Σε
ανάγκη δεινή ξαφνικά ο δυνάστης μου,
το
εγώ του, απρόβλεπτα, ρίχνει στο χώμα,
με
κοιτάζει, λες κι είμαι εγώ ο προστάτης του,
στο
γραφείο του στέκει, με κίτρινο χρώμα.
Κλονισμένη
υγεία και ψάχνει για έρεισμα,
ούτε
ένας κοντά του, σε δύσκολη ώρα.
Για
κανένα ποτέ του δεν έδειξε μέριμνα
κραταιός
προϊστάμενος – έρημη χώρα…
Βλοσυρός,
σκοτεινός κάθε μέρα στο πόστο του,
καλημέρα
σπανίως, χαμόγελο-πάγος,
παραγράφους
και άρθρα μονάχα στο λόγο του,
σ’
ό,τι είχα σωστό, ερευνούσε για λάθος.
Ο
αόρατος φράχτης που γύρω του έχτισε,
με
αγκάθια πλεγμένος, που μ’ είχαν ματώσει,
μέσα
σ’ ένα λεπτό, στον αέρα κατέρρευσε.
Ένας
άνθρωπος μπρος μου σταυρό θα σηκώσει.
Ω
εχθρέ, που απρόσμενα δίπλα μου έπεσες
και
μαζί σου γκρεμίστηκε κάθε μου μίσος,
ενοχές
απροσδόκητες ξάφνου μού θέριεψες,
ανεξέλεγκτα
καίνε η λύπη κι ο οίκτος.
Μες
στο βλέμμα το μήνυμα διάβασε ο άνθρωπος,
μ’
απορία κι οδύνη τα μάτια κοιτούνε,
με
πρωτόγνωρο τρόπο τού γνέφει η Άτροπος
και
του δείχνει - κι ας είναι αργά - πώς γελούνε…
Οι στίχοι
ανάβλυσαν από το εξαιρετικό διήγημα
της Μαρίας
Κανελλάκη «Μίτινγκ με την ξινή»,
που μου
αναζωπύρωσε μακρινές εμπειρίες…