Μακριά
απ’ τους δικούς του, απογοητευμένος,
συχνά
στο καφενείο, στην άκρη καθισμένος,
παρέα
το ποτήρι κι ας τρώει τα σωθικά του,
μονάχος
ο Αφρόνης, με τα παλιά μυαλά του.
Κανείς
δεν έχει λόγο καλό για τον Αφρόνη
που
πίνει και μεθάει και μόνος αργολιώνει,
στους
τοίχους ακουμπάει στο σπίτι να γυρίσει,
εκεί
μια αταξία, κανείς να τον φροντίσει.
Πρωί
ο γείτονάς του τον είδε ξαπλωμένο
στη
μέση τής αυλής του· τον βρήκε
πεθαμένο.
Χτυπάει
η καμπάνα, κηδεία αναγγέλλει,
δυο-τρεις
τραβούν στο σπίτι, τους άλλους τι τους μέλει;
Χωρίς
κανένα δάκρυ, αργά τον συνοδεύουν,
μπορεί
να τον λυπούνται, τα λόγια περισσεύουν·
μιλούν
για τον καημένο, τον ξεμοναχιασμένο,
τον
άμοιρο Αφρόνη, τον εγκαταλειμμένο.