Σε περιμένω μες στη νύχτα σαν ένα σύντροφο παλιό,
στη σοβαρή λιτή μορφή σου βλέπω χαμόγελο αχνό.
Ανθρώπινο το πρόσωπό σου, το παρελθόν σου θεϊκό,
λαοί αρχαίοι σε λατρέψαν συμπαραστάτη στον καημό.
Λαμπρύνεις κορυφές ελάτων, φωτίζεις βράχια και πλαγιές,
καθοδηγείς στα μονοπάτια τής νύχτας περιπατητές.
Παράθυρα κλειστά ανοίγεις, ανθρώπους μόνους συγκινείς,
χαμένα όνειρα ανασταίνεις, έρωτες νέους πυρπολείς.
Κάποτε δείχνεις την ισχύ σου, τον ήλιο κάνεις σκοτεινό,
για μας και πάλι τον αφήνεις και μας τον δίνεις φωτεινό.
Και αν οι Άρμστρογκ σημαδέψαν της σκόνης σου την ερημιά
και πάνω σου αφήσαν τόσα τεχνήματα μεταλλικά,
αλώβητη η ομορφιά σου, όπως τα χρόνια τα παλιά.
Ακόμα κι όταν μοιάζεις δάκρυ, νυχάκι μες στον ουρανό,
το κάλλος σου στο λίγο φως σου έργο αρχαίο ακριβό.
Σε περιμένω μες στη νύχτα σαν ένα σύντροφο παλιό,
διακριτικό στη μοναξιά μου, σίγουρο πάντα και πιστό.