Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Η λέξη


Απρόσμενο το μήνυμα στης ερημιάς μου τη σιωπή,
μια λέξη ξεχασμένη,
ήρθε σαν λάμψη αστραπής,
σαν κόκκινο μιας χαραυγής
κι από τη νύχτα μ’ έβγαλε στης μέρας το λημέρι.

Το μήνυμα ολόθερμο στον άχρωμο χειμώνα μου,
η λέξη λατρεμένη,
ήρθε αχτίδα αστρική,
σαν κάποια μαγική πνοή
και βρέθηκα σε άνοιξη χιλιοχρωματισμένη.

Σ’ ένα τοπίο αυχμηρό, σε δρόμο δίχως γυρισμό,
χαμένος ερημίτης.
Μα τώρα καθαρή ματιά,
όλα μπροστά μου ανοιχτά.
Η λέξη, καταλύτης.

(για το φίλο Θ. που «επέστρεψε» στον κόσμο)


Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Κακογείτονας


Προκλητικός ο γείτονάς μου, ανάγωγος και πονηρός,
δε σταματάει να μου δείχνει πως είναι άσπονδος εχθρός.
Αν πει ποτέ μια καλημέρα και πάρει στάση φιλική,
την επομένη ξαναρχίζει να φωνασκεί και ν’ απειλεί.

Ο γείτονας δεν έχει φίλους, κανένας δεν τον συμπαθεί,
ανάλογα πώς τον συμφέρει, ντροπή δεν ξέρει τι θα πει,
αυτόν που είχε χθες εχθρό του, τον κάνει φίλο καρδιακό
και σπρώχνει χθεσινό του «φίλο» χωρίς κανένα δισταγμό.

Του γείτονά μου οι παππούδες, αρπαχτικοί και φονικοί,
είχαν ρημάξει τους δικούς μου, τους λιγοστέψανε τη γη,
και τώρα ακόμα, το δικό μου το χωραφάκι το παλιό,
το έχει πάντα στο μυαλό του αμετακίνητο σκοπό.

Πληθώρα οι δικοί μου φίλοι, και μακρινοί και κοντινοί,
αληθινοί μονάχα λίγοι, οι άλλοι όλοι κυνικοί,
κάποια βοήθεια τους στα λόγια, στου θεαθήναι το σκοπό,
με τον κακό το γείτονά μου, λένε πως πρέπει να τα βρω.

Κι εγώ που βλέπω τι συμβαίνει και ξέρω και το παρελθόν,
στην τύχη άφησα το μέλλον, χαμένος στο θολό παρόν,
και μες στο σπίτι μου η γκρίνια δε λέει να τιθασευτεί,
πάππου προς πάππου σαν αρρώστια, ακόμα να θεραπευτεί.

(Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του ανατολικού γείτονα…)



Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Ενίοτε οσία


Σαν τα παιδιά ορμητική,
ραγδαία, αχαλίνωτη
και πάντα αποκαλυπτική,
εσύ η αφτιασίδωτη.

Και πόση έχεις ομορφιά,
σαν ξεσκεπάζεις της ψυχής τα μύχια ωραία,
και πόσο άσχημη θωριά,
σαν βγάζεις ζήλεια και θυμό, συμφέροντα χυδαία.

Ω συ θεά Παρόρμηση,
απότομη, ατίθαση, γνησία,
συνήθως επικίνδυνη,
ενίοτε αμαρτωλή, ενίοτε οσία…


Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Αντίστροφη φυγή


Οι σταγόνες βαριές, ηχηρή η βροχή, 
είναι μέσα Νοέμβρη.
Σε μιαν άκρη ζητά προστασία να βρει.
Σκηνικό που το ξέρει.

Οδηγοί αγχωμένοι, νερά εχθρικά,
οι πεζοί θυμωμένοι,
τους ρυθμούς της η πόλη με πείσμα ζητά,
η βροχή λασπωμένη.

Ανατρέχει σε χρόνια πικρά, μακρινά,
οι καιροί πετρωμένοι,
η ανάγκη σκληρή, φτωχικά σπιτικά,
χωριανοί φοβισμένοι.

Για την πόλη πολλοί, βιασμένη φυγή
στην αβέβαιη τύχη.
Παρυφές των βουνών μία λύση φθηνή
ο αγώνας για σπίτι.

Μες στην πόλη πολλοί, κι ο κερδώος Ερμής
ως τις κοίτες ρεμάτων,
το συμφέρον τυφλό στο χαμένο εμείς
του σωρού των σφαλμάτων.

Οι σταγόνες βαριές, οργισμένα νερά
σε χειμάρρους φραγμένους.
Οι σειρήνες ρυάζονται δαιμονικά,
κουβαλούνε πνιγμένους.

Η βροχή ηχηρή. Μοναχός του μιλά,
δυνατά το φωνάζει: Αρκετά ως εδώ!
Πολεμά το αργά
και το χρόνο δαμάζει.

Το παιδί, ζωντανό στη γριά του καρδιά,
την πηγή του ζητάει.
Αρκετά ως εδώ! το φωνάζει ξανά.
Το πρωί ξεκινάει…


Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Τίμιες ευθύνες...


Οι τίμιοι δεν άντεξαν κι αρχίσανε να φεύγουν
και βρήκαν χώρο ζωτικό οι φαύλοι να χορεύουν.

Τυχάρπαστοι, σφετεριστές σε θέσεις αρχηγείων
αδίστακτοι συντονιστές αθλίων μαγειρείων.
Λογάδες επιτήδειοι ανέλαβαν ταμεία,
συνεργασίες μυστικές με πρόσωπα αχρεία.

Τις ευκαιρίες άδραξαν αγύρτες, πωρωμένοι,
καταχραστές, διαγουμιστές, δόλιοι, διαβρωμένοι.
Δημαγωγοί προβάλλονταν σε φίλιες οθόνες
μιλώντας για ιδανικά και για παλιούς αγώνες.

Σαν θεατές οι τίμιοι μπροστά στις ατιμίες,
και την πατρίδα άφησαν βορά στους καρχαρίες.


Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Ίσως ακόμα


                             Στην ανθεκτική Βαγγελιώ                                               
Μοναχή μου μιλώ κάθε βράδυ στο σπίτι,  
τη φωνή μου ακούω, τα ναι μου μετρώ,   
με διαλόγους παλιούς βασανίζω τη μνήμη,
προσπαθώ να τα σβήσω, μα δεν τα ξεχνώ.

Εμπειρίες σωρός, στην τριβή των ανθρώπων,
ψυχοβόρες ορθώνονται χίλιες στιγμές,
χαραγμένες στην πέτρα ανύποπτων χρόνων,
ανεξίτηλες μένουν στο χάρτη τού χτες.

Προσεγγίσεις καρδιάς με πανέμορφες λέξεις,
τα χαμόγελα άφθονα, ευγενικά,
συζητήσεις αγνές, πειστικές υποσχέσεις,
της ζωής τα φαινόμενα ιδανικά.

Ξαφνικές οι λακκούβες σε δρόμο στρωμένο,
τα σκουντήματα σύντομα, περαστικά,
το μυαλό στα ευχάριστα προσηλωμένο,
σημασία καμιά σε σημάδια μικρά.

Οι λακκούβες πυκνότερες μέσα στο δρόμο,
τα σκουντήματα πλέον κανόνες πικροί,
ρημαγμένες οι λέξεις στον άβολο χρόνο,
τα χαμόγελα κρύα, οι τόνοι σκληροί.

Μοναχή μου μιλώ κάθε βράδυ στο σπίτι,  
τις αλήθειες σκαλίζω που βγήκαν σαθρές,
προσεγγίσεις καρδιάς που ’χαν τόση σαγήνη
κι ανοιχτές μού αφήσαν στο τέλος πληγές.

Μα κρατάω ακόμα, βαθιά στην καρδιά μου,
φυλαγμένη καλά, μια σωσμένη γωνιά.
Ίσως αύριο βγει η Αλήθεια κοντά μου,
κι ας μου λεν τα εξήντα πως είναι αργά...


Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Εκείνοι στην Πίνδο


Σε διάσελα, χαράδρες, ρεματιές,
βρεγμένοι, νηστικοί και ψειριασμένοι,
σταμάτησαν δεινούς αλπινιστές.

Μπροστά τους υπεράριθμα κανόνια,
μα φέραν στον εχθρό τον πανικό,
αφού λοιδόρησαν το φόβο και τα χιόνια.

Και τώρα στέκουν στις πλατείες πετρωμένοι,
στα κρύα αγάλματά τους σοβαροί.
Και μας κοιτούν με λύπη, απορημένοι.


Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Χρέος


Στις βεβαιότητές του γαντζωμένος,
μες στις ιδέες του οχυρωμένος,
τον κόσμο έβλεπε με διόπτρες,
τυφλά εμπιστευόταν τους επόπτες.

Και τώρα μπρος του η πικρή αλήθεια
του κονιορτοποιεί τα παραμύθια.
Οι βεβαιότητές του διαλυμένες
και οι ιδέες του παρωχημένες.

Πώς να σηκώσει την πικρή αλήθεια
και πώς ν’ αντέξει την ασχήμια,
με βεβαιότητες γαλουχημένος
και στις ιδέες αφοσιωμένος;

Μέσα στη στάχτη και τ’ αποκαΐδια
κατάματα κοιτάζει την αλήθεια.
Πόσο αλλιώτικα του τά ’δειχναν οι διόπτρες
και πόσα ψέματα του λέγαν οι επόπτες.

Καταλαβαίνει μέσα του το Χρέος
κι ελευθερώνει την ψυχή του απ’ το δέος.
Ας είναι όποια θέλει η αλήθεια!
Δε θ’ ανεχτεί ποτέ του την ασχήμια…


Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Αγωνιστικά...


                                                                            στον Θανάση
Η δουλειά μου στο γραφείο σε αγχωτικό ρυθμό,
δώδεκα δουλεύαν πέρσι, απομείναμε οχτώ,
το αφεντικό φωνάζει, βρίζει τους πολιτικούς
και ξανά θα ψαλιδίσει τους κομμένους μας μισθούς.

Από τη δουλειά στο σπίτι κι απ’ το σπίτι στη δουλειά,
διάθεση καμιά δεν έχω όπως κάποτε παλιά,
στο διαδίκτυο το βράδυ ψάχνω κάτι για να βρω
και αντί να χαλαρώσω, στην κατάθλιψη βουτώ.

Πλήθη γράφουν στις οθόνες, καταγγέλλουν, λοιδορούν,
την κατάσταση της χώρας χρόνια διεκτραγωδούν,
τους υπαίτιους χλευάζουν, γράφουν πράγματα βαριά,
φεϊσμπούκια,  τουιτέρια κάθε μέρα στη φωτιά.

Κάθισα κι εγώ να γράψω στίχους αγωνιστικούς,
τα παλιά να ξεσκονίσω με παλμούς νεανικούς,
βρίσκω ρήσεις των αρχαίων, παροιμίες ταιριαστές
και τσιτάτα ξεχασμένα από άλλες εποχές.

Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω και τους φίλους μελετώ,
στη δική μου τη γωνίτσα απ’ τους άλλους καρτερώ.
Κάποιοι άλλοι ν’ αντιδράσουν, όρθιοι να σηκωθούν,
κάποιοι άλλοι να κινήσουν, σθεναρά ν’ αγωνιστούν...


Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Άρνης


Νεκρός απόψε βρέθηκε ο Άρνης,
παράξενα γαυγίζαν τα σκυλιά.
Αγέραστος ο άτυχος τσοπάνης,
κρυφό εχθρό του είχε την καρδιά.

Τον είχαν Αριστείδη βαφτισμένο,
μα του κολλήσανε το Άρνης στο σχολειό,
από μικρός είχε το όχι αγαπημένο.
Και ήταν ένα σπάνιο μυαλό.

Μα στο Γυμνάσιο πενήντα μόνο μέρες,
δεν άντεξε καλούπια, προσβολές,
πήρε το όχι του μακριά απ’ τις φοβέρες
κι από τα δώδεκα σε χίλιες δυο δουλειές.

Δε σήκωνε φωνές και επιπλήξεις,
δεν ήτανε ν’ ακούει αφεντικά,
στις αδικίες ζωηρές τις αντιρρήσεις,
κι όλο καινούρια έψαχνε δουλειά.

Τη βρήκε τη διέξοδο μονάχος
με πέντε γίδια, όλα κι όλα, αρχικά.
Της ακριβής ελευθερίας μονομάχος,
γεμάτη η ψυχή του στα βουνά.

Σιγά-σιγά αυγάτισε τα γίδια,
μεγάλωσε τα τρία του παιδιά,
τους μίλησε νωρίς για την ουσία,
πώς να χορταίνουν της ζωής την ομορφιά.

Ξεστόμιζε ατόφια την αλήθεια
και αγνοούσε των αυτιών την αντοχή,
αποδομούσε δεδομένα παραμύθια
και λοιδορούσε των πολλών την ανοχή.

Τον χαίρονταν, μα είχαν κι έναν φόβο,
οι λίγοι που του ήταν φιλικοί,
οι άλλοι δεν τον ήθελαν καθόλου
κι η καλημέρα τους ψυχρή και τυπική.

Νεκρό τον βρήκαν σήμερα τον Άρνη,
με ανακούφιση το άκουσαν πολλοί.
Σε άνθρωπο, κακό δεν είχε κάνει,
μα είχε γλώσσα τσουχτερά αληθινή.


Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Μεθαυριανή Ασφάλεια


– Μια κάμερα στη σάλα
και μια στο μπαλκονάκι,
μια τρίτη στην κουζίνα
και μια στην αποθήκη.
Καλύπτουν επαρκώς την επιτήρηση.
Και εννοείται πως δεν έχετε αντίρρηση.

– Αντίρρηση εγώ; τι λέτε κύριε Διοικητά;
Δε θέλω νά ’χετε καμία υποψία,
είμαι φιλήσυχος πολίτης
και θέλω να το ξέρει η Εξουσία.

Ανέκαθεν εγώ νομοταγής,
να νιώθω θέλω ασφαλής –
συγγνώμην να το πω σωστά –
να νιώθει θέλω η Εξουσία,
κι εγώ μαζί της, Ασφαλής!


Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Εξετάσεις


Όλοι στα ίδια σχεδόν, στη μικρή την κωμόπολη, 
βίοι παράλληλοι, όμοια ζωή,
λίγα τα πρόβατα, λίγα τα κτήματα,
και μεταξύ τους οι πάντες γνωστοί.

Πλήθος παιδιά στο σχολειό τής κωμόπολης,
μα στο Γυμνάσιο λίγοι, καλοί,
άλλοι στα πρόβατα, άλλοι στα κτήματα,
ούτε μαθήματα ούτε βαθμοί.

Η Ανδρομάχη μαθήτρια άριστη,
ένα υπόδειγμα στη διαγωγή,
και στο Γυμνάσιο μα και στα κτήματα
εργατική και σε όλα σωστή.

Ήρθε με δύναμη στις πανελλήνιες,
κλίση και πόθος της, ιατρική,
θέματα δύσκολα, όμως πανέτοιμη,
μες στα βιβλία της από μικρή.

Μόνο στην έκθεση λέξη αμφίσημη,
κάποιοι το θέμα το πήραν αλλιώς,
στην οδηγία η μία περίπτωση,
και για εκείνους μικρός ο βαθμός.

Της Ανδρομάχης ο στόχος ανέφικτος
και των σπουδών της οι πόρτες κλειστές,
απογοήτευση, τ’ όνειρο ψεύτικο
και των δικών της οι σκέψεις πικρές.

Λίγοι συμπάθησαν, λίγοι συμπόνεσαν
τέτοιο κορίτσι να μείνει εκτός,
όμως οι γλώσσες μικρών και κακόψυχων,
βόρβορος γίνανε και οχετός.

- Άριστη, άριστη κι όμως απέτυχε!
- Δε θα μας γίνουνε κι όλοι γιατροί!
- Κόρη τής …Χάιδως, μεγάλη απαίτηση!
- Ας απομείνουν στα ίδια κι αυτοί…

Δεύτερος χρόνος, καινούρια προσπάθεια,
μ’ επιμονή στον αγώνα ξανά,
πείσμα και πίστη να γίνει το όνειρο
και στους δικούς της να δώσει φτερά.

Άριστα σ’ όλα, μεγάλη δικαίωση,
πόρτες ορθάνοιχτες για τις σπουδές,
άνθρωπος άξιος με αφοσίωση
για το λειτούργημα, ήθος κι αρχές.

Όλοι ευχές, περισσέψαν οι έπαινοι,
ζήλεια και φθόνος κρυφτήκαν καλά,
στο φτωχικό τα μικρά τα διέγραψαν,
πάντοτε είχαν μεγάλη καρδιά.
                               
                               Η Ανδρομάχη, συνταξιούχος πια, μετά από
                               35 χρόνια προσφοράς, και στους ανθρώπους
                               τής κωμόπολης.


Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Είκοσι χρόνια


Είκοσι χρόνια!
Κι έξαφνα μπρος μου εκείνη!
Μ’ ένα πανέμορφο στην αγκαλιά.

Σίγουρα ήταν εκείνη.
Στάθηκε δίχως να βγάλει μιλιά.
Όμως λαλίστατο είχε το βλέμμα,
κι όσα ξεσκέπασε, αληθινά:

(Ήταν δικές σου οι όμορφες λέξεις
που με τυλίξανε σαν πυρκαγιά,
τι τρυφερές οι γλυκές υποσχέσεις,
κι άνθισε η ζήση μου σαν μυγδαλιά.

Ήσουν εσύ που θερμά την ξεκίνησες
μες στην ψυχή μου μεγάλη γιορτή,
ήσουν εσύ που ψυχρά την τελείωσες
κι έγινε πάλι η ζωή μου πεζή.
Μες στη δική σου ψυχή, πώς εξήγησες,
δίχως αιτία φυγή σιωπηρή;)

Έτσι μου μίλησε με τη μορφή της,
λέξη δε βρήκα καμιά να της πω.

Πήρε το βλέμμα της και τη σιωπή της,
τράβηξε ίσια με βήμα κοφτό.
Γύρισε μόνο τ’ ωραίο παιδί της,
μού ’κανε γεια μ’ ένα γέλιο γλυκό.

                  (Στίχοι αφιερωμένοι στο φίλο Θ., το μοναχικό).


Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Χόμο Χιρόσιμους


Άφησες πίσω αδέρφια, ξαδέρφια,
ζούγκλες, σαβάνες, πυκνόφυλλα δέντρα,
βρήκες τον τρόπο να χτίσεις καλύβες.
Κράτησες μέσα σου τους χιμπατζήδες.

Έμαθες μες στα θηρία το φόβο,
λάβα σπασμένη αγχέμαχο όπλο,
των εργαλείων δεινός εφευρέτης
και στο νερό θαρραλέος ερέτης.

Κόπος αδιάλειπτος η εμπειρία
κι από κοντά σου λαβή η θρησκεία,
ο πονηρός, τού θεού ο μεσίτης,
τρέξε εσύ και αγρότης και χτίστης.

Μες στα χωριά οι καλοί και οι άλλοι,
πότε τραγούδια και πότε η πάλη,
Κάιν ακμαίοι στο νόμο τής βίας,
κλέη απάνθρωπα της Ιστορίας.

Αγωνιστής, φοβερός χειρομάχος,
πότε με άλλους και πότε μονάχος,
πολιτισμός στων αιώνων τη δίνη,
μέσα στην πρόοδο και η οδύνη.

Χιλιετίες, μυριάδες σελίδες.
Πάντα στο αίμα σου οι χιμπατζήδες.
Πνεύμα και πόλεμος όμοιο το βήμα.
Και η κατάληξη στη Χιροσίμα.


Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η Ιστορία περιμένει


Η σιγουριά των ιδεών των παρελθόντων μας ετών
σε ποιο σκαλί κακοπεσμένη;
Η αίγλη των ιδανικών αγριεμένων εποχών
σε ποια σελίδα ξεχασμένη;

Εκείνη η γυαλιστερή ορμή των ενθουσιασμών
σε ποιο σκοτάδι σκουριασμένη;
Η θαρραλέα διαδρομή ελπιδοφόρων ιαχών
σε ποια γωνιά ξεψυχισμένη;

Η έλευση παλιών δεινών, πληγή στο σώμα των εθνών,
στα μάτια όλων δεδομένη.
Μέσα στη στάχτη σιωπηλή μνήμη αγώνων των λαών.
H Ιστορία περιμένει…


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Προς αναχωρητές


Ψυχές ευγενικές και ντελικάτες,
υπάρξεις εύθραυστες,
αν σας γυρίσανε τις πλάτες,
μη φύγετε.

Υπάρχουν κι άλλοι. Λίγοι, μα υπάρχουν,
μαζί σας να σηκώνουν την αλήθεια,
κι ας σημειώνει νίκες η ασχήμια.
Μη φύγετε.

Κι αν δεν τους βρίσκετε αυτούς τους λίγους,
γιατί κι εκείνοι σιωπηλοί,
βέβαιο είναι πως υπάρχουν.
Κι είναι αυτό πολύ!


Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αγρανάπαυση


Κάποιοι φθαρμένοι σπόνδυλοι, οι ώμοι και τα χέρια
εδώ και μήνες φωνασκούν, ανάπαυση ζητούν,
δεν πήρανε κανονικές άδειες τα καλοκαίρια
και τώρα στο ωράριο μείωση απαιτούν…

                                                                    (Ου γαρ έρχεται μόνον…)


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Εκείνη σαν όνειρο


Μέσα στη θλίψη με βρήκε το μήνυμα
σε καταφύγιο μοναχικό.
Λίγο απαίτηση, λίγο παράκληση,
φίλος παλιός μ’ έναν λόγο θερμό
με προσκαλούσε σε κάποια συνάθροιση.
Δε θα μπορούσα σ’ αυτόν ν’ αρνηθώ.

Φίλοι και άλλοι, πολύβουη σύναξη,
γέλια, τραγούδια, χορός και χαρές,
νοσταλγική η ωραία συνύπαρξη
και τα ποτήρια, υγείες, ευχές.

Όμως εγώ βουτηγμένος στα άγχη μου,
και οι κινήσεις μου μηχανικές,
σαν θεατής στην απόμερη άκρη μου,
χείλη σφιγμένα, κουβέντες λειψές.

Γκρίζα η όψη μου, γκρίζα η σκέψη μου,
και στο ρολόι οι δείκτες αργοί.
Ώσπου εκεί, στην απόμακρη θέση μου
ήρθε Εκείνη, απλή, γελαστή.

Ήταν για μένα μια ύπαρξη άγνωστη.
Ήρθε κοντά μου με λόγια ζεστά
να ξεθωριάσει τη γκρίζα μου διάθεση,
ανεπιτήδευτα, διακριτικά.

Ήταν το βλέμμα της εύφορη όαση,
που μου λιγόστεψε την ερημιά,
και με δική μου – δική της απόφαση
βρέθηκα μες στο χορό τελικά.

Βεβιασμένα τα πρώτα χαμόγελα,
όμως τα χέρια της λυτρωτικά.
Όσα πριν λίγο θαμπά και ανώφελα,
γίνονταν έξαφνα ελκυστικά.

Θλίψη, κατήφεια στο περιθώριο,
χείλη λυμένα, κουβέντες πολλές,
ήταν σαν ένα παράξενο όνειρο
κι είχε μονάχα ωραίες στιγμές.

Μέσα στο πλήθος σε λίγο την έχασα,
την αναζήτησα μ’ επιμονή,
αγωνιώντας, για ώρα την έψαξα.
Μάταιος κόπος. Καμία φωνή.

Ρώτησα τόσους να μάθω ποια ήτανε,
ποιο τ’ όνομά της και πώς να τη βρω.
Άγνωστη είπαν, κανείς δεν την ήξερε,
λες κι ήταν όμορφο αερικό.

Δέκατη μέρα. Παλιά η συνάντηση,
μέσα μου κι έξω βαριά χειμωνιά,
μένει Εκείνης γλυκιά η ανάμνηση
σαν το κερί σε πηχτή σκοτεινιά.

Δέκατη μέρα, πυκνό το χιονόνερο.
Τακ-τακ στην πόρτα μου, διστακτικά.
Ποιον περιμένω; Να είμαι σε όνειρο;
Μπρος μου Εκείνη με χέρια ανοιχτά!

Είναι αλήθεια! Μα είναι σαν όνειρο,
έχω μπροστά μου θερμή αγκαλιά.

Μες στο χειμώνα μου όλα ανθίσανε,
άφαντη έγινε η ερημιά.
Αστραπιαία τα μάτια μιλήσανε.
Όρκοι αυθόρμητοι, χίλια φιλιά!


Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Συκοφάντης


Απρόσμενα, χωρίς καμιάν αιτία
κι ενώ το κλίμα ήταν ανθηρό,
βαριεστημένοι οι καλοί του φίλοι,
τον αποφεύγουν, είναι φανερό.

Κοντά του μόνο δύο απομένουν,
όπως και πάντα σίγουροι κι απλοί,
με ειλικρίνεια τον συντροφεύουν,
σε όλα τους καθάριοι και αγνοί.

Δεν άργησε να μάθει την αιτία
πώς ξάφνου η ατμόσφαιρα θολή,
μια άθλια χοντρή συκοφαντία,
που όμως την πιστέψανε πολλοί.

Κατάλαβαν κι επέστρεψαν οι φίλοι,
μονάχα τρεις δε γύρισαν ξανά.
Καλύτερα; χειρότερα; ποιος ξέρει;
Μα τούτο τον ενόχλησε βαθιά.

Σαν φλόγα τού κεριού ο συκοφάντης
να κάψει το χρυσάφι προσπαθεί,
ποτέ δεν καταφέρνει να το λιώσει,
να το μαυρίσει όμως το μπορεί…


Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η σκοτεινή πλευρά


Φιλότιμος, μακρόθυμος, πηγαίος,
ειλικρινής και προσηνής,
ανυστερόβουλος, γενναίος,
ευαίσθητος, αλτρουιστής.

Επαίνους και χτυπήματα στην πλάτη
είχε μαζέψει και χαρεί από μικρός.

Δεν κάκιωνε στις ψεύτικες φιλίες,
με όλους καθαρός και ανοιχτός,
ούτε διύλιζε φτηνές υποκρισίες.
Και ήμερα κυλούσε ο καιρός.

Μα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου,
σαν τον πλημμύρισε το ψέμα το πολύ
με κολακείας σκοπιμότητες χυδαίες,
εκμεταλλεύσεις δίχως κάποια συστολή.

Ξαναμελέτησε τις όμορφες ιδέες.
Κι άφησε πίσω του το άδολο παιδί.

Γυρίσανε ανάποδα οι δείκτες
και υποψίες τού καρφώθηκαν στο νου,
εκεί που έβλεπε μονάχα καλοσύνες,
τώρα ξεφύτρωνε η όψη τού κακού.

Τους άφησε ανάποδα τους δείκτες
να σβήνουνε γοργά το παρελθόν,
συμμάζεψε αγάπες και φιλίες
κι όρθωσε φράχτη στο δικό του το παρόν.

Ξεφόρτωσε το βάρος των επαίνων
και των χαμόγελων την άφθονη βαφή.
Πήρε στα χέρια του τη ρότα των ανέμων,
από των άλλων την τριβή ν’ απαλλαγεί.

Ελεύθερος στη νέα του πορεία,
στην άκρη τα φορτία τα παλιά.

Μα έπεσε βαριά η εμπειρία,
θηρίο ψυχοβόρο η μοναξιά.
Ετούτη η  ακραία ελευθερία
είχε μιαν άλλη, κατασκότεινη, πλευρά.