Κυριακή, 28 Ιουνίου 2020

Ήθη δυναστών


Δεκαετία 1880. Εφτά γυναίκες τιμωρημένες επειδή αντιμίλησαν, βρίσκονται κλειδωμένες στο κωδωνοστάσιο τού χωριού. Δένουν τις ζώνες τους διαδοχικά, για να τις κάνουν σκοινί και  ν’ ανεβάσουν το βρέφος τής Σιαπράζενας να το θηλάσει.
_______..._______..._______..._______..._______
Δέστε καλά την κόρη μου, το νου σας τα χεράκια της,
φωνάζει η Σιαπράζενα,
να μη τριφτούνε τα σκοινιά στα μαγουλάκια της.

Αργά-αργά, να μη σκιαχτεί το τρυφερούδι μου,
θά ’ναι κι η πείνα του πολλή,
αβύζαχτο απ’ το πρωί το αγγελούδι μου.

Χασκογελάει ο αγάς που τυραννιούνται οι μάνες,
απολαμβάνει τη σκηνή·
εφτά κρατάει έγκλειστες απάνω στις καμπάνες.

Να μη χαρείς, βρωμάνθρωπε, κακούργε χασομέρη,
χειμώνα έχεις στο μυαλό,
μα όρθιο να μη σε βρει ξανά το καλοκαίρι.

Τον καταριέται η Σταθού η μαυροφορεμένη
απάνω απ’ το καμπαναριό,
δεύτερη μέρα φυλακή, ξανά τιμωρημένη.

Ύστερα πιάνουν τις ευχές οι μυριαδικημένες
και κανακεύουν το μικρό
μ’ ένα τραγούδι σιγανό για μέρες λυτρωμένες.

Οι μήνες να κυλήσουνε, βλαστάρι μου να ζήσεις,     
να μεγαλώσεις γρήγορα
και τύραννο στο διάβα σου ποτέ μην αντικρίσεις.
_______..._______..._______..._______..._______

Από χειρόγραφο ντοκουμέντο:
«…Τους μεν άνδρας τούς εφυλάκιζον εις τους αποπάτους, τας δε γυναίκας  εις το κωδωνοστάσιον, όπου ανεβίβαζον τα βρέφη των και δη εν καιρώ δριμυτάτου χειμώνος, τα ανεβίβαζον δια να τα θηλάσουν.
Ιδίοις όμμασιν είδον γυναίκας φυλακισμένας εις το κωδωνοστάσιον, έδεσαν τα ζωνάρια των το έν μετά το άλλον, έδεσαν το παιδί τής Σιαπράζαινας, το ανεβίβασαν και το εθήλασεν η μητέρα του Σιαπράζαινα…».

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

Αλήθεια και συναλλαγή


Το σκάνδαλο πρωτοφανές, η αποκάλυψη σεισμός,
αποπομπή τού υπουργού, κομματικός ορυμαγδός.
Κι έγινε ξάφνου όνομα ο τολμηρός ερευνητής,
ο μέχρι τότε άγνωστος συνήθους ύλης κομιστής.

Σε δύο μήνες δεύτερη σπουδαία αποκάλυψη
το πώς οι άλλοι συνεργοί προσπάθησαν συγκάλυψη.
Ξανά χειροκροτήθηκε ο τολμηρός ερευνητής,
δυναμικά προβλήθηκε σαν της αλήθειας μαχητής.

Άγνωστο ποια συμφέροντα οδήγησαν τους εντολείς
και ποιους ενόχους κάλυψαν οι σκοτεινοί υποβολείς.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε ποιος ήτανε ο αυτουργός,
πόσους μισθούς εισέπραξε εν μια νυκτί ο «τολμηρός».

Αλήθεια και συναλλαγή. Το ανεκτό και το μεμπτό.
Ποια μέσα αγιάζονται για έναν σοβαρό σκοπό;

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

Γιορτές στο ήμερο νησί


Σε κάποιο μακρινό νησί οι άνθρωποι δεμένοι,
φιλόκαλοι, εργατικοί και πάντα μονιασμένοι.
Για όσα τούς αρέσανε, γι’ αυτά που εκτιμούσαν
εννιά γιορτές ορίσανε και όλοι τις τιμούσαν.

Η πρώτη, η λαμπρότερη, γιορτή για την Πατρίδα,
σ’ εκείνη είχαν σιγουριά, σ’ αυτήν και την ελπίδα.
Γιορτή και για το Παρελθόν, για όλους τους Προγόνους,
το πώς τραβήξαν στη ζωή, πυξίδα γι’ απογόνους.

Η τρίτη, γλυκονόματη, γιορτή τής Καλοσύνης
κι από κοντά η τέταρτη, γιορτή Δικαιοσύνης.
Στην πέμπτη εκτιμούσανε της Γνώσης την ουσία,
στην έκτη – την πρωτότυπη – του Γέλιου την αξία.

Για τα ωραία τ’ ουρανού γιορτή τα καλοκαίρια –
τον Ήλιο, την Πανσέληνο, το Άπειρο, τ’ Αστέρια.
Και για τη γη τους μια γιορτή, σε προσεγμένη μέρα –
για το Νερό και τους Αγρούς, τα Όρη, τον Αέρα.

Η τελευταία τής χρονιάς, μεγάλη σαν την πρώτη,
η περηφάνια των παλιών, το χρέος για τη νιότη,
πάνω απ’ όλα τ’ αγαθά, η μέγιστη αξία·
γιορτή λαμπρή, διήμερη για την Ελευθερία!

Ποιήματα και θέατρα, χοροί, ευχές, τραγούδια,
στο πόδι όλοι στις γιορτές, και στις ψυχές λουλούδια.
Είχανε και μικρές γιορτές για κάθε μια χαρά τους,
οι άνθρωποι τη ζούσανε μ’ όλη τη γειτονιά τους.

Και μία μέρα στο νησί ήρθανε κάποιοι ξένοι,
θαλασσοπόροι βλοσυροί γερά εξοπλισμένοι.
Είπανε πως θα μείνουνε κι αυτοί στην Πολιτεία,
χρυσάφι θέλανε να βρουν κι αρχίσανε με βία.
Φέραν κι ιεραπόστολους κηρύγματα να πούνε,
κι αυτοί απαίτησαν γιορτές αλλιώτικες να βρούνε.

Οι κάτοικοι απόλεμοι για χρόνια στο νησί τους,
μα γνώριζαν το Παρελθόν καλά απ’ τη γιορτή τους.
Όλοι μαζί οργάνωσαν του Γέλιου τα αστεία,
μεταμφιέσεις κωμικές, παλιάτσοι, φασαρία.

Οι ξένοι, αν και βλοσυροί, κινήσαν να γελούνε
και με το άφθονο κρασί αρχίσαν να μεθούνε.
Εύκολα πιάσανε δουλειά οι μεταμφιεσμένοι
κι οι ξένοι όλοι βρέθηκαν στη θάλασσα ριγμένοι.

Ελεύθεροι οι άνθρωποι στη λατρεμένη γη τους
μ’ ενότητα και σύμπνοια στο ήμερο νησί τους.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

Διασημοποίηση


Δέκα σελίδες το πολύ θα ήταν αρκετές,
γι’ αυτά που ήθελε να πει ο δοκιμιογράφος,
μ’ ακόμα και οι εκατό τού ήταν λιγοστές·
ανομολόγητα γλυκός ο τίτλος πολυγράφος!

Διακόσιες δέκα τελικά σελίδες τυπωμένες,
εξώφυλλο πολύχρωμο, εντυπωσιακό,
οι γνωριμίες του πολλές, καλά δικτυωμένες
και σχόλιο-διθύραμβος στο περιοδικό.

Δεύτερος τόμος, συναφής, πληθώρα οι σελίδες,
ο τρίτος και ο τέταρτος γραφτήκανε γοργά,
προβλήθηκε το όνομα σε δυο εφημερίδες
και γίνανε ευρύτερα τα έργα του γνωστά.

Παλιός βιβλιοκριτικός σε έντυπο λιτό,
ένα προς ένα έκρινε τα τέσσερα βιβλία,
με άφθονες παραπομπές και λόγο πειστικό
κατέδειξε το άχυρο και την πολυλογία.

Στα έντυπα ξεκίνησε ανταλλαγή πυρών,  
σκοπίμως κάποιοι κράτησαν τόνους εκτός ορίων.
Είναι η παλαιότατη τέχνη των αγορών·
πώς γίνονται πασίγνωστα ονόματα μετρίων.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2020

Ο τρελός τού χωριού


Για κηδεία καλεί του χωριού η καμπάνα,
τον Αλλούδη τον βρήκανε χτες το πρωί
στο γεφύρι κοντά, στην παλιά βρυσομάνα·
δύο μέρες τα ίχνη του είχαν χαθεί. 

Επί χρόνια «τρελός τού χωριού» ο Αλλούδης,
μόνο τρεις τον πειράζανε νυχθημερόν,
ο φιδιάς, ο σφηκόλακας και ο καφρούδης·
στην προπέτεια πλούσιο το παρελθόν.

Κάπου-κάπου τον φέρναν σε θέση να κλαίει,
και το γέλιο τους άθλιο και βροντερό,
μα κανείς τόσα χρόνια κουβέντα δε λέει,
τι να πουν – δε βαριέσαι – για έναν τρελό…

Σοβαροί συνοδεύουν πολλοί στην κηδεία,
συζητώντας αδιάφορα για τον καιρό,
μα οι τρεις που τα θέλουνε όλα αχρεία,
με τα νεύματα ψάχνουν το νέο «τρελό».

Από αύριο πρέπει καινούριο να βρούνε,
είν’ επείγον γι’ αυτούς ο «τρελός» να βρεθεί,
μη τυχόν και προλάβουν οι άλλοι να δούνε
πως οι χείριστοι είναι μονάχα αυτοί.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2020

Της τηλοψίας


Των μικροφώνων εραστές
οι παντογνώστες κι οι κριτές,
οι κήρυκες και τιμητές
οθονοθρονιασμένοι.
Με γνωματεύσεις ειδικού
επί παντός τού επιστητού,
και διασπορείς τού πανικού
κιτρινομαθημένοι.

Διύλιση κι επιμονή
γι’ ασήμαντες ειδήσεις,
με άνεση, χωρίς ντροπή
για τις αποσιωπήσεις.

Ο δε κυρίαρχος λαός –
και φωνακλάς και βολικός –
κάποτε μένει ενεός,
μ’ ακόμα τους προσέχει.
Κάποια ωραία και σωστά
αδιάφορα τα προσπερνά,
μα στη σαβούρα ποσοστά!
Τι άραγε να φταίει;

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2020

Εξευγενισμός


Ευγενικός και προσηνής,
σεμνός και καλλιεργημένος.
Αγνώριστος ο Στεφανής
για χρόνια εξαφανισμένος.

Τον βλέπουν όλοι κι απορούν
που ήρθε τόσο αλλαγμένος
αυτός που ήταν προπετής,
εγωιστής και επηρμένος.

Αγνώριστος ο Στεφανής,
ήμερο το χαμόγελό του,
αποδεκτός και συμπαθής.
Σαν κάποιο φως στο πρόσωπό του.

Είπανε όλοι τυχερός,
σαν είδαν και τη σύντροφό του,
ένα κορίτσι θησαυρός.
Στέκεται πάντα στο πλευρό του.

Ένα κορίτσι ζηλευτό
η συμπαθέστατη Ειρήνη,
στο πρόσωπό της το γλυκό
ανάγλυφη η καλοσύνη.

Ζευγάρι τόσο ταιριαστό
και οι περίεργοι ρωτούνε
πώς τόσο διαφορετικοί
μπορέσανε ν’ αγαπηθούνε.

Το φέρσιμο του κοριτσιού
καίριος ήταν καταλύτης,
βρήκε το φως ο Στεφανής
στην αγαθότατη ψυχή της.

Ταχύτατη η διαγραφή
στα νοσηρά φερσίματά του.
Βρήκε στα έγκατα του νου
θαμμένα προτερήματά του.     

Αυτά που είχαν νεκρωθεί
στου σπιτικού του την αρένα.
Οι ανερμάτιστοι γονείς
δεν υπολόγιζαν κανένα.

Ατμόσφαιρα πολεμική
με προσβολές και αντεγκλήσεις,
οι διάλογοί τους εχθρικοί
με φωνασκίες κι επικρίσεις.

Αγνώριστος ο Στεφανής.
Απ’ τα παλιά λευτερωμένος,
με την αγάπη οδηγό
απρόσμενα ημερωμένος.