Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Εξετάσεις


Όλοι στα ίδια σχεδόν, στη μικρή την κωμόπολη, 
βίοι παράλληλοι, όμοια ζωή,
λίγα τα πρόβατα, λίγα τα κτήματα,
και μεταξύ τους οι πάντες γνωστοί.

Πλήθος παιδιά στο σχολειό τής κωμόπολης,
μα στο Γυμνάσιο λίγοι, καλοί,
άλλοι στα πρόβατα, άλλοι στα κτήματα,
ούτε μαθήματα ούτε βαθμοί.

Η Ανδρομάχη μαθήτρια άριστη,
ένα υπόδειγμα στη διαγωγή,
και στο Γυμνάσιο μα και στα κτήματα
εργατική και σε όλα σωστή.

Ήρθε με δύναμη στις πανελλήνιες,
κλίση και πόθος της, ιατρική,
θέματα δύσκολα, όμως πανέτοιμη,
μες στα βιβλία της από μικρή.

Μόνο στην έκθεση λέξη αμφίσημη,
κάποιοι το θέμα το πήραν αλλιώς,
στην οδηγία η μία περίπτωση,
και για εκείνους μικρός ο βαθμός.

Της Ανδρομάχης ο στόχος ανέφικτος
και των σπουδών της οι πόρτες κλειστές,
απογοήτευση, τ’ όνειρο ψεύτικο
και των δικών της οι σκέψεις πικρές.

Λίγοι συμπάθησαν, λίγοι συμπόνεσαν
τέτοιο κορίτσι να μείνει εκτός,
όμως οι γλώσσες μικρών και κακόψυχων,
βόρβορος γίνανε και οχετός.

- Άριστη, άριστη κι όμως απέτυχε!
- Δε θα μας γίνουνε κι όλοι γιατροί!
- Κόρη τής …Χάιδως, μεγάλη απαίτηση!
- Ας απομείνουν στα ίδια κι αυτοί…

Δεύτερος χρόνος, καινούρια προσπάθεια,
μ’ επιμονή στον αγώνα ξανά,
πείσμα και πίστη να γίνει το όνειρο
και στους δικούς της να δώσει φτερά.

Άριστα σ’ όλα, μεγάλη δικαίωση,
πόρτες ορθάνοιχτες για τις σπουδές,
άνθρωπος άξιος με αφοσίωση
για το λειτούργημα, ήθος κι αρχές.

Όλοι ευχές, περισσέψαν οι έπαινοι,
ζήλεια και φθόνος κρυφτήκαν καλά,
στο φτωχικό τα μικρά τα διέγραψαν,
πάντοτε είχαν μεγάλη καρδιά.
                               
                               Η Ανδρομάχη, συνταξιούχος πια, μετά από
                               35 χρόνια προσφοράς, και στους ανθρώπους
                               τής κωμόπολης.


Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Είκοσι χρόνια


Είκοσι χρόνια!
Κι έξαφνα μπρος μου εκείνη!
Μ’ ένα πανέμορφο στην αγκαλιά.

Σίγουρα ήταν εκείνη.
Στάθηκε δίχως να βγάλει μιλιά.
Όμως λαλίστατο είχε το βλέμμα,
κι όσα ξεσκέπασε, αληθινά:

(Ήταν δικές σου οι όμορφες λέξεις
που με τυλίξανε σαν πυρκαγιά,
τι τρυφερές οι γλυκές υποσχέσεις,
κι άνθισε η ζήση μου σαν μυγδαλιά.

Ήσουν εσύ που θερμά την ξεκίνησες
μες στην ψυχή μου μεγάλη γιορτή,
ήσουν εσύ που ψυχρά την τελείωσες
κι έγινε πάλι η ζωή μου πεζή.
Μες στη δική σου ψυχή, πώς εξήγησες,
δίχως αιτία φυγή σιωπηρή;)

Έτσι μου μίλησε με τη μορφή της,
λέξη δε βρήκα καμιά να της πω.

Πήρε το βλέμμα της και τη σιωπή της,
τράβηξε ίσια με βήμα κοφτό.
Γύρισε μόνο τ’ ωραίο παιδί της,
μού ’κανε γεια μ’ ένα γέλιο γλυκό.

                  (Στίχοι αφιερωμένοι στο φίλο Θ., το μοναχικό).


Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Χόμο Χιρόσιμους


Άφησες πίσω αδέρφια, ξαδέρφια,
ζούγκλες, σαβάνες, πυκνόφυλλα δέντρα,
βρήκες τον τρόπο να χτίσεις καλύβες.
Κράτησες μέσα σου τους χιμπατζήδες.

Έμαθες μες στα θηρία το φόβο,
λάβα σπασμένη αγχέμαχο όπλο,
των εργαλείων δεινός εφευρέτης
και στο νερό θαρραλέος ερέτης.

Κόπος αδιάλειπτος η εμπειρία
κι από κοντά σου λαβή η θρησκεία,
ο πονηρός, τού θεού ο μεσίτης,
τρέξε εσύ και αγρότης και χτίστης.

Μες στα χωριά οι καλοί και οι άλλοι,
πότε τραγούδια και πότε η πάλη,
Κάιν ακμαίοι στο νόμο τής βίας,
κλέη απάνθρωπα της Ιστορίας.

Αγωνιστής, φοβερός χειρομάχος,
πότε με άλλους και πότε μονάχος,
πολιτισμός στων αιώνων τη δίνη,
μέσα στην πρόοδο και η οδύνη.

Χιλιετίες, μυριάδες σελίδες.
Πάντα στο αίμα σου οι χιμπατζήδες.
Πνεύμα και πόλεμος όμοιο το βήμα.
Και η κατάληξη στη Χιροσίμα.