Ήταν απόγεμα, γάμος – επίδειξη,
λούσα, στολίδια, ο κόσμος πολύς,
μέσα στο πλήθος γυρνούσα την πλήξη μου,
(προσκεκλημένος κι εγώ, συγγενής).
Χρονοτριβή στην πολύχρωμη σύναξη,
όλα κυλούσαν αργά, βαρετά,
ώσπου κοντά μου, τυχαία, απρόσμενα,
από τον Όμηρο μία θεά!
Κάλλους αρχαίου γενναίο υπόδειγμα,
Λήδα, Ελένη, Κλειώ, Ναυσικά,
τόσα ονόματα ήρθαν αυθόρμητα,
κι έσβησε η πλήξη μου στην ομορφιά.
Πρόσωπο θείο, χαμόγελο βάλσαμο,
όλο το είναι της μια ζωγραφιά,
του Παιωνίου γλυπτό αλαβάστρινο.
Μόνο στα μάτια της κάποια σκιά.
Αυτοπεποίθηση μέσα στη χάρη της,
όπως στεκότανε ευθυτενής,
δίπλα της σύζυγος ευπαρουσίαστος,
σίγουρα ήταν πολύ ευτυχής.
Κάποια στιγμή χαμηλόφωνος διάλογος,
κι εγώ ακούσιος ωτακουστής.
Είχε μια ένταση όπως ξεκίνησε,
μάλλον εκείνη τα νεύρα πολλά,
με ηρεμία εκείνος τής μίλησε.
Μάταιος κόπος. Η γλώσσα μακριά!
Βία στον τόνο της, λόγια ανοίκεια,
μία τραχύτητα φασιστική.
Ποιος θα περίμενε τέτοια αήθεια;
Καταλυπήθηκα τον …ευτυχή!
Αποτραβήχτηκα λίγο μακρύτερα
την παρατήρησα προσεκτικά.
Τ’ όμορφο πρόσωπο είδα καλύτερα.
Φίδι κρυφό στων ματιών τη σκιά!
Ω πλανημένα ανύποπτα θύματα,
δείτε βαθύτερα την ομορφιά.
Κρίμα μεγάλο να είστε αθύρματα
στης κακοήθειας την αγκαλιά.