Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Μικρή ενοχή


Ήταν Σεπτέμβρης, ζεστός και φιλόξενος,
βγήκε ταξίδι, γι’ Αθήνα να φύγω,
για μετακίνηση ήμουν απρόθυμος,
μα ούτε μπορούσα και ν’ αποφύγω.

Έντεκα μέρες μακριά απ’ την εστία μου,
χίλια χιλιόμετρα το πήγαινε-έλα,
μια στεναχώρια η απουσία μου,
ίδια για κείνη και ίδια για μένα.

Πλήθος συνάδελφοι, μέγιστη σύναξη,
κάποιες παλιές των σπουδών μου φιλίες,
σ’ όλων τα πρόσωπα η χρονοσήμανση,
δύο τουλάχιστον δεκαετίες.

Κύλησαν μέρες, παρήλασαν ρήτορες,
χίλιες κουβέντες, ποικίλες ιδέες,
άλλες κοινότυπες, άλλες αδιάφορες,
κάποιες πρωτότυπες, κάποιες σπουδαίες.

Ένατη μέρα, αιφνίδιο πρόσωπο
βρέθηκε δίπλα μου, έτσι τυχαία,
κάτι ευπρόσδεκτο μες στο απρόοπτο,
μια μικροδόνηση, κι ένιωσα ωραία.

Εύκολα ήρθαν συστάσεις κι ονόματα,
πότε και πού και το πώς τα περνούμε,
ήταν η Ανθούλα από την Άμφισσα
και απολάμβανε το  να μιλούμε.

Μια εξοικείωση άμεση κι όμορφη,
σαν μια παλιά μου γλυκιά γνωριμία
και με τα μάτια της λες και με κέντριζε
σ’ ένα ξεκίνημα, μια ιστορία.

Ήρθε ζεστό και γλυκό το απόγεμα,
βόλτα στον κήπο, στις δεντροστοιχίες,
όλο γι αγάπες μιλούσε ως το λιόγερμα,
και των ερώτων της αποτυχίες.

Η μοναξιά τής Ανθούλας κατάδηλη,
κι όλο τα χέρια της μες στα δικά μου,
είχα μπροστά μου μια εύδηλη πρόσκληση,
μα και τον έλεγχο στην καρδιά μου.

Δέκατη μέρα και πάλι στη σύναξη,
ήρθε ξανά η Ανθούλα σαν δίνη,
ήταν για μένα μια έξοχη ύπαρξη.
Πίσω, πιστά με περίμενε Εκείνη.
   
Κι άλλο απόγεμα, πάλι συνάντηση,
κι όλο μιλούσαμε μέχρι το βράδυ,
μια ευφορία και μία συγκίνηση,
αύριο είπαμε, τα λέμε πάλι.

Ήρθε η μέρα τής αναχώρησης,
μόνοι οι δυο μας, τα χέρια πιασμένα,
άφθονα δάκρυα εξομολόγησης,
λόγια με πόνο και θέρμη βγαλμένα.

-Ήσουν για μένα δυο μέρες η Άνοιξη,
φεύγεις, μα κάτι ωραίο θα μείνει,
φτάνουν τα μάτια σου, φτάνει που μ’ άκουσες.
Ούτε και θ’ άφηνα ν’ αφήσεις Εκείνη.

Μες στο χειμώνα μου βρήκα το βλέμμα σου,
είπα, υπάρχουνε πάντα ελπίδες,
θάρρος και δύναμη πήρα απ’ τα χέρια σου,
νιώθω πιο εύρωστη τώρα στις λύπες.
                   -----
Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε,
ήμασταν πλέον παλιοί καλοί φίλοι,
τους δύο δρόμους μας χώρια τούς πήραμε,
πικροχαμόγελο, σφιγμένα χείλη.

Έφτασα βράδυ. Εκείνη στο σπίτι μας,
κι είχε ορθάνοιχτη την αγκαλιά της,
είχε ομορφύνει από τότε που έφυγα
κι ήταν ολόθερμη η μιλιά της.

Γνήσια λόγια γλυκά τής ψιθύρισα,
μες στην ψυχή της μιλούσε η ψυχή μου,
κι όταν στα μάτια της δάκρυα αντίκρισα,
πήρε φωτιά η μικρή ενοχή μου…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου