Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2021

Ίσως στα εκατό

 
Ο χωριανός ο Γιόργκης, ο παραγκωνισμένος,
με λάθη και βλακείες  βαριά εκτεθειμένος,
ξανάρχισε τα λόγια–αεροθεωρίες·
επίγνωση καμία για τόσες αβαρίες.

Τον ξέρουν οι δικοί του, τον ξέρουν και οι ξένοι,
το βλέπουν πως ακόμα ο ίδιος παραμένει.
Σε τρεις δεκαετίες, πιστεύουν, θα γεράσει,
εκεί στα εκατό του μπορεί να ωριμάσει.
 

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2021

Τραγούδι μιας Κυριακής

 
Ήτανε κρύα Κυριακή,
οι δρόμοι γύρω ερημωμένοι,
και ξάφνου φίλοι καρδιακοί
από μακριά ταξιδεμένοι.

Τα βλέμματά τους καθαρά
γεμίσανε το σπιτικό μας,
τα λόγια όπως και παλιά·
ανέβηκε το ηθικό μας.

Μας ήρθαν φίλοι καρδιακοί,
και πιάσαμε γλυκά τραγούδια,
ας ήταν κρύα η Κυριακή,
ανθίσαν γύρω μας λουλούδια.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2021

Με τους υπόλοιπους

 
Τουρκοκρατία ζοφερή,
κομμένα τ’ απροσκύνητα κεφάλια,
αιώνες ώσπου λίγοι τολμηροί
να οργανώσουνε βουνά και ακρογιάλια.

«Ελευθερία ή θάνατος»,
το σύνθημα σκληρό και ορκισμένο,
του έθνους ο παλμός αθάνατος,
το φως ζητάει Γένος σκλαβωμένο.

Επίμονος αγώνας φονικός,
γενναίοι λιγοστεύουν στα πεδία,
κανόνας Ιστορίας κυνικός:
Ο θάνατος τοξεύει την ανδρεία!

Σαν ήρθε η μεγάλη λευτεριά,
μεγάλος κι ο καινούριος ο αγώνας,
τα παλληκάρια που ’χουν μείνει, λιγοστά.
Με τους υπόλοιπους θα πάει ο αιώνας…

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2021

Ζωίτσα

 
Εικοσιτρία η Ζωίτσα, στο σπίτι βάσανο πικρό,
βαλαντωμένοι οι δικοί της· πότε θα βρίσκανε γαμπρό;
Κανένα άγχος η Ζωίτσα, πανέμορφη και γελαστή,
σταμάτησαν οι προξενήτρες, είχανε πλέον βαρεθεί.

Για ένα θέλημα τυχαίο, στο σπίτι τους κάποια φορά,
και η Ζωίτσα ανθισμένη με υποδέχτηκε θερμά,
γλυκό-δαμάσκηνο, δικό της, το κέρασμα εθιμικό,
για το σχολείο ερωτήσεις, το ενδιαφέρον στοργικό.

Το κοίταγμά της μες στα μάτια μαγνητισμένη ταραχή,
και φεύγοντας, μια χειραψία. Αργά η τρυφερή αφή.
«Κι όταν θελήσεις, να ξανάρθεις, ας είμαστε και μακριά,
σαν τη δική σας είναι ωραία και η δική μας γειτονιά!»

Στα δεκαέξι μου τα χρόνια τέτοιοι ρυθμοί πρώτη φορά
και στο λαιμό μου μία φλέβα δε σταματούσε να χτυπά.
Τη νύχτα όνειρο μεγάλο με τη Ζωίτσα στην πηγή,
στην ανηφόρα χέρι-χέρι. Κι ένιωθα ίδια την αφή!

Αιτίες εύρισκα και τρόπους για την απάνω γειτονιά
με τη Ζωίτσα στην αυλή της· άφηνα τ’ άλλα τα παιδιά.
Σαν μαγεμένος τη ζητούσα, εκείνη χαμογελαστή.
Και ύστερ’ από δυο βδομάδες οι δυο μας στην κρυφή πηγή!

Όπως και στ’ όνειρο αντάμα, στα χέρια τρυφερή αφή,
αμήχανος την καρτερούσα κάτι εκείνη να μου πει.
Άρχισε να μου ψιθυρίζει τραγούδι όμορφο παλιό
για κάποια κόρη πού ’χε φέρει σ’ ένα παιδί καημό γλυκό.

Τα μάτια μου μες στα δικά της. Ξάφνου απότομη σιγή.
Σε κάποια αραιά δεντράκια μια παρουσία αισθητή.
Με τράβηξε στην κατηφόρα στο μονοπάτι το στενό,
η βιαστική επιστροφή μας σαν επικίνδυνο κρυφτό.

Μια στάση στο πεσμένο πεύκο, ανάσα πήραμε βαθιά,
έπρεπε πλέον για τα σπίτια να κινηθούμε χωριστά.
Το χέρι της στο πρόσωπό μου. Κι ένα φιλί, για μια στιγμή!
Απόμεινα μαρμαρωμένος, καθώς χανόταν στη στροφή.

Βαριά κυλήσανε τρεις μέρες και πήρα την ανηφοριά
να δω και πάλι τη Ζωίτσα εκεί στην πάνω γειτονιά.
Έφερα γύρω την αυλή της. Το σπίτι έρημο, κλειστό,
και μια γειτόνισσα, με άχτι: δε μένει πια κανείς εδώ.

Δεν τόλμησα να τη ρωτήσω το πώς και τι είχε συμβεί,
μπορεί να ήταν η αιτία η παρουσία στην πηγή.
Από την άφατη χαρά μου ξάφνου σε μαύρη μοναξιά,
σαν οδοιπόρος που μπροστά του απλώθηκε η ερημιά.

Δύσκολες έγιναν οι μέρες, όλο σ’ εκείνη το μυαλό,
κάποια της είδηση ποθούσα, ένα της μήνυμα καλό.
Πλησίασα τον ταχυδρόμο μην ξέρει κάτι να μου πει·
μονάχα κάποια εικασία πως πήγε στην Αμερική.

Απογοήτευση και φόβος, στη μοναξιά μου σταθερά,
μέσα στα φύλλα των βιβλίων πολλά στιχάκια φλογερά,
την έφερνα στα όνειρά μου κι όλο θυμόμουν την αφή,
το κοίταγμά της μες στα μάτια, το στιγμιαίο της φιλί.

Οι μέρες γίνανε βδομάδες, οι μήνες κύλησαν αργά.
Βαρύ το νέο τής Ζωίτσας: είχε χαθεί στην ξενιτιά.
Σιγά-σιγά μέσα στο χρόνο έκλεινε η βαθιά πληγή,
με τις καινούριες γνωριμίες ξεθώριασε η προσμονή…

Τα χρόνια πήραν το ρυθμό τους, οι εμπειρίες σωρηδόν,
στου βίου τον τρανό αγώνα ποιος προλαβαίνει το παρόν;
Η εργασία και ο γάμος, οι μέριμνες για τα παιδιά,
η μνήμη τις επιλογές της· τι απορρίπτει, τι κρατά;

Απανωτές δεκαετίες, οι ηλικίες προχωρούν
με τα πενήντα να καλπάζουν, με τα εξήντα ν’ απειλούν.
Και τώρα στα εξηνταέξι, στη βόλτα με τον εγγονό,
με καλημέρες κι ερωτήσεις στο αλησμόνητο χωριό.

Συνηθισμένες απαντήσεις μαζί και νέα τού χωριού,
ποιοι έρχονται και ποιοι θα φύγουν τις μέρες τού καλοκαιριού.
Την τελευταία τού Αυγούστου ανηφορίζανε μαζί
μία γιαγιά μ’ ένα κορίτσι που το φωνάζανε Ζωή.

Πενήντα χρόνια σκεπασμένα παραμερίσανε μεμιάς,
μπροστά μου είχα τη Ζωίτσα στη θέση μιας καλής γιαγιάς.
Τα μάτια μίλησαν αμέσως, το στόμα τι να πρωτοπεί,
πώς όλα κόπηκαν μια μέρα σ’ εκείνη την κρυφή πηγή!

Οι λέξεις βγήκαν ραγισμένες, αμήχανες χωρίς ειρμό,
απόμεινε μονάχα ένα: σε λίγο φεύγει απ’ το χωριό.
Επίμονη η χειραψία, μιλούσε η παλιά αφή,
πενήντα χρόνια μες στη μνήμη. Μαζί κι εκείνη η ταραχή!

(ιστορίες τού χωριού)

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2021

Δικτυομηνία

 
Φοβερή δοκιμασία,
μέγιστος ο πανικός,
έξι ώρες(!) δίχως φέις
ο πλανήτης αδειανός!

Τέτοια δικτυομηνία
ήτανε πρωτοφανής,
έξι ώρες δίχως φέις
πώς μπορείς να τ’ ανεχτείς!

Τρία δισεκατομμύρια
σπεύδουν καθημερινά
να διαβάσουνε, να γράψουν
και να πουν προσωπικά.

Έξι ώρες αγωνία
μήπως και δεν ξαναρθεί.
Μέρα – νύχτα στις οθόνες
πλήθη έχουν εθιστεί.

Φόβος και στις εξουσίες
μη γυρίσουν στα παλιά,
να πληρώνουνε χαφιέδες
που μαθαίνανε πολλά.

Τώρα έτοιμες τις βρίσκουν
τις ιδέες των πολλών,
ποιες φιλίες, πού πηγαίνουν,
πώς κοιμούνται και τι τρων!

Μπόρα ήτανε και πάει,
μπήκαν όλα στη σειρά,
οι καρδούλες, τα μ’ αρέσει
με τα τζιφ και τα χαχα!

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2021

Συνέχεια

 
Με νόμους δοτούς ψαλιδίζει
Συντάγματος άρθρα ρητά,
το κνούτο συχνά ανεμίζει,
γι’ ασφάλεια πάντα μιλά.

Σε καίριες θέσεις πιασμένη,
ερείσματα έχει γερά
η χούντα, ποτέ δεν πεθαίνει,
προσχήματα βρίσκει πολλά.

Ποικίλοι μικροί εστεμμένοι
χαλκεύουν δεσμά φανερά.
Θεσμοί με αγώνες στημένοι
σαν σώματα μένουν νεκρά.
Υπήκοοι παγιδευμένοι
κρατούν τα κεφάλια σκυφτά. 

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2021

Απολίτιστοι και πολιτισμένοι


Σε κάποιο κοντινό βουνό κατέφθασαν οι εκδρομείς,
μικροί-μεγάλοι να χαρούν τις ομορφιές τής εξοχής.
Είχαν κι ωραία φαγητά, περάσαν όλοι τους καλά,
στο τέλος παρατήσανε στα χόρτα τα σκουπίδια τους,
χωρίς καμία ενοχή γυρίσανε στα σπίτια τους.
Αχρείοι, ακαλαίσθητοι, ελεεινοί, αναίσθητοι.

Ύστερα ήρθαν στο βουνό οργανωμένοι «εκδρομείς»
και γίνανε απρόσκοπτα κατακτητές τής κορυφής.
Αφού την ισοπέδωσαν και την τσιμεντοστρώσανε,
γιγαντιαίες σιδεριές στα γρήγορα υψώσανε.
Αυτοί δεν είναι άθλιοι όπως οι άλλοι εκδρομείς,
είναι καλοί επενδυτές και άνθρωποι περιωπής!...