Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Χόμο Χιρόσιμους


Άφησες πίσω αδέρφια, ξαδέρφια,
ζούγκλες, σαβάνες, πυκνόφυλλα δέντρα,
βρήκες τον τρόπο να χτίσεις καλύβες.
Κράτησες μέσα σου τους χιμπατζήδες.

Έμαθες μες στα θηρία το φόβο,
λάβα σπασμένη αγχέμαχο όπλο,
των εργαλείων δεινός εφευρέτης
και στο νερό θαρραλέος ερέτης.

Κόπος αδιάλειπτος η εμπειρία
κι από κοντά σου λαβή η θρησκεία,
ο πονηρός, τού θεού ο μεσίτης,
τρέξε εσύ και αγρότης και χτίστης.

Μες στα χωριά οι καλοί και οι άλλοι,
πότε τραγούδια και πότε η πάλη,
Κάιν ακμαίοι στο νόμο τής βίας,
κλέη απάνθρωπα της Ιστορίας.

Αγωνιστής, φοβερός χειρομάχος,
πότε με άλλους και πότε μονάχος,
πολιτισμός στων αιώνων τη δίνη,
μέσα στην πρόοδο και η οδύνη.

Χιλιετίες, μυριάδες σελίδες.
Πάντα στο αίμα σου οι χιμπατζήδες.
Πνεύμα και πόλεμος όμοιο το βήμα.
Και η κατάληξη στη Χιροσίμα.


Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η Ιστορία περιμένει


Η σιγουριά των ιδεών των παρελθόντων μας ετών
σε ποιο σκαλί κακοπεσμένη;
Η αίγλη των ιδανικών αγριεμένων εποχών
σε ποια σελίδα ξεχασμένη;

Εκείνη η γυαλιστερή ορμή των ενθουσιασμών
σε ποιο σκοτάδι σκουριασμένη;
Η θαρραλέα διαδρομή ελπιδοφόρων ιαχών
σε ποια γωνιά ξεψυχισμένη;

Η έλευση παλιών δεινών, πληγή στο σώμα των εθνών,
στα μάτια όλων δεδομένη.
Μέσα στη στάχτη σιωπηλή μνήμη αγώνων των λαών.
H Ιστορία περιμένει…


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Προς αναχωρητές


Ψυχές ευγενικές και ντελικάτες,
υπάρξεις εύθραυστες,
αν σας γυρίσανε τις πλάτες,
μη φύγετε.

Υπάρχουν κι άλλοι. Λίγοι, μα υπάρχουν,
μαζί σας να σηκώνουν την αλήθεια,
κι ας σημειώνει νίκες η ασχήμια.
Μη φύγετε.

Κι αν δεν τους βρίσκετε αυτούς τους λίγους,
γιατί κι εκείνοι σιωπηλοί,
βέβαιο είναι πως υπάρχουν.
Κι είναι αυτό πολύ!


Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αγρανάπαυση


Κάποιοι φθαρμένοι σπόνδυλοι, οι ώμοι και τα χέρια
εδώ και μήνες φωνασκούν, ανάπαυση ζητούν,
δεν πήρανε κανονικές άδειες τα καλοκαίρια
και τώρα στο ωράριο μείωση απαιτούν…

                                                                    (Ου γαρ έρχεται μόνον…)


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Εκείνη σαν όνειρο


Μέσα στη θλίψη με βρήκε το μήνυμα
σε καταφύγιο μοναχικό.
Λίγο απαίτηση, λίγο παράκληση,
φίλος παλιός μ’ έναν λόγο θερμό
με προσκαλούσε σε κάποια συνάθροιση.
Δε θα μπορούσα σ’ αυτόν ν’ αρνηθώ.

Φίλοι και άλλοι, πολύβουη σύναξη,
γέλια, τραγούδια, χορός και χαρές,
νοσταλγική η ωραία συνύπαρξη
και τα ποτήρια, υγείες, ευχές.

Όμως εγώ βουτηγμένος στα άγχη μου,
και οι κινήσεις μου μηχανικές,
σαν θεατής στην απόμερη άκρη μου,
χείλη σφιγμένα, κουβέντες λειψές.

Γκρίζα η όψη μου, γκρίζα η σκέψη μου,
και στο ρολόι οι δείκτες αργοί.
Ώσπου εκεί, στην απόμακρη θέση μου
ήρθε Εκείνη, απλή, γελαστή.

Ήταν για μένα μια ύπαρξη άγνωστη.
Ήρθε κοντά μου με λόγια ζεστά
να ξεθωριάσει τη γκρίζα μου διάθεση,
ανεπιτήδευτα, διακριτικά.

Ήταν το βλέμμα της εύφορη όαση,
που μου λιγόστεψε την ερημιά,
και με δική μου – δική της απόφαση
βρέθηκα μες στο χορό τελικά.

Βεβιασμένα τα πρώτα χαμόγελα,
όμως τα χέρια της λυτρωτικά.
Όσα πριν λίγο θαμπά και ανώφελα,
γίνονταν έξαφνα ελκυστικά.

Θλίψη, κατήφεια στο περιθώριο,
χείλη λυμένα, κουβέντες πολλές,
ήταν σαν ένα παράξενο όνειρο
κι είχε μονάχα ωραίες στιγμές.

Μέσα στο πλήθος σε λίγο την έχασα,
την αναζήτησα μ’ επιμονή,
αγωνιώντας, για ώρα την έψαξα.
Μάταιος κόπος. Καμία φωνή.

Ρώτησα τόσους να μάθω ποια ήτανε,
ποιο τ’ όνομά της και πώς να τη βρω.
Άγνωστη είπαν, κανείς δεν την ήξερε,
λες κι ήταν όμορφο αερικό.

Δέκατη μέρα. Παλιά η συνάντηση,
μέσα μου κι έξω βαριά χειμωνιά,
μένει Εκείνης γλυκιά η ανάμνηση
σαν το κερί σε πηχτή σκοτεινιά.

Δέκατη μέρα, πυκνό το χιονόνερο.
Τακ-τακ στην πόρτα μου, διστακτικά.
Ποιον περιμένω; Να είμαι σε όνειρο;
Μπρος μου Εκείνη με χέρια ανοιχτά!

Είναι αλήθεια! Μα είναι σαν όνειρο,
έχω μπροστά μου θερμή αγκαλιά.

Μες στο χειμώνα μου όλα ανθίσανε,
άφαντη έγινε η ερημιά.
Αστραπιαία τα μάτια μιλήσανε.
Όρκοι αυθόρμητοι, χίλια φιλιά!


Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Συκοφάντης


Απρόσμενα, χωρίς καμιάν αιτία
κι ενώ το κλίμα ήταν ανθηρό,
βαριεστημένοι οι καλοί του φίλοι,
τον αποφεύγουν, είναι φανερό.

Κοντά του μόνο δύο απομένουν,
όπως και πάντα σίγουροι κι απλοί,
με ειλικρίνεια τον συντροφεύουν,
σε όλα τους καθάριοι και αγνοί.

Δεν άργησε να μάθει την αιτία
πώς ξάφνου η ατμόσφαιρα θολή,
μια άθλια χοντρή συκοφαντία,
που όμως την πιστέψανε πολλοί.

Κατάλαβαν κι επέστρεψαν οι φίλοι,
μονάχα τρεις δε γύρισαν ξανά.
Καλύτερα; χειρότερα; ποιος ξέρει;
Μα τούτο τον ενόχλησε βαθιά.

Σαν φλόγα τού κεριού ο συκοφάντης
να κάψει το χρυσάφι προσπαθεί,
ποτέ δεν καταφέρνει να το λιώσει,
να το μαυρίσει όμως το μπορεί…


Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η σκοτεινή πλευρά


Φιλότιμος, μακρόθυμος, πηγαίος,
ειλικρινής και προσηνής,
ανυστερόβουλος, γενναίος,
ευαίσθητος, αλτρουιστής.

Επαίνους και χτυπήματα στην πλάτη
είχε μαζέψει και χαρεί από μικρός.

Δεν κάκιωνε στις ψεύτικες φιλίες,
με όλους καθαρός και ανοιχτός,
ούτε διύλιζε φτηνές υποκρισίες.
Και ήμερα κυλούσε ο καιρός.

Μα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου,
σαν τον πλημμύρισε το ψέμα το πολύ
με κολακείας σκοπιμότητες χυδαίες,
εκμεταλλεύσεις δίχως κάποια συστολή.

Ξαναμελέτησε τις όμορφες ιδέες.
Κι άφησε πίσω του το άδολο παιδί.

Γυρίσανε ανάποδα οι δείκτες
και υποψίες τού καρφώθηκαν στο νου,
εκεί που έβλεπε μονάχα καλοσύνες,
τώρα ξεφύτρωνε η όψη τού κακού.

Τους άφησε ανάποδα τους δείκτες
να σβήνουνε γοργά το παρελθόν,
συμμάζεψε αγάπες και φιλίες
κι όρθωσε φράχτη στο δικό του το παρόν.

Ξεφόρτωσε το βάρος των επαίνων
και των χαμόγελων την άφθονη βαφή.
Πήρε στα χέρια του τη ρότα των ανέμων,
από των άλλων την τριβή ν’ απαλλαγεί.

Ελεύθερος στη νέα του πορεία,
στην άκρη τα φορτία τα παλιά.

Μα έπεσε βαριά η εμπειρία,
θηρίο ψυχοβόρο η μοναξιά.
Ετούτη η  ακραία ελευθερία
είχε μιαν άλλη, κατασκότεινη, πλευρά.


Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ελλάς ελλήνων χριστιανών ΕΑΤ-ΕΣΑ


Σαν σφάγιο πάνω στο κρύο τσιμέντο,
κορμί μαυρισμένο, σπασμένα πλευρά.
Γελούν στο κελί της με ύφος γενναίο,
και μ’ έναν κουβά τής πετούνε νερά.

Για μπάλα την είχαν οι δέκα αρβύλες,
μια ώρα κλωτσούσαν χωρίς δισταγμό,
βροχή οι βρισιές τους, χριστούς, παναγίες,
με λύσσα κι οι πέντε μπροστά στον εχθρό,
κι εκείνη, νεκρές-ζωντανές τις αισθήσεις,
με πείσμα κρατούσε το στόμα κλειστό.

Σταμάτησαν πια ιδρωμένοι οι πέντε,
η ώρα πλησίασε για φαγητό,
στολή ευπρεπίζουν, αρβύλες σκουπίζουν,
να έχουν σωστό παρουσιαστικό
Με τάξη στις θέσεις μπροστά στο τραπέζι.
Και πριν ξεκινήσουνε κάνουν σταυρό.

                              Ανάρτηση αφιερωμένη σ’ εκείνους που έπεσαν
                                       στα νύχια των υπανθρώπων της χούντας.


Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Φέρομαι και με φέρουν στην 20η


Ευδιάκριτα επάνω μου προβλήματα υγείας,
δε φρόντισα για συμβουλή ενός καλού γιατρού,
ήμουνα της αναβολής και της αδιαφορίας
και κάποια μέρα έπεσα σε κρίση πανικού.

Ήρθανε ξάφνου τρεις γιατροί για να με συνεφέρουν,
φαίνεται η αρρώστια μου ήταν πολύ βαριά.
Αρχίσανε παράξενα  λογάκια να προφέρουν
και φάρμακα πανάκριβα να γράφουν στη σειρά.

Είπανε, για χατίρι μου τα πάντα θα προσφέρουν,
αν κάνω ό,τι θα μου πουν κι είμαι καλό παιδί.
Σ’ όλο τον κόσμο άρχισαν εμένα ν’ αναφέρουν,
κάποιοι με κατηγόρησαν και ντράπηκα πολύ.

Δείχνουν πως εξ αιτίας μου κι εκείνοι υποφέρουν
κι ανάλογα κοστολογούν δική τους αμοιβή.
Αρχίσαν απ’ το σπίτι μου πολλά να μεταφέρουν,
τα λίγα μου υπάρχοντα τα βγάζουν στο σφυρί.

Έχουνε βάλει διάφορους, ποσά να συνεισφέρουν,
μ’ έχουνε δέσει για καλά μ’ ένα μακρύ σκοινί.
Σαν το πειραματόζωο παντού με περιφέρουν,
το πάθημά μου το κρατούν και γι’ άλλους απειλή,
μα διακηρύσσουν διαρκώς πως θα μ’ επαναφέρουν
σε μια σωστή κατάσταση, ακμαίο κι υγιή.

Μου λεν πως παραφέρομαι, σαν έχω αντιρρήσεις,
πως δεν συμπεριφέρομαι με τρόπο λογικό,
πρέπει να ενδιαφέρομαι για τις δικές τους κρίσεις
κι αυτά που τους υπέγραψα, πιστά να τα τηρώ.

Μου δείχνουνε τους αριθμούς, τι έχουνε εισφέρει,
το πόσο ξοδευτήκανε, να γίνω εγώ καλά.
Για όσα στην υγεία μου έχουνε επιφέρει,
λογαριασμό δε δίνουνε, δε βγάζουνε μιλιά.

Παρά τα τόσα φάρμακα δεν έχουν καταφέρει
να διώξουν την αρρώστια μου, γερός να σηκωθώ.
Το βλέπω πως κοντύτερα στον τάφο μ’ έχουν φέρει,
να μη μπορώ στα πόδια μου μόνος μου να σταθώ.

Αυτές τους οι προσπάθειες τι έχουν αποφέρει,
όπως και τόσες γνώμες τους που έχουνε εκφέρει;
Αυτός που κάνει το καλό έτσι πώς τον συμφέρει,
από τον άλλο, τον κακό, σε τι τάχα διαφέρει;


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Του Απρίλη


Χειμώνα κρατάς την αυγή σου, Απρίλη,
εδώ στα τοπία μου τα ορεινά,
μα γρήγορα φέρνεις το γέλιο στα χείλη,
του κόσμου η νιότη μαζί σου ξυπνά.

Τα δέντρα που δε γελαστήκαν το Μάρτη
κι αντέξανε χιόνια και μέρες υγρές,
λουλούδια απλώνουν στου χρόνου το χάρτη,
ολάνθιστα, μοιάζουν πλατιές αγκαλιές.

Με βιάση στο νέκταρ οι μέλισσες τώρα
πετούν να προλάβουν το ήμερο φως,
ακάματες μέχρι την ύστατη ώρα
στο νου τους ο ένας κοινός τους σκοπός.

Τις νέες φωλιές τα πουλιά ξαναστήνουν,
στον κόσμο να φέρουν καινούρια ζωή,
με νότες λυκαύγιες μας το θυμίζουν:
Ο έρωτας δίνει μιαν άλλη αρχή.

Απρίλη, χαμόγελα χίλια μάς φέρνεις,
τη θλίψη μάς σβήνεις του γκρίζου καιρού,
ελπίδες φτερώνεις, καρδιές ανασταίνεις,
και πλέουμε πια στ’ ανοιχτά τ’ ουρανού.


Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Αναβολές διαχρονικές


Το έργο μεγάλο, βαρύ και επείγον
και βάλαμε πλάτη εργάτες πολλοί,
με πίστη στο όραμα και στο καθήκον.
Καμία στη σκέψη μας αναβολή.

Ποικίλα εμπόδια μες στην πορεία,
συμφέροντα, φόβοι, παγίδες πολλές,
οι λίγοι κουράστηκαν, βρήκαν αιτία,
εμείς αταλάντευτοι στις απειλές.

Το πείσμα μας όπλο στις δύσκολες ώρες,
η πίστη μας ίδια, και όλοι μαζί,
επίμονα βήματα στις ανηφόρες.
Αρχίσαν να φαίνονται πρώτοι καρποί,

Σκαθάρια και ύαινες χάραξαν δρόμους
εκεί που κυρίαρχη είν’ η σκιά,
αισχροί αυλοκόλακες βρήκαν τους τρόπους
και στρείδια γινήκανε αρχηγικά.

Σημάδια απρόβλεπτα μες στην πορεία,
ξεθώριασαν τόσες σωστές εντολές,
στελέχη ασήμαντα πήραν ηνία
με άλλες παράταιρες επιλογές.

Κι εμείς σε παράταιρη αμηχανία – 
παράξενη όλων μας η ανοχή.
Αξίες, οράματα, φιλοπατρία
σε άδοξη άπρεπη αναβολή.


Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Δυσδιάκριτο


Ήταν απόγεμα, γάμος – επίδειξη,
λούσα, στολίδια, ο κόσμος πολύς,
μέσα στο πλήθος γυρνούσα την πλήξη μου,
(προσκεκλημένος κι εγώ, συγγενής).

Χρονοτριβή στην πολύχρωμη σύναξη,
όλα κυλούσαν αργά, βαρετά,
ώσπου κοντά μου, τυχαία, απρόσμενα,
από τον Όμηρο μία θεά!

Κάλλους αρχαίου γενναίο υπόδειγμα,
Λήδα, Ελένη, Κλειώ, Ναυσικά,
τόσα ονόματα ήρθαν αυθόρμητα,
κι έσβησε η πλήξη μου στην ομορφιά.

Πρόσωπο θείο, χαμόγελο βάλσαμο,
όλο το είναι της μια ζωγραφιά,
του Παιωνίου γλυπτό αλαβάστρινο.
Μόνο στα μάτια της κάποια σκιά.

Αυτοπεποίθηση μέσα στη χάρη της,
όπως στεκότανε ευθυτενής,
δίπλα της σύζυγος ευπαρουσίαστος,
σίγουρα ήταν πολύ ευτυχής.

Κάποια στιγμή χαμηλόφωνος διάλογος,
κι εγώ ακούσιος ωτακουστής.

Είχε μια ένταση όπως ξεκίνησε,
μάλλον εκείνη τα νεύρα πολλά,
με ηρεμία εκείνος τής μίλησε.
Μάταιος κόπος. Η γλώσσα μακριά!

Βία στον τόνο της, λόγια ανοίκεια,
μία τραχύτητα φασιστική.
Ποιος θα περίμενε τέτοια αήθεια;
Καταλυπήθηκα τον …ευτυχή!

Αποτραβήχτηκα λίγο μακρύτερα
την παρατήρησα προσεκτικά.
Τ’ όμορφο πρόσωπο είδα καλύτερα.
Φίδι κρυφό στων ματιών τη σκιά!

Ω πλανημένα ανύποπτα θύματα,
δείτε βαθύτερα την ομορφιά.
Κρίμα μεγάλο να είστε αθύρματα
στης κακοήθειας την αγκαλιά.


Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Εχθροί και εχθροί


Αμετανόητοι εχθροί, αδίστακτοι και ιταμοί 
μαχαίρια ακονίζουν,
τα σύνορα δεν τους χωρούν, νυχθημερόν καραδοκούν,
τους χάρτες πριονίζουν.

Εξοπλισμένοι απειλούν, το παρελθόν τους δεν ξεχνούν,
αττίλες αιμοβόροι.
Οι σύμμαχοί μας σιωπηλοί, κι «ευαίσθητοι» και κυνικοί,
πιλάτοι κερδοβόροι.

Κι εδώ…
Διαπραγματεύσεις δανειστών, ψηφοφορίες σωρηδόν
των ξένων διαταγμάτων.
Μία πατρίδα στο σφυρί, μαζί και λόγοι ηρωικοί!
Ντροπή ξεπουλημάτων.

Αψιμαχίες πληκτικές, επαναλήψεις θλιβερές,
μονόλογοι, διαλέξεις.
Μπροστά σε άβυσσο δεινή, Ενότητα και Λογική
παρωχημένες λέξεις.


Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Και πίσω ξένος


Χτισμένο μέσα στα βουνά, χωριό μου παινεμένο,
με διάσελα ζωγραφιστά, περήφανες κορφές,
τα πεύκα και τα έλατα σ’ έχουν τραγουδισμένο,
μαζί με τις βαθύσκιωτες, τις δροσερές πηγές.

Ωραίο ήταν το χωριό, μα άσχημη η φτώχεια,
μικρά τα πετροχώραφα, τα γίδια λιγοστά,
η ζήση ένα βάσανο, τρανή η στεναχώρια,
φθηνό το μεροκάματο, τα στόματα πολλά.

Και ξάφνου μάς ακούστηκε η λύση Αυστραλία,
να κάνουμε την τύχη μας, να βγάλουμε λεφτά.
Κατάρα, είπαν οι γριές, οι νέοι, σωτηρία,
και κάμποσοι κινήσαμε με ναύλα δανεικά.

Μονάχα ένας ο σκοπός, να φύγουμε απ’ τη φτώχεια,
και πίσω να γυρίσουμε με χρήμα αρκετό,
γονείς, παιδιά να βγάλουμε από την ανημπόρια
να σπρώξουμε το σήμερα, το δύσκολο καιρό.

Σκληρή αρχή σε άγνωστη αλλιώτικη πατρίδα,
μα πίστη να πετύχουμε τον ένα μας σκοπό,
καθένας όπου μπόρεσε στης τύχης την ελπίδα
κι εγώ στο εργοστάσιο σε άφιλο ρυθμό.

Σιγουρεμένος ο μισθός, χωρίς βροχές και χιόνια,
και στους γονείς οι τακτικές μικρές επιταγές.
Το όνειρο ξεθώριασε στον άνισο αγώνα
και η ζωή μελέτησε δικές της αλλαγές.

Τα χρόνια ασταμάτητα, στυφή ευημερία,
του πλούτου το κυνήγημα παγίδα δολερή,
πνιγμένος μέσα στις δουλειές, δε βρήκα ευκαιρία.
Κι ο χάρος πίσω στο χωριό δεν είχε υπομονή…

Οι μέρες στην πορεία τους, στην ίδια ιστορία,
τις μνήμες τις κρατούσανε σε νάρκη φανερή,
οι νύχτες όμως πότιζαν κρυφά τη νοσταλγία
και θέριεψε η απαίτηση για την επιστροφή.

Και να ’μαι τώρα στο χωριό, στ’ αθάνατα βουνά μας,
περήφανα ορθώνονται, μα στέκουνε βουβά,
αγκάθια και χαμόκλαδα στα πετροχώραφά μας,
κουδούνια δεν ακούγονται, δεν αλυχτούν σκυλιά.

Όπου γυρίζω τη ματιά, αυλές χορταριασμένες
και λίγα σπίτια μένουνε ακόμα ανοιχτά,
οι πόρτες τού Σχολείου μας σαρακοφαγωμένες
και στα σοκάκια ερημιά, δεν παίζουνε παιδιά.

Αιμόφυρτο το σπίτι μας στο πάλεμα του χρόνου,
ο αδερφός μου, γέροντας, σαν φίλος μακρινός,
το παραμύθι που ’πλαθα τις νύχτες στο μυαλό μου,
απότομα διαλύθηκε σαν να ’τανε ατμός.

Με άλλη κρίση σ’ άφησα, χωριό αγαπημένο,
και τώρα πια με καρτερούν μονάχα οι σκιές.
Όλα τριγύρω με κοιτούν και με θαρρούνε ξένο.
Κι ακούω πάλι τις γριές εκείνες, τις σοφές.


Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Χαμοσωσίβια


Από λάθος σ’ άλλο λάθος και περνούσε ο καιρός,
ώσπου βρέθηκα στο τέλος τρομαγμένος ναυαγός.
Έβγαλα φωνή μεγάλη, κάποιος δίπλα μου να ρθεί,
οι παλιοί καλοί μου φίλοι τρέξαν χαμογελαστοί.

Μού ’πανε να μη φοβάμαι, μόνος μου δε θ’ αφεθώ
και σωσίβιο μου ρίξαν στον αφρό να κρατηθώ.
Σαν το φόρεσα συνήλθα, είπα τώρα θα σωθώ
μα στο πρώτο κυματάκι παραλίγο να χαθώ.

Είδαν το κατάντημά μου, μού μιλήσανε πικρά
και σωσίβιο καινούριο μού πετάξανε ξανά.
Δυο σωσίβια μαζί μου ήταν πλέον λογικό
μοναχός να κολυμπήσω, να γλυτώσω το βυθό.

Έβαλα τα δυνατά μου για να φτάσω στην ακτή,
τα σωσίβιά μου βρόχος και το σώμα μου βαρύ,
οι ελπίδες μου χαμένες, πάλι φόβος να πνιγώ,
ξαναήρθανε οι φίλοι μ’ ένα ύφος βλοσυρό.

Μου πετάξανε και τρίτο, τελευταίο, στο χαμό
και φωνές και επιπλήξεις, επιτέλους να ντραπώ.
Με σκυμμένο το κεφάλι, πού να ρίξω τη ματιά,
με κατηγορούνε ψεύτη, μα με λεν και φουκαρά.

Τώρα θαλασσοδαρμένος τα σωσίβια κοιτώ,
και τα τρία ήταν τρύπια, πώς μπορούσα να σωθώ;
Απ’ την πρώτη μου τη θέση που μού ήρθαν οι βοηθοί
έχω φτάσει σε σημείο, περισσότερο βαθύ.

Φέρνω πίσω το μυαλό μου, όταν έβγαλα φωνή,
κι ήρθαν πρόθυμοι οι φίλοι να με βγάλουν στην ακτή.
Είπανε πως με τραβούνε σε απάνεμα ρηχά,
πίστεψα κι εγώ τα πάντα, όπως κάνουν τα παιδιά.

Μες στο πέλαγος χαμένος, μα εκείνοι κυνικοί,
ψάχνουν τα ιμάτιά μου να τα βγάλουν στο σφυρί,
τη βοήθεια που μου δώσαν τη χρεώνουν ακριβά,
τα σωσίβια ζητούνε να πληρώσω για χρυσά.

Σκέφτομαι ξανά τα λάθη, χρόνιες αναβολές,
τις μεγάλες αυταπάτες, τις θολές επιλογές,
των προγόνων τις αξίες, τα πολύτιμα ρητά,
που τα είχα στα βιβλία μα τα κράτησα κλειστά.

Υπερώριμος ο χρόνος μοναχός μου να σωθώ
και σωσίβια δεν πρέπει άλλα πια να καρτερώ.
Όποια λύση και να ψάξω θα μου βγει οδυνηρή.
Μα ως πότε ο βρεγμένος θα φοβάται τη βροχή;


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ποιητικές ...προεκτάσεις


Η σύναξη των ποιητών μεγάλη,
και ήταν κριτικοί και άλλοι.
Διαβάστηκαν πολλά,
ήρθε και του κυρίου Κ. η σειρά:
Το μήλο
Του κόκκινου η όραση στην ένταση του ύψους,
ήταν τ’ απόγεμα ζεστό,
κι ανέβηκα στην κυδωνιά να κόψω ένα μήλο.
Εμπρός μου η λεπτότητα,
ο φόβος και η κάθοδος.
Και το αρχέγονο το ξύλο.
Κι ας ήταν η πληγή.
Πανέμορφο το μήλο!
           - - - - - - - -
Χειροκροτήματα! Και μίλησαν πολλοί.
Κι είπε ο πρώτος:
Το προπατορικό αμάρτημα (μήλο)
κι η προβολή του
στις παιδικές μνήμες (αναρρίχηση)
κτλ, κτλ.
Κι είπε ο δεύτερος:
Του ποιητή ευαισθησία μες στο παράλογο,
αίσθηση πρώτη η όραση,
το κόκκινο κυρίαρχο
κτλ. κτλ.
Κι είπε ο τρίτος:
Στρουκτούρα τής υψοφοβίας
και της απροσδιοριστίας,
κτλ. κτλ.
Είπανε κι άλλοι διάφορα
κι ανέλυσε κι ο κύριος Κ. που ήταν και βαρήκοος:

Ένα ζεστό απόγεμα καθόμουν στην αυλή μου
κι είδα ένα μήλο κόκκινο στην όμορφη μηλιά,
μα ήταν ο κορμός ψηλός,
κι ανέβηκα στην κυδωνιά, δίπλα της φυτεμένη.

Τόσα κλαδιά, όλα λεπτά.
Φοβήθηκα,
κατέβηκα
και βρήκα ένα ξύλο,
ήταν στεγνό μα δυνατό,
και χτύπησα το μήλο.
Ας ήτανε το σκίσιμο.
Πανέμορφο το μήλο!

(Φιλοξενήθηκε τον Οκτώβριο 2014
σε δρώμενο της φίλης Αριστέας στο
εξαιρετικό μπλοκ της "η ζωή είναι ωραία")