Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Χωρίς Ερινύες

Γίναμε φίλοι καλοί με το Γιάννη
μες στη θητεία, κοινοί οι καημοί.
Ίδια ματιά για του κόσμου την πάλη,
όμοιες απόψεις μας για τη ζωή.

Τέλος θητείας, μεγάλη η χαρά μας,
όμως κι η λύπη μας τού χωρισμού.
Είχαμε όλη τη νιότη μπροστά μας
και προσμονή ενός κόσμου καλού.

Ήρθε ο πόλεμος, ντύθηκα πάλι,
μπήκαν στην άκρη τα σχέδια ζωής,
με ξιφολόγχη στο κρύο, στη λάσπη,
δώσαμε μάχες, αγώνα τιμής.

Ήρθαν οι Ούννοι, στη χώρα οδύνη,
τρόμος και πείνα, βαριά η σκλαβιά,
μ’ έφερε πάλι στην Πίνδο η ευθύνη,
για την Πατρίδα τα πάντα δεκτά.

Βρήκα στα όρη το φίλο μου Γιάννη,
με τους αντάρτες στην πρώτη γραμμή,
και στα διαλείμματα, λόγια και πάλι,
για κοινωνία καινούρια, σωστή.

Διαχειριστήκαμε λίρες Εγγλέζων,
τίμια, άδολα και καθαρά,
για οικογένειες των σκοτωμένων,
αδελφοσύνη και ανθρωπιά.

Μες στων μαχών τούς καπνούς και τη μπόρα
έχασα πάλι το Γιάννη, μακριά.
Όταν οι Ούννοι αφήσαν τη χώρα,
άρχισαν νέα, εμφύλια δεινά.

Πάνω στα ερείπια ήρθε η διχόνοια,
θέλαν κι οι Άγγλοι λιρών «πληρωμή»,
πρόθυμα βρήκαν εγχώρια πιόνια,
κάναν βαθύτερη την πληγή.

Βάρβαρα χρόνια, κι ας φύγαν οι Ούννοι,
χόρτασα τ’ άδικο και το διωγμό,
τρέξαν δοσίλογοι, βγήκαν οι σπιούνοι
κι ήταν ο βούρδουλας το ευχαριστώ.

Κύλησαν χρόνια και ήρθε το εξήντα,
όλα τα όνειρα απατηλά,
για μεροκάματο ως την Αθήνα,
χτίζαν και ρέματα μες στα βουνά.

Σ’ ένα θηρίο των πέντε ορόφων
άρχισα δάπεδα και μωσαϊκά,
θέα ωραία κατάφυτων λόφων,
σίγουρα, ήταν πολλά τα λεφτά.

Δεύτερη μέρα και ξάφνου μπροστά μου
ήρθε ο φίλος μου ο καρδιακός,
άνοιξα διάπλατα την αγκαλιά μου,
ήταν ο Γιάννης. Στεκόταν βουβός.

Άκομψα δάκρυα, βλέμμα σβησμένο,
μπόρεσε δύο κουβέντες να πει,
κάτι ψελλίσματα για πεπρωμένο,
κάτι πως έφταιγε ώρα κακή.

Ήταν δικό του αυτό το θηρίο,
ομολογία και ενοχή,
άνοιξε η μνήμη εκείνο τ’ αρχείο,
δυο κάσες λίρες που είχαν χαθεί.

Θλίψη αφόρητη μες στην ψυχή μου,
δε βρήκα λέξη, στο Γιάννη να πω,
μόνο αντίο στο φίλο που σβήνω,
απελπισία και δάκρυ πικρό.

(Κι αν έρθουν νύχτα οι σκοτωμένοι,
όλα εκείνα τ’ αγνά τα παιδιά,
και τον ρωτήσουν απορημένοι
πού πήγαν τόσα ιδανικά;)

Τώρα εδώ, στου σπιτιού μου την κόχη,
τρέχει και φεύγει γοργά η ζωή,
τρέχει κι η μνήμη σε όλα τα όχι,
κάποτε η φτώχεια μου με λοιδορεί.

          Αφήγηση του Γιώργου Κ. (1915-1985) που, ως το τέλος,
          αγανακτούσε με την τιμιότητά του, από την οποία δε  
          μπόρεσε ποτέ να …απαλλαγεί.


8 σχόλια:

  1. Εκείνος μπορεί να αγανακτούσε, όμως εμάς μας εμπνέει το παράδειγμά του, Άρη!

    Καλό τριήμερο με πολύ έμπνευση σου εύχομαι, από καρδιάς..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Γιώργος Κ., αγαπημένος συγγενής, ήταν πράγματι παράδειγμα. Θα χρειαστώ πολλούς στίχους να περιγράψω πόσο πλήρωσε τη στάση του. Να είσαι καλά, φίλε μου.

      Διαγραφή
  2. Πρώτη μου φορά συναντώ τόσο ευαίσθητο.....πρωθυπουργό! :))
    (Γενικότερα, πρώτη μου φορά συναντώ πρωθυπουργό!!)
    Καλό απόγευμα φίλε Άρη! :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ν' ανοίγαμε σε κάποιο μπλογκ, βρε κορίτσι μου, έναν διάλογο και να ερευνούσαμε για ποιο λόγο δεν εκλέξαμε έναν πραγματικά ευαίσθητο πρωθυπουργό; Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψή σου.

      Διαγραφή
  3. Η σύγχρονη ιστορία μας, συμπυκνωμένη στους στίχους αυτούς.
    Η τιμιότητα είναι τελικά έμφυτο & ισόβιο κουσούρι (ή αρετή;)...
    Καλό βράδυ Άρη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μια πραγματική ιστορία. Οι τίμιοι ξέρουν πολύ καλά ότι είναι κουσούρι μέσα στη ζούγκλα, όμως αν αρνηθούν τον εαυτό τους, θα τον ... χάσουν. Πάντως στη φύση, όσοι γεννιούνται με κουσούρι επιβιώνουν δυσκολότερα, άρα δίνουν λιγότερους απογόνους, άρα οι τίμιοι θα είναι πάντα λίγοι, έως ότου εξαφανιστούν...
      Να είσαι καλά, αγαπητή μου Μαρία.

      Διαγραφή
  4. Μπορείς αλήθεια να απαλλαγείς από την τιμιότητα;
    Από τα όνειρά σου ίσως …. Αλλά από τα ιδανικά σου;
    Και τότε υπήρχαν ιδανικά, υπήρχε σκοπός κι αγώνας γι αυτά … ο ωχαδερφισμός δεν είχε εισβάλλει στην ζωή μας …
    Τώρα ποιος θα κλάψει για την χαμένη τιμή του;
    Ποιος θα ζητήσει πίσω την κλεμμένη ζωή του;
    Γιατί οι αξίες μας είναι ένα κινητό και μια ιντερνετική σύνδεση;
    Πως γίνεται να ξέπεσε τόσο πολύ το ανθρώπινο γένος;
    Μια μικρή ιστορία οι στίχοι σας για μια μεγάλη ψυχή….
    Δυστυχώς λιγοστεύουν επικίνδυνα αυτές οι ψυχές…


    Kαλημέρα και καλή σας εβδομάδα :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κι αν επιχειρήσει κανείς ν' απαλλαγεί από την τιμιότητα, καραδοκούν οι Ερινύες, ο Εαυτός μας. Αυτός καθορίζει τις αξίες. Πάντως οι ψυχές αυτές ήταν πάντοτε μειοψηφία, και αυτό, δυστυχώς, δεν είναι παράξενο (βλ. ανάρτηση "Ηνία").
    Να είσαι καλά, αγαπητή μου Levina.

    ΑπάντησηΔιαγραφή