέρφια, ξαδέρφια,
ζούγκλες, σαβάνες, πυκνόφυλλα δέντρα,
βρήκες τον τρόπο να χτίσεις καλύβες.
Κράτησες μέσα σου τους χιμπατζήδες.

Έμαθες μες στα θηρία το φόβο,
λάβα σπασμένη αγχέμαχο όπλο,
των εργαλείων δεινός εφευρέτης
και στο νερό θαρραλέος ερέτης.

Κόπος αδιάλειπτος η εμπειρία
κι από κοντά σου λαβή η θρησκεία,
ο πονηρός, τού θεού ο μεσίτης,
τρέξε εσύ και αγρότης και χτίστης.

Μες στα χωριά οι καλοί και οι άλλοι,
πότε τραγούδια και πότε η πάλη,
Κάιν ακμαίοι στο νόμο τής βίας,
κλέη απάνθρωπα της Ιστορίας.

Αγωνιστής, φοβερός χειρομάχος,
πότε με άλλους και πότε μονάχος,
πολιτισμός στων αιώνων τη δίνη,
μέσα στην πρόοδο και η οδύνη.

Χιλιετίες, μυριάδες σελίδες.
Πάντα στο αίμα σου οι χιμπατζήδες.
Πνεύμα και πόλεμος όμοιο το βήμα.
Και η κατάληξη στη Χιροσίμα.