Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Η γειτόνισσα και το πουλί


                                  α) σε ανάπαιστο                      
Παγερό πρωινό, ο χειμώνας βαρύς,
βυθισμένα τα πάντα στο χιόνι,
ξαφνικά επισκέπτης μικρούλης, σταχτής
στης γειτόνισσας τ’ άδειο μπαλκόνι.

Στην κουζίνα μου σπεύδω για λίγο ψωμί,
ποιος το ξέρει το πόσο πεινάει,
η γειτόνισσα όμως, την ξέρω, ωμή,
με τη σκούπα της το κυνηγάει!

Συγκρατώ την οργή, αιχμηρά την κοιτώ,
με κοιτάζει κι εκείνη, θιγμένη.
«Καθαρό το μπαλκόνι μου πάντα κρατώ»,
μου φωνάζει, πολύ θυμωμένη. 


                                β) σε ίαμβο
Τα πάντα βυθισμένα μες στο χιόνι,
το κρύο τσουχτερό απ’ το πρωί
και ξαφνικά στο διπλανό μπαλκόνι
ξεπέζεψε μικρό πουλί σταχτί.

Ψωμί πετιέμαι γρήγορα να φέρω,
θα είναι πεινασμένο το πουλί,
μα η γειτόνισσα, σκληρή, την ξέρω,
το διώχνει με μιαν άγρια φωνή.

«Βοήθεια το καημένο περιμένει»,
της λέω μ’ ένα ύφος αιχμηρό,
κι εκείνη μού φωνάζει θυμωμένη
«το θέλω το μπαλκόνι καθαρό»!