Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Πες δεν πειράζει


Κι αν κάποιοι δε σ’ αφήνουν να τους αγαπήσεις,
μη γίνεις φορτικός, μην επιμείνεις,
πες δεν πειράζει.

Κι αν το χαμόγελο καρδιάς δεν τους αγγίζει,
τι φταιν αν δε μπορούν; μη σε κεντρίζει,
πες δεν πειράζει.

Κι αν λόγος δυσφορίας ως τη γλώσσα φτάσει,
το έρκος των οδόντων να προφτάσει,
πες δεν πειράζει.

Ίσως ο χρόνος αισθανθεί και κάτι κάνει,
ποτέ δεν είναι αργά για την αγάπη,
ίσως προλάβει.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Παράτες-Πρωτόκολλα


Σοβαροί οι φαντάροι, καλοντυμένοι,
μακριά απ’ το έργο τους, στέκουν ορθοί.
Σε στρωμένο χαλί, βηματίζουν μπροστά τους,
οιονεί βασιλείς, δύο πρωθυπουργοί.

Οι αιώνες περνούν, τα πρωτόκολλα μένουν
κραταιά σε πολλές τού πλανήτη γωνιές,
κι αν παλιές δυναστείες και θρόνοι χαθήκαν,
παραμένουν ακλόνητες κούφιες τιμές.

Βασιλείς, ηγεμόνες, στρατάρχες, σουλτάνοι,
αυτοκράτορες, ύπατοι, φαραώ,
υπηκόων το φόβο τον είχαν ανάγκη,
απαιδεύτων και δούλων τους το θαυμασμό.

Μες στα χρόνια ορίσαν θεσμούς εγκωμίων,
στολισμένης βλακείας γελοίες πομπές
και με ύφος και πόζα θεών επιγείων,
ωσαννά απαιτούσαν, ζητούσαν ευχές.

Στρατιώτες, και τώρα, λες κι είναι παιχνίδια,
μεταφέρονται, στήνονται σε προσοχή,
σπουδαγμένοι ηγέτες - χωρίς πια λοφία-
τα πρωτόκολλα δέχονται, δίχως ντροπή.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Της πεζότητας


Ποιήματα σου έγραψα, σου έδειξα τη δύση,
ιάμβους σού ψιθύρισα, σε τράβηξα στα ύψη,
με χίλιες λέξεις μίλησα.

Λόγια τρυφερά σού είπα, σε νανούρισα,
με τροχαίους τής καρδιάς μου σε τραγούδησα,
λέξεις χίλιες ξόδεψα.

Και στις ακτές τού Ομήρου σ’ οδήγησα,
με τους δακτύλους σε άστρα σε γύρισα,
χίλιες οι λέξεις που βρήκα.

Της ζωής ομορφιές μπρος στα μάτια σου έστησα,
αναπαίστους πληθώρα, τις νύχτες σού κέντησα,
χίλιες λέξεις τις έψαξα.

Με σένα στη σκέψη πολλά παραμέρισα,
σ’ αμφίβραχυ, τέλος, τους στίχους μου μέτρησα,
και λέξεις ακόμ’ απομένουν.

Κι οι δικές σου οι λέξεις: κρεβάτι, τραπέζι, ποτήρι, καρέκλα.
Ω πεζότητα, μάταια πέφτουν απάνω σου όλα τα μέτρα…

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Εκείνη


Δωμάτιο ευάερο, ευήλιο, ευρύχωρο,
με όλες τις ανέσεις,
ξενοδοχείο σε νησί, μεγάλο και πολύβουο,
τόπος καλός για σχέσεις.

Με χειραψίες προσπαθώ και άφθονα χαμόγελα,
κι όλο αλλάζω θέσεις,
κυρίες βρίσκω πρόθυμες και τόσα κοριτσόπουλα
με διάφορες προθέσεις.

Εκείνης ψάχνω για να βρω το όμορφο το πρόσωπο,
κάποια που να της μοιάζει,
κι όλο ελπίζω πως θα βρω κάτι μες στο απρόοπτο,
σε κείνη να ταιριάζει.

Οι μέρες φεύγουν γρήγορα και μένουν όλες άκαρπες,
κι ας τρέχω απεγνωσμένα,
οι γνωριμίες πια πολλές μα βγαίνουν όλες άκαρδες
και παν όλα χαμένα.

Ξαναμαζεύω τα φτερά, ελπίδες μου και όνειρα
και φεύγω για τα ίδια.
Μεγάλη μου απαίτηση να φέρει η τύχη απλόχερα
ωραία παραμύθια.

Κι η σκέψη ανυποχώρητα σε κείνη πάντα επίμονη,
μοναδική για μένα.
Ήταν γλυκιά και γελαστή και πάντοτε καλόγνωμη.
Κι ήτανε τόσο νέα...

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Εξοστρακισμός


Χωρίς φωνές και λιντσαρίσματα,
χωρίς γιαούρτια και πετροβολήματα,
χωρίς συκοφαντίες κι εκδικήσεις,
και δίχως σκοπιμότητες, μονάχα μ’ αποδείξεις
να δικαστούν.
Αυτοί που κλέψαν την πατρίδα, να κληθούν,
σε μια δικαία δίκη, ν’ απολογηθούν.

Δικαία δίκη,
και να ’ναι καθαρή η καταδίκη.
Κι εκτός απ’ την κατάσχεση, βαριά η ποινή.
Όχι στη φυλακή!
Μη προκαλέσουνε τον οίκτο και τη λύπη.
Να προκαλέσουν κάτι πιο βαρύ. Την αηδία!
Γι’ αυτό, σωστή ποινή η εξορία.

Άχθος αρούρης τώρα, εδώ, δεν έχουν θέση,
κι αφού διαλέξανε πατρίδα τους το χρήμα,
έτσι που τη ζωή τους έχουν πια εκθέσει,
τους διώχνουμε σε ξένο τόπο, να μην έχουνε πατρίδα.
Υπάρχει ατιμωτικότερο απ’ αυτό;

Κι ας έχουν κι άλλο πλούτο εκεί στην Εσπερία.
Θα τους μαυρίζει την ψυχή
και των λωποδυτών ακόμα η αηδία.

Κι όταν γεράσουν, ας γυρίσουν.
Ως τότε η αηδία μας θα γίνει οίκτος.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Σκοπός 1


                                        στον Α.Γ.
Έγιναν, πέρσι, πενήντα τα χρόνια,
χρόνια δουλειάς, ο αγώνας σκληρός,
βάρυναν πια στο κεφάλι τα χιόνια
κι όλο πιο γρήγορα φεύγει ο καιρός.

Χρόνος ολόκληρος έχει περάσει,
ψάχνω να βρω έναν κάποιο ρυθμό,
στα εβδομήντα σχεδόν έχω φτάσει,
και ξανασκέφτομαι για το σκοπό.

Έχω μεγάλο πανάκριβο σπίτι,
ζούμε οι δυο μας, μάς είναι πολύ,
χρόνια πια έχουμε μόνοι μας μείνει,
σπάνια βλέπουμε τώρα παιδί.

Τρία πτυχία ο γιος ο μεγάλος,
τρία πτυχία ο γιος ο μικρός,
ένας Λονδίνο, ο άλλος Παρίσι,
ένδοξος μένει για μας ο καημός.

Θέσεις σπουδαίες, μεγάλες ευθύνες,
χρόνο ελεύθερο πού να τον βρουν,
άφθονο χρήμα στις ξένες πατρίδες,
σπάνια βρίσκουν τις μέρες να ρθουν.

Όμοια κι εγώ απ’ το χρόνο χαμένος,
πέρα και πάνω απ’ όλα η δουλειά,
πέρασαν κι έφυγαν χρόνια πενήντα,
άφησαν πίσω τους μόνο λεφτά.

Χρόνος ολόκληρος έχει περάσει,
ψάχνω να βρω έναν κάποιο ρυθμό,
οι εκδρομές μ’ έχουν κιόλας κουράσει,
και ξανασκέφτομαι για το σκοπό.

Μου ’χουν συστήσει βιβλία, εκθέσεις,
θέατρα, δρώμενα, τέχνες καλές,
αν από νέος αυτά δεν τα θρέψεις,
βάρος το σήμερα, πάει το χθες.

Χρόνος ολόκληρος έχει περάσει,
έτσι γυρνώ από δω κι από κει,
μες στη δουλειά ούτε είχα αδειάσει,
μόνος σκοπός ήταν το μαγαζί.

Άδειο το σπίτι, γεμάτο ανέσεις,
άδειος ο κόσμος, γεμάτος πολλά,
άδεια η πόλη, γεμάτη εκθέσεις,
άδειος κι εγώ με τα χίλια καλά.