Αργά
κυλάει το βαθύ αμίλητο ποτάμι,
την
ιστορία κουβαλά αρχέγονων πηγών,
από
ανήλιες ρεματιές αδύναμο κινάει
και
κλείνει μέσα του φωνές χειμάρρων βουερών.
Γυρνούνε
μήνες, εποχές, ξοδεύονται τα χρόνια,
κοντά
του χτίζουν μέγαρα, του κλέβουν τα νερά,
ζωή
τού δίνουν διαρκώς βροχές, χαλάζια, χιόνια
κι
αυτό βουβό και ήμερο το δρόμο του τραβά.
Μα
κάποτε επίμονες βροχές το αβγαταίνουν,
πανίσχυρο
στο διάβα του, κανείς δεν το κρατά,
από
παντού νεροσυρμές την κοίτη του φαρδαίνουν
και
η φωνή του τώρα πια ακούγεται μακριά.
Υψώνουν
αναχώματα, εμπόδια σωρεύουν,
μη
χάσουν τα υπάρχοντα, φοβούνται τον εχθρό,
πεντακοσιομέδιμνοι
αρχίζουνε να τρέμουν,
τα
στρέμματά τους απειλεί το άγριο θεριό.
Ωρύεται
το μέχρι χτες λιγόλογο ποτάμι
και
παίρνει μες στα σπλάχνα του γεφύρια και αυλές,
ακάθεκτο
απλώνεται, καινούρια γη γεννάει
και
φαίνεται να σβήνονται ασφάλειες παλιές.
Για
μέρες μένουν τα νερά θολά και θυμωμένα,
ώσπου
στη νέα κοίτη τους αργά να τραβηχτούν,
τοπίο
πια αλλιώτικο με άλλα δεδομένα,
παλιά
και νέα στρέμματα θα ξαναμοιραστούν.
Καινούριοι
δρόμοι θ’ ανοιχτούν, γεφύρια θα στηθούνε,
ανάσα
κι ανακούφιση για άλλη μιαν αρχή.
Κι
όπως τα χρόνια θα περνούν, πάλι θ’ αναδειχτούνε
πεντακοσιομέδιμνοι
στη νέα εποχή…