Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Το βλέμμα της


Βαριά εργασία, πολλές οι φροντίδες,
κατάκοπος φτάνω στο σπίτι αργά,
εκείνη στην πόρτα, στα μάτια της σπίθες.
Και είναι το βλέμμα της σαν αγκαλιά.

Γλυκές οι κουβέντες λειαίνουν τον κόπο,
τις δύσκολες σκέψεις σκορπούν μακριά,
μικρά και μεγάλα με όμορφο τρόπο.
Και είναι το βλέμμα της σαν αγκαλιά.

Λιμάνι το σπίτι, θερμή παρουσία.
Πριν έρθει, η ζήση μου μια ερημιά.
Μαζί της τα πάντα μου έχουν αξία.
Και είναι το βλέμμα της σαν αγκαλιά.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Προγόνων φωνή


Φτωχοί οι παππούδες, φτωχοί κι οι γονείς του,
μα τίμιοι, άξιοι κι εργατικοί,
κατάφερε σπούδασε, πήρε πτυχίο,
το σόι καμάρωσε για την τιμή.

Γνωστός τού παππού του σε καίριο πόστο,
ανέλαβε, θέση να βρει στο παιδί,
του ζήτησε βέβαια νά ’ρθει στο κόμμα,
και κάτι δικό του τού είπε στ’ αυτί.

Αθήνα ο νέος, μακριά απ’ το χωριό του,
υπάλληλος τώρα σε θέση κλειδί,
μικρός αλλά σίγουρος είν’ ο μισθός του,
εξέλιξη θα ’χει, του είπαν, καλή.

Παππούς και πατέρας με ίδια τα λόγια,
ευχή και κατάρα τού δώσαν βαριά,
να μην αμαυρώσει ποτέ τ’ όνομά του,
το χέρι του να ’χει απ’ το μέλι μακριά.

Κυλήσαν τα χρόνια, κυλήσαν τα λόγια,
περάσαν και φύγαν πολλοί υπουργοί,
σε θέσεις κλειδιά και στου κράτους υπόγεια,
σκαθάρια δουλεύαν, σκουλήκια κι ασβοί.

Μεσήλικας τώρα ο άβγαλτος νέος,
με άφθονο πλούτο κρυφό, φανερό,
τα λόγια του λίγα, στο ύφος σπουδαίος,
μα δεν εμφανίζεται πια στο χωριό.

Ανήσυχος είδε τον πλούτο ο πατέρας,
του γέρου τού θύμισε τη συμβουλή,
καλύτερο, του ’πε, το φως τής ημέρας,
κι ας είναι του σκότους το χρήμα πολύ.

Ωραία τα λόγια, των γέρων σοφία,
καλά να τα λες και να γράφεις πολλά,
σαν πέσουν τα χέρια στο εύκολο χρήμα,
οι λίγοι αντέχουν να φύγουν μακριά.

Και τώρα που ήρθε απρόσμενη μπόρα,
και κάποια υπόγεια πιάσαν φωτιά,
κοινά μυστικά βγήκαν πλέον στη φόρα,
ονόματα άφθονα στην ξαστεριά.

Στο σπίτι κλεισμένος ο γέρος πατέρας,
με οίκτο τον βλέπουν πολλοί χωριανοί,
κατάρα η θέση, κατάρα το χρήμα,
τον ύπνο του σκιάζουν προγόνοι παλιοί.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Διαδίκτυο 1


Ψυχές κλειστές,
που δεν τις άφησαν οι γύρω τους ν’ ανοίξουν.
Ψυχές αγνές,
που δεν κατάφεραν
στο μόνιμο χειμώνα τών πλησίον τους ν’ ανθίσουν.
Ψυχές μοναχικές,
που τον ιστό τού «τι θα πει ο κόσμος»,
δεν ετόλμησαν ως τώρα να διαρρήξουν.

Ψυχές ωραίες!
Στη θάλασσα ψυχών τού διαδικτύου
ξανοιχτείτε.
Τον άμωμό σας πόθο τής προσέγγισης
μην αρνηθείτε.
Από των άλλων τα δεσμά
λευτερωθείτε.
Σας περιμένουν αδελφές ψυχές.
Συμπορευθείτε.

Κι άμα σας βρουν κι εδώ, μικροί και άθλιοι
και άξεστοι και άλλοι,
μην ξαναφοβηθείτε!
Μ’ ένα κουμπί, στον κάδο!
Μην τους ανεχθείτε.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Ιστορίας ενύπνιον


Ήταν αργά, περασμένα μεσάνυχτα,
ύπνος βαθύς και παντού ησυχία.
Ξάφνου ηχούνε καμπάνες και σήμαντρα,
όλοι στο πόδι, τραβούν στην πλατεία.

Σαν από μάγου ραβδί η πλατεία μας,
τώρα γεμάτη ανθρώπους μυριάδες,
είναι οι Έλληνες κι η ιστορία μας,
γέροι, παιδιά, πατεράδες, μανάδες.

Όλοι ρωτούμε και γύρω μας ψάχνουμε
τι το κακό ήρθε πάλι στη χώρα,
σαν να το ξέρουμε σαν να το κρύβουμε,
ένας δε βρίσκεται τούτη την ώρα.

Κι όπως ανήσυχοι περιφερόμαστε
σαν το αμήχανο νέο μελίσσι,
φως αστραπής - όλοι τώρα φαινόμαστε-
και της πλατείας το κέντρο φωτίζει.

Μένουμε άφωνοι, άβουλοι, ακίνητοι,
μπρος μας μορφές που μας βλέπουνε όλους,
είν’ οι παππούδες μας, ήταν αοίδιμοι,
χρόνια τούς είχαμε αφήσει μόνους.

Ήταν ο Ρήγας με χάρτες στα χέρια του,
ο Σολωμός, ο Καΐρης, ο Κάλβος,
ο Μακρυγιάννης και δίπλα ο Μπότσαρης,
ο Καποδίστριας και ο Διάκος.

Καραϊσκάκηδες, χίλια ονόματα,
Κλέφτες αφόβιστοι θαλασσομάχοι,
οι μαχητές μας στης Πίνδου τα υψώματα,
Παύλος Μελάς, Μακεδονομάχοι.

Κι έπεφτε πάνω μας, σαν το μαστίγιο,
η σοβαρότητα της μορφής τους,
κι έμοιαζε να ’ναι βαριά, σαν μαρτύριο,
η λύπη που ’βγαινε απ’ την ψυχή τους.

Άχνα δεν έβγαζε πλήθος ολόκληρο,
τι περιμέναμε αμίλητοι τόσοι;
Ναι. Οι μορφές ξεθωριάσαν απότομα
κι άφαντοι γίνανε πάραυτα όλοι.

Κι όπως απρόβλεπτα έσβησαν κι έφυγαν,
πρόσωπα ήρθαν στη θέση τους άλλα,
λόγια δυσνόητα άφθονα έλεγαν,
ήτανε ξένοι από κράτη μεγάλα.

Άρχισαν ξάφνου ν’ αδειάζουνε χρήματα
και με χαμόγελα να τα πετούνε,
δίχως περίσκεψη τους πλησιάσαμε
και τα μαζεύαμε χωρίς να κοιτούμε.

Όταν μαζέψαμε όλα τα χρήματα,
λίγα και άστοχα σκορπισμένα,
βάλαμε μπρος πεθαμένα τα βήματα
και με τα βλέμματα αδειασμένα.

Και στην αρχαία μεγάλη πλατεία μας
μείναν οι ξένοι μας, δίκην φυλάκων,
όλοι τραβήξαμε πίσω στα σπίτια μας,
μάτια στο έδαφος, δίκην προβάτων.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Ισόβιο λάθος


Η συνάντηση τυχαία μες στην αγορά,
είκοσι περάσαν χρόνια, ήτανε πολλά,
όμως ξύπνησαν αμέσως όλα τα παλιά,
πώς να σβήσεις δύο χρόνια τόσο ανθηρά;

Μια κουβέντα μού ’πε τότε με πολύ θυμό
και ξεστόμισα αμέσως λόγο τσουχτερό,
άπειροι κι οι δυο και νέοι και ορμητικοί,
τους συμβιβασμούς τούς καίγαν οι εγωισμοί.

Και διαγράψαμε αμέσως μια γλυκιά ζωή,
δύο χρόνια με λατρεία - ζήλευαν πολλοί.
Τη μετάθεσή μου πήρα λίγο βιαστικά
και χωρίς καμία λέξη έφυγα μακριά.

Είκοσι περάσαν χρόνια, γίνανε πολλά,
οικογένειες κι οι δυο μας κι από δυο παιδιά,
είκοσι περάσαν χρόνια σ’ άλλες αγκαλιές,
μα θυμούνται και δε σβήνουν τα παλιά οι καρδιές.

Μία ώρα η κουβέντα, είπαμε πολλά,
συμπεράσματα αμέσως βγήκαν καθαρά.
Οι ζωές μας τετριμμένες, γεύση πια στυφή,
έχουν γίνει ο κανόνας οι συμβιβασμοί,
καταπίνονται και λόγια και εγωισμοί.
Μα οι δρόμοι πια φραγμένοι γι’ άλλη διαφυγή.

Και τα μάτια μας μιλήσαν κι ήτανε υγρά,
της νεότητας το λάθος ξύσαμε βαθιά,
ο καθείς το δρόμο πήρε με βαριά καρδιά
και τα δάκρυα της ψυχής μας ήτανε πικρά.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Γιούργια


Πρώτοι σηκώσαν οι αγρότες άρματα
και πιάσανε τις εχθρικές οδούς,
με αγωνιστικά τα άσματα.
Ήταν αδικημένοι.

Όταν εκείνοι κουραστήκαν,
ήρθαν στα μετερίζια οι υπάλληλοι,
οι απολυμένοι.
Αυτούς τους άλλαξαν οι άνεργοι,
ήταν απελπισμένοι.

Ύστερα ήρθαν οι γιατροί οι κρατικοί,
οι κακοπληρωμένοι,
κι ύστερα οι συνταξιούχοι, οι περήφανοι,
αλλά πετσοκομμένοι,
κι ακολουθήσαν ξενοδόχοι και λοιποί,
οι χρεωκοπημένοι.

Κι άλλοι κι άλλοι, όλες οι εφεδρείες.
Και τέλος ήρθαν στα καραούλια οι οδηγοί,
με τα φορτηγάρματα,
για τη χαριστική βολή.

Κι αφού κατατροπώθηκε ο εχθρός-
κατειλημμένη πλέον κάθε εχθρική οδός-
στήθηκε μέγας εθνικός χορός.
Και ο παιάνας θριαμβευτικός:

Ζήτω η δημοκρατία.
Ζήτω ο πολιτισμός.
Ζήτω ο τυφλός αγώνας
και ο παραλογισμός.
(δις, τρις, εκατοντάκις, χιλιάκις).