Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Το μετά

Ήταν μεγάλο το πλήθος,
είχε δικαία οργή
κι έβαλαν πλάτη ν’ ανέβει ο ήλιος.

Ήταν μεγάλος ο πόθος,
είχε πικρό παρελθόν
κι έπαψε πια να τους ζώνει ο φόβος.

Ήταν μεγάλη η δίψα
να στεριωθεί το σωστό
κι είχανε σίγουρο όλοι το πείσμα.

Άνοιξε μπρος τους ο δρόμος,
είδαν πως ήταν μακρύς,
όμως κανένας δεν ένιωθε μόνος.

Βήματα πρώτα, γενναία –
να που μπορούσαν λοιπόν – 
και τα αισθήματα ήσαν ακμαία.

Βήματα νέα με μόχθο,
βρήκαν την πρώτη στροφή,
κάποιοι μιλήσαν για μάταιο κόπο.

Μες στη στροφή η παγίδα –
γνώστης δεινός ο εχθρός –
άφθονο σκόρπισε γύρω το χρήμα.

Λίγοι στο χρήμα σταθήκαν
και απομείναν εκεί.
Μα οι πολλοί στον αγώνα τραβήξαν.

Πλήθος στροφές κι ανηφόρες,
όμως η πίστη σκληρή,
πρόβαλαν ήδη ευοίωνες ώρες.

Ήρθε επιτέλους η νίκη,
μέρα θριάμβου τρανή,
και του εχθρού λουφαγμένοι οι λύκοι.

Γιόρτασαν όλοι τη νίκη,
ήταν θερμές οι ευχές,
φανταχτεροί επινίκιοι ύμνοι.

Λόγια ακόμα ωραία,
μα οι καιροί βιαστικοί,
όλοι τους τώρα καθήκοντα νέα.

Βήματα αλλιώτικου μόχθου
να στεριωθεί το σωστό,
άλλη πορεία μακρύτερου δρόμου.

Άλλες στροφές κι ανηφόρες.
Κι ένας καινούριος εχθρός!
Πιο δυνατός! Και όλες τις ώρες.

Ήταν αντίπαλος μέγας,
κάθε στιγμή και λεπτό.
Μέσα του πάντα τον είχε καθένας…


Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Φυγή στα 91

Χίλια μάς έκανες καλά, σβησμένα τα ’χες όλα,
ένα εμείς σού κάναμε και το ’φερες βαριά,
λίγες βδομάδες έμειναν την τελευταία ώρα,
να σε υπηρετήσουμε μ’ όλη μας την καρδιά.

Σίγουρα κρυφομίλησες στην Άτροπο τη νύχτα
και χάρη θα της ζήτησες, για πρώτη σου φορά,
τη θερμοπαρακάλεσες να κόψει πια το νήμα,
μη και προλάβεις, κούραση να φέρεις στα παιδιά.

Στην άκρη ανενδοίαστα ξανά τον εαυτό σου,
όπως και σ’ όλη τη ζωή, στους άλλους το μυαλό,
ακόμα και σαν έφτασες μπροστά στο θάνατό σου,
πέρα από κάθε όριο, να κάνεις το καλό.

Γυρνώ στα τόσα που ’ζησες απ’ τα μικρά σου χρόνια,
πολέμους, φτώχειες, άδικα, ποικίλες συμφορές,
σαν έλατο περήφανο στη λάβα και στα χιόνια,
στεκόσουνα αφόβιστη. Θηρίου αντοχές!

Όσα κι αν γράψω, λιγοστά μπρος στη μεγαλοσύνη,
με δέος για το μέγεθος, άπειρο σεβασμό,
φτωχές οι λέξεις, δε χωρούν την τόση καλοσύνη,
πώς να φανεί το βάθος της μέσα σ’ ένα γραπτό;

   Ένα μικρό γραπτό για έναν μεγάλο Άνθρωπο, που έφυγε οριστικά και αμετάκλητα, πριν λίγες μέρες, μετά από σύντομη ασθένεια.
   Δεν προλάβαμε να της ανταποδώσουμε ένα ελάχιστο μέρος απ’ αυτά που τις χρωστούσαμε. Εμείς, τα παιδιά της, γέροντες πια κι εμείς.
   Το μεγάλο της ελάττωμα: να ξεπερνά συνεχώς τα όρια της καλοσύνης. Και παρέμεινε …αδιόρθωτη, μέχρι την τελευταία της στιγμή, έχοντας πλήρη διαύγεια.
   Γροθιά στο στομάχι, Μάνα, η φυγή σου. Κι ο πόνος οξύς!


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Βασιλική (1932-2007)

Δυο τάξεις στο Δημοτικό η έξυπνη Βασιλική,
δεν άφησε ο πόλεμος,
οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί και Έλληνες με Έλληνες
και στο χωριό μας όλεθρος.

Μες στο πενήντα η παντρειά, τη ζήτησε ο δάσκαλος,
μεγάλο είπαν τυχερό,
κι ας ήταν λίγο άσχημος κι ας είχε σόι άθλιο
και πεθερά και πεθερό.

Ο κόσμος στην ανέχεια, εκείνος είχε το μισθό,
κι οι νέοι ήταν λιγοστοί,
κοντά στις μάχες το χωριό, εννέα χρόνια ρημαδιό,
και σκοτωθήκανε πολλοί.

Τρία παιδιά στα γρήγορα, μα δυνατή η Βασιλική
και ικανή νοικοκυρά,
σκαφίδι, φούρνο, αργαλειό και πλέξιμο και ραπτική
και τα ’χε όλα στη σειρά.

Από τις πέντε το πρωί σαν το μουλάρι στη δουλειά,
κάθε φροντίδα πάνω της,
τα μέσα κι έξω τού σπιτιού, να μεγαλώσει τα παιδιά,
τα πάντα από τα χέρια της.

Ο δάσκαλος αμέτοχος, τα ’βρισκε όλα έτοιμα
και είχε βολευτεί καλά,
η πεθερά με το κεντρί για όλα είχε αντίρρηση
κι αναζητούσε τα στραβά,
ο πεθερός λιγόμυαλος, αέρας η συζήτηση,
δεν ήξερε να εκτιμά.

Δώδεκα χρόνια στο ζυγό η άψογη Βασιλική,
το στόμα της ραμμένο,
μες στα καρφιά και στα κεντριά, στην αφασία τού πασά,
λουλούδι μαραμένο.

Η μόνη της απαντοχή τα τρία άριστα παιδιά,
της έδιναν ελπίδες,
τα άλλα, άκαρδα, στυφά, αγέλαστα ή εχθρικά
και γλώσσες σαν λεπίδες.

Και μια Δευτέρα το πρωί η άκακη Βασιλική,
μία κραυγή μεγάλη.
Είχε τελειώσει η ανοχή, στο τέρμα η υπομονή,
σήκωσε το κεφάλι.

Ξαφνιάστηκε ο δάσκαλος, οι γέροι τα χρειάστηκαν
και κάναν να φωνάξουν,
μα πιο πολύ η Βασιλική, κι ακούσαν κάποιοι χωριανοί
και τρέξαν για να μάθουν.

Νομίσαν πως τρελάθηκε η ήσυχη Βασιλική,
φωνή ποτέ δεν είχε,
δώδεκα χρόνια είλωτας, τώρα θα γίνει ήρωας;
Το θάρρος πώς το βρήκε;

Δεν άφησε καμιά δουλειά η άξια Βασιλική,
φροντίδα όπως πρώτα.
Μα πέταξε από πάνω της κάθε κουβέντα και καρφί,
τους έδειξε την πόρτα.
Απαίτησε το σεβασμό στον κόπο και στον πόνο της,
στον άφωνο ιδρώτα.

Οι γέροι το βουλώσανε, στην άκρη τους ζαρώξανε,
ο είλωτας μη φύγει,
ο δάσκαλος φοβήθηκε, τον εαυτό του νοιάστηκε,
ο δούλος μη του λείψει,
έδειξε κάποια αλλαγή, τις ξάπλες του τις μάζεψε,
είπε σωστός θα γίνει.

Δυο τάξεις στο Δημοτικό η εύψυχη Βασιλική,
η τύχη της κομμένη.
Η Ιστορία αυτουργός, η εποχή της συνεργός,
ζωή σημαδεμένη.


Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Αρχηγός

Ο ηγέτης στο βήμα, με λόγο γραπτό,
απαρίθμηση στόχων, τα θα πλεονάζουν,
προσπαθούν κάποιοι λίγοι να δώσουν παλμό,
μα τα πρόσωπα πλέον βαριά σκοτεινιάζουν.

Αρχηγός εκλεγμένος με ψήφους πολλών,
ακουγόταν συχνά, και γνωστός από χρόνια,
αν και, λίγο πολύ, όλοι ξέραν γι’ αυτόν,
λες και τύφλα ενέσκηψε μέσα στο κόμμα.

Συνεχίζει απτόητος, χειρονομεί,
στων αιθέρων τα ύψη τα λόγια του τρέχουν,
σε μιαν άλλη νομίζει πως ζει εποχή,
μετρημένοι οι λίγοι που πια τα πιστεύουν.

Η μουρμούρα απλώνει, το κλίμα βαρύ.
Αρχηγίας ξανά, ποιος να θέσει το θέμα,
αγωνία καινούρια: θα ρθουν οπαδοί;
κι οι αντίπαλοι θα ’χουν να πούνε για ψέμα.

Ποιος να βγει να τραβήξει με σθένος μπροστά,
οι αρχές μας στο φως καθαρά να φανούνε,
να τολμήσει να σπάσει των Μέσων δεσμά,
που τ’ αηδόνια τους, ό,τι ποθούν κελαηδούνε.

Πόσα χρόνια στο κόμμα ν’ αντέξει κανείς
σκοπιμότητες, ίντριγκες, λάθος θυσίες,
στο τραπέζι να φτάνουν προτάσεις διαυγείς
και να βρίσκουνε άλλοθι στις συγκυρίες.