Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αγρανάπαυση


Κάποιοι φθαρμένοι σπόνδυλοι, οι ώμοι και τα χέρια
εδώ και μήνες φωνασκούν, ανάπαυση ζητούν,
δεν πήρανε κανονικές άδειες τα καλοκαίρια
και τώρα στο ωράριο μείωση απαιτούν…

                                                                    (Ου γαρ έρχεται μόνον…)


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Εκείνη σαν όνειρο


Μέσα στη θλίψη με βρήκε το μήνυμα
σε καταφύγιο μοναχικό.
Λίγο απαίτηση, λίγο παράκληση,
φίλος παλιός μ’ έναν λόγο θερμό
με προσκαλούσε σε κάποια συνάθροιση.
Δε θα μπορούσα σ’ αυτόν ν’ αρνηθώ.

Φίλοι και άλλοι, πολύβουη σύναξη,
γέλια, τραγούδια, χορός και χαρές,
νοσταλγική η ωραία συνύπαρξη
και τα ποτήρια, υγείες, ευχές.

Όμως εγώ βουτηγμένος στα άγχη μου,
και οι κινήσεις μου μηχανικές,
σαν θεατής στην απόμερη άκρη μου,
χείλη σφιγμένα, κουβέντες λειψές.

Γκρίζα η όψη μου, γκρίζα η σκέψη μου,
και στο ρολόι οι δείκτες αργοί.
Ώσπου εκεί, στην απόμακρη θέση μου
ήρθε Εκείνη, απλή, γελαστή.

Ήταν για μένα μια ύπαρξη άγνωστη.
Ήρθε κοντά μου με λόγια ζεστά
να ξεθωριάσει τη γκρίζα μου διάθεση,
ανεπιτήδευτα, διακριτικά.

Ήταν το βλέμμα της εύφορη όαση,
που μου λιγόστεψε την ερημιά,
και με δική μου – δική της απόφαση
βρέθηκα μες στο χορό τελικά.

Βεβιασμένα τα πρώτα χαμόγελα,
όμως τα χέρια της λυτρωτικά.
Όσα πριν λίγο θαμπά και ανώφελα,
γίνονταν έξαφνα ελκυστικά.

Θλίψη, κατήφεια στο περιθώριο,
χείλη λυμένα, κουβέντες πολλές,
ήταν σαν ένα παράξενο όνειρο
κι είχε μονάχα ωραίες στιγμές.

Μέσα στο πλήθος σε λίγο την έχασα,
την αναζήτησα μ’ επιμονή,
αγωνιώντας, για ώρα την έψαξα.
Μάταιος κόπος. Καμία φωνή.

Ρώτησα τόσους να μάθω ποια ήτανε,
ποιο τ’ όνομά της και πώς να τη βρω.
Άγνωστη είπαν, κανείς δεν την ήξερε,
λες κι ήταν όμορφο αερικό.

Δέκατη μέρα. Παλιά η συνάντηση,
μέσα μου κι έξω βαριά χειμωνιά,
μένει Εκείνης γλυκιά η ανάμνηση
σαν το κερί σε πηχτή σκοτεινιά.

Δέκατη μέρα, πυκνό το χιονόνερο.
Τακ-τακ στην πόρτα μου, διστακτικά.
Ποιον περιμένω; Να είμαι σε όνειρο;
Μπρος μου Εκείνη με χέρια ανοιχτά!

Είναι αλήθεια! Μα είναι σαν όνειρο,
έχω μπροστά μου θερμή αγκαλιά.

Μες στο χειμώνα μου όλα ανθίσανε,
άφαντη έγινε η ερημιά.
Αστραπιαία τα μάτια μιλήσανε.
Όρκοι αυθόρμητοι, χίλια φιλιά!


Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Συκοφάντης


Απρόσμενα, χωρίς καμιάν αιτία
κι ενώ το κλίμα ήταν ανθηρό,
βαριεστημένοι οι καλοί του φίλοι,
τον αποφεύγουν, είναι φανερό.

Κοντά του μόνο δύο απομένουν,
όπως και πάντα σίγουροι κι απλοί,
με ειλικρίνεια τον συντροφεύουν,
σε όλα τους καθάριοι και αγνοί.

Δεν άργησε να μάθει την αιτία
πώς ξάφνου η ατμόσφαιρα θολή,
μια άθλια χοντρή συκοφαντία,
που όμως την πιστέψανε πολλοί.

Κατάλαβαν κι επέστρεψαν οι φίλοι,
μονάχα τρεις δε γύρισαν ξανά.
Καλύτερα; χειρότερα; ποιος ξέρει;
Μα τούτο τον ενόχλησε βαθιά.

Σαν φλόγα τού κεριού ο συκοφάντης
να κάψει το χρυσάφι προσπαθεί,
ποτέ δεν καταφέρνει να το λιώσει,
να το μαυρίσει όμως το μπορεί…