Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Ο άγνωστος Βάσος

 
Αφέλεια ευδιάκριτη,
οι ικανότητες μικρές.
Υπέφερε από τους άλλους,
οι εμπειρίες του πικρές.

Δεν τά ’παιρνε τα γράμματα ο Βάσος·
μέχρι την τρίτη στο Δημοτικό.
Μονάχα τα θελήματα η δουλειά του,
δεν άντεξε κανένα αφεντικό.

Η μάνα του συχνά τον επαινούσε
για οτιδήποτε κατάφερνε καλό,
κι εκείνος άλλο τόσο να βοηθάει,
όσο μπορούσε με το λίγο του μυαλό.

Το ζοφερό σαρανταένα,
ο Βάσος στα δεκαεφτά,
με κάποιους άλλους μες στην πείνα
για λάδι μέχρι την Παραμυθιά.

Μια μαύρη μέρα, σαν θηρία
ανθρωποβόροι ήρθαν Γερμανοί,
παρέδωσαν στις φλόγες το χωριό μας,
με τρόμο στα βουνά οι χωριανοί.

Αδιάφορος στον κίνδυνο ο Βάσος
κι ας σφύριζαν οι σφαίρες στο χωριό,
σε αποθήκες έψαξε κουβάδες
απ’ το πηγάδι μάζευε νερό.

Κατάφερε να σβήσει έξι σπίτια,
να σώσει των γειτόνων ζωντανά.
Τον βρήκανε κατάμαυρο να τρέχει,
σαν άφησαν οι άλλοι τα βουνά.

Κανείς δεν ξαναπείραξε το Βάσο,
πολλοί γεμάτοι ενοχές.
Κι η μάνα του ευτυχισμένη
που είχε ο Βάσος της αξίες μυστικές.

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Τοπίο διαρκείας

 
Αχρείων μεγαληγορία
ηγετική αβελτηρία
εικονική ευημερία
διεφθαρμένη ευφορία
στα όρη ανεμοθηρία

φασιστικές παλινορθώσεις
βεβιασμένες εκκενώσεις
τρομοσκοπούμενες ιώσεις
ξένων πατρώνων δικαιώσεις
αδέκαστων απαξιώσεις

παρωχημένες υποσχέσεις
κοινωνικές αποσυνθέσεις
ξεπουλημένες κατασχέσεις
ανάξιων επιβραβεύσεις
μαφιόζικες επισυνδέσεις

αντεθνικές υποχωρήσεις 
του χρέους διαρκείς αυξήσεις
νοσοκομείων παραλύσεις
κατευθυνόμενες ειδήσεις
μονοφωνίας ενισχύσεις

παραγραφές χοντρών σκανδάλων
κυριαρχία παπαγάλων
δημηγορίες άλλ’ αντ’ άλλων
ασχήμιες τακτικών βανδάλων
κατακαμένο περιβάλλον.

Κατάλογος απελπισίας
σε καθεστώς ανοησίας
προκλητικής αναισθησίας
ανύπαρκτης αυτογνωσίας
γενικευμένης αφασίας.

Και άλλα τόσα να προσθέσεις,
η λίστα τούτη δεν τελειώνει,
μα τελειώνει η πατρίδα,
σαν πλοίο μες στην καταιγίδα
και με χαμένη την πυξίδα.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Σοδειά

 
Ήρθαν τέσσερις εμπόροι, μου ζητούνε τη σοδειά,
όπως πέρυσι και φέτος να την πάρουνε φθηνά.
Είπα δεν τους τη χαρίζω, είν’ ο κόπος μου πολύς.
Κάθε χρόνο μαθημένοι στον τορό τής αρπαγής.

Πήγα ρώτησα στην πόλη, ψάχνοντας καλή τιμή,
ίδιοι όλοι οι εμπόροι, στο αγόρασμα φθηνοί.
Βρήκα άλλους συναδέλφους, λόγια είπαμε καλά,
να σταθούμε ενωμένοι, να χαθούν τ’ αρπακτικά.

Λόγια-λόγια δίχως πράξη και μας πήραν τη σοδειά,
ξαναζύγισαν τους κόπους με δική τους ζυγαριά.
Μεροδούλι-μεροφάι, στη δουλίτσα μας εμείς,
ο καθένας μοναχός του κι οι εμπόροι ευτυχείς!