της
Αργυρώς
Ήρθε
η νύχτα σαν χθες, σαν προχθές και σαν αύριο,
ίδιες
οι ώρες, το σπίτι μου ίδιο,
μόνη
και πάλι σαν χθες, σαν προχθές και σαν αύριο,
όμοιες
κινήσεις και σκέψεις το ίδιο.
Είναι
μεγάλες οι νύχτες, βαριές, σκοτεινόψυχες,
όσες
οθόνες και φώτα ν’ ανάψεις,
κι
αν, ειδημόνων και μη, οι συστάσεις καλόψυχες,
πώς
να μπορέσεις τη μνήμη να κάψεις;
Ήταν
ωραία τα χρόνια μ’ εκείνον, ανέφελα,
ονειρεμένη
η ευτυχία,
ώσπου
απρόσμενα, άκομψα, τόσο αναίτια
έφτασε
δύσμορφη η προδοσία.
Πέρασαν
χρόνια. Και δύο ακόμα προσπάθειες
της
μοναξιάς το φορτίο να ρίξω.
Όλα
καλά στην αρχή. Οι συνέχειες άθλιες!
Άραγε
πρέπει ξανά να ελπίσω;
Ήρθε
η νύχτα σαν χθες, σαν προχθές και σαν αύριο
μες
στη βουβή μου ελευθερία,
κι
όλο γυρνά στο μυαλό, τής γιαγιάς το τροπάριο:
δε
θά ’ρθει μόνη της η ευκαιρία…