Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Της πεζότητας


Ποιήματα σου έγραψα, σου έδειξα τη δύση,
ιάμβους σού ψιθύρισα, σε τράβηξα στα ύψη,
με χίλιες λέξεις μίλησα.

Λόγια τρυφερά σού είπα, σε νανούρισα,
με τροχαίους τής καρδιάς μου σε τραγούδησα,
λέξεις χίλιες ξόδεψα.

Και στις ακτές τού Ομήρου σ’ οδήγησα,
με τους δακτύλους σε άστρα σε γύρισα,
χίλιες οι λέξεις που βρήκα.

Της ζωής ομορφιές μπρος στα μάτια σου έστησα,
αναπαίστους πληθώρα, τις νύχτες σού κέντησα,
χίλιες λέξεις τις έψαξα.

Με σένα στη σκέψη πολλά παραμέρισα,
σ’ αμφίβραχυ, τέλος, τους στίχους μου μέτρησα,
και λέξεις ακόμ’ απομένουν.

Κι οι δικές σου οι λέξεις: κρεβάτι, τραπέζι, ποτήρι, καρέκλα.
Ω πεζότητα, μάταια πέφτουν απάνω σου όλα τα μέτρα…

2 σχόλια:

  1. Μάταια!!! Και μπορεί να διαβάζεται το ποίημά σου χαλαρά κι ένα χαμόγελο να αφήνει, αλλά, όταν τη ζεις αυτή τη ματαιότητα, νιώθεις μεγάλη πίκρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Υπάρχουν καλοσυνάτοι και απλοί άνθρωποι, αλλά τόσο άσχετοι, που οι διάλογοι εξαντλούνται στα εντελώς τετριμμένα.
      Εκείνο που είναι απογοητευτικό, να συναντάς σπουδαγμένους, και να αρκείσαι να μιλάς κυρίως για κοντοσούβλια, για περιγραφές ξενοδοχείων, για μοντέλα αυτοκινήτων και άλλα βαθυστόχαστα συναφή.
      Ευχαριστώ για την επίσκεψη, Αλεξάνδρα.

      Διαγραφή