Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Απολογισμός Θανάση Π. (1900-1984)

Πολέμους οι παππούδες μου, πολέμους ο πατέρας,
γλυκό ψωμί δεν έφαγαν, δε χάρηκαν ζωή,
με αγγαρείες και διωγμούς, των μπέηδων φοβέρα,
και κάθε λίγο οι ληστές στη φτώχεια επιδρομή.

Το ’12 τινάξαμε την άθλια σκλαβιά μας,
είπαμε τώρα λεύτεροι, ανοίγουμε πανιά,
ώσπου να ξετυλίξουμε καινούρια όνειρά μας,
μπαρούτι τα Βαλκάνια, ξανά μες στη φωτιά.

Στα κράτη αναστάτωση και τι να καταλάβεις,
λαοί πολλοί στον πόλεμο, μπροστά οι Γερμανοί,
σα λάστιχο τα σύνορα, όλο καινούριοι χάρτες
και οι αντίπαλοι ρητά δηλώναν Χριστιανοί!

Κι εμείς αιώνες στο κλαρί, αγώνες και θυσίες,
ποτέ δεν αρκεστήκαμε μονάχα στους εχθρούς,
καπεταναίοι, αρχηγοί και ξενοβασιλείες,
διχόνοιες, αναθέματα κι αλληλοσπαραγμούς.

Με φτάσαν στο Σαγγάριο αφρονοπατριώτες
με λόγια υπερφίαλα αρχαίας εποχής,
ιδέες, κόκκινες μηλιές, ως άλλοι δονκιχώτες
ξεπέρασαν τα όρια της κάθε αντοχής.

Κι ενώ χαρτοσχεδιάζανε μεγαλειώδη νίκη,
ως νέοι μεγαλέξαντροι - δεινοί εκπορθητές,
μας πήραν σβάρνα των τσετών τα αιμοβόρα στίφη,
στη Σμύρνη τσακιστήκαμε γυμνοί κολυμβητές.

Μ’ ένα καΐκι πρόλαβα να βγω στη Μυτιλήνη,
μαζί μου γέροι και μωρά φριχτού ξεριζωμού,
ανύποπτα και άδικα πετάχτηκαν στη δίνη.
Ανέντιμων Δυνάμεων παιχνίδια τού χαμού.

Το πώς καράβι, Πειραιά, Αθήνα, Σαλονίκη,
και πόσα τα μερόνυχτα, τι ρούχα, τι ψωμί,
με πόσο ποδαρόδρομο στο πατρικό το σπίτι,
τι να κρατήσει το μυαλό και τι να πρωτοπεί.

Βουνά και βράχια στο χωριό, όλοι στη μαύρη φτώχεια,
τα λίγα γιδοπρόβατα η μόνη απαντοχή,
κι αν είχε φύγει η τουρκιά, στα ίδια κακοτόπια
το άδικο ανέπαφο, η ίδια προκοπή.

Ανάγκη και απόφαση, ξανά στη Σαλονίκη,
άγνωστος μες στους άγνωστους, σφιγμένη η καρδιά,
παράγκες και αντίσκηνα, οι πρόσφυγες μελίσσι,
μπροστά η ζωή περίμενε και ήθελε δουλειά.

Φωνή λαού, οργή θεού, η δίκη για τους έξι,
τα μίση ασταμάτητα, θεριά οι διχασμοί,
παράξενος ο τόπος μας, πόσα δεινά ν’ αντέξει,
περίσσεψαν οι ήρωες μα και οι παλαβοί.

Απάνω κάτω η ζωή, κυλήσανε οι χρόνοι,
δουλειά και οικογένεια, μαζί μου η Μαριώ,
τέσσερα φέραμε παιδιά στου βίου το αμόνι,
δύο μικρά δωμάτια και ένα πλυσταριό.

Κινήματα, απόπειρες, νοθοπαλινορθώσεις,
εκκαθαρίσεις στο στρατό, αθρόες ταραχές,
αγώνες για το δίκαιο, αναίτιες διώξεις,
ο βούρδουλας, ο Μεταξάς, φασιστοδιαταγές.

Στην Ήπειρο απρόκλητα η αυτοκρατορία
τη νύχτα τελεσίγραφο χωρίς καμιά ντροπή,
κι εμείς με πάθος, άφοβα μπροστά στην Ιστορία,
τραβήξαμε στον πόλεμο λες κι ήτανε γιορτή.

Και σύντομα γνωρίσαμε Βανδάλους, Βησιγότθους,
μας ήρθαν σιδηρόφρακτοι, ως Άρια φυλή,
στο Ρούπελ δοκιμάσανε τους ιερούς μας όρκους,
πατήσανε τα σύνορα με τίμημα βαρύ.

Από κοντά τους Βούλγαροι – καλή η ευκαιρία –
με τους ναζίδες συνεργοί, τα σχέδια τους παλιά,
τριπλή στη χώρα κατοχή, καινούρια τραγωδία,
προδότες και δοσίλογοι, η πείνα, η φωτιά.

Οργάνωση κι αντίσταση, Ευρώπης απορία,
αντίποινα τρισβάρβαρα, στυγνοί εκτελεστές,
τον άνθρωπο θεώρησαν ασήμαντη αξία,
πάνω τους ανεξίτηλος παγκόσμιος λεκές.

Μας παίνεσαν για ήρωες οι σύμμαχοί μας Άγγλοι,
κι εμφύλιο μας τοίμασαν με δόλιο σκοπό,
χωρίς περίσκεψη οι μεν, αδίστακτα οι άλλοι
απάνω στα ερείπια ξανάρχισαν χορό.

Η πρώτη κόρη χάθηκε αντάρτισσα στο Γράμμο,
ο γιος, φαντάρος, έπεσε σ’ ενέδρα ανταρτών,
θυσίες δίχως νόημα σε αδηφάγο χάρο,
στης Γιάλτας την ωμότητα αθλίων προγραφών.

Τι να σου πω για νικητές και τι για ξερονήσια,
γι’ αντεκδικήσεις ταπεινές, για δίκες και διωγμούς,
μιάσματα, φρονήματα και τρομοκρατορία,
όσοι μπορέσαν έφυγαν σε τόπους μακρινούς.

Τα χρόνια αργοκύλησαν, στυφή δημοκρατία,
του κράτους οι υπάλληλοι με κόσκινο ψιλό,
φόβος ο χωροφύλακας, παντού καχυποψία,
καθένας με το φάκελο, σε πόλη και χωριό.

Μικρή ανάσα για στροφή, για νέα ιστορία,
συνθήματα, ανένδοτοι, ελπίδες μακρινές.
Οι σύμμαχοι, τ’ ανάκτορα και η αποστασία,
φωνές και προβοκάτσιες, υπόγειες δουλειές.

Τα ίδια πάλι απ’ την αρχή, χουντοδικτατορία,
η Γυάρος, τα μπουντρούμια τους και οι βασανιστές,
αθύρματα, τυχάρπαστοι, πατριωτοβλακεία
και συνεργάτες πρόθυμοι για θώκους κι αμοιβές.

Η χούντα ξενοπνίγηκε στης Κύπρου μας το αίμα,
μπροστά μας πάλι πόλεμος με γείτονα αισχρό,
για λίγο η ενότητα να βγούμε απ’ το τέλμα,
μα γρήγορα τα κόμματα σαν τον παλιό καιρό.

Αρχίσαν κάποια βήματα, καινούρια ελευθερία,
κι από την ψωροκώσταινα σ’ ευρωπαϊκό ρυθμό,
βαθιές οι ρίζες τού στραβού και η νοοτροπία,
παλιές οι σκοπιμότητες και το μυαλό μικρό.

Ξανά για νέα αλλαγή και όνειρα σπουδαία,
τα σχέδια μεγαλόπνοα και ενθουσιασμός,
μα πώς να προχωρήσουνε με βήματα γενναία;
Παιδεία δίχως όραμα, κενός πολιτισμός.

                                      Ο Θανάσης Π., βιοπαλαιστής,
                                      μορφωμένος απόφοιτος Δημοτικού.
                                      Στις ατέλειωτες διηγήσεις του συνήθιζε να μονολογεί:
                                      Η Ιστορία πέρασε από πάνω μας.

                         

12 σχόλια:

  1. Ένα χειροκρότημα από καρδιάς στο Θανάση Π,
    βιοπαλαιστή, μορφωμένο και τιμημένο
    γιατί κατάφερε να ζήσει μέσα σ' όλη αυτήν την αντάρα
    και να αποτυπώσει με στίχους την αγωνία και τον αγώνα
    ενός ολόκληρο λαού...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα χρειάζονταν μερικές ακόμα δεκάδες τετράστιχων για να φανεί η έκταση αυτού τού αγώνα.
      Οι διαρκείς κίνδυνοι και η αδυσώπητη πάλη.
      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Φλώρα.

      Διαγραφή
  2. Αχ θα σταθώ στο "μορφωμένος απόφοιτος Δημοτικού"
    γιατί το λάτρεψα!


    Σε όλους τους Θανάσηδες ( και του θηλυκού γένους!) μία υπόκλιση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μορφωμένος ουσιαστικά, καθώς μελετούσε τα γεγονότα με ψυχραιμία, γι’ αυτό και κατανόησε την εποχή του αλλά και «άκουγε» τα μέλλοντα.
      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Αριστέα.

      Διαγραφή
  3. Το κακό είναι πως, σε αυτόν τον τόπο, εξακολουθεί...η Ιστορία να περνά από πάνω μας.... Καλό βράδυ φίλε Άρη και να είσαι καλά :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις

    1. Χρειάζεται επομένως μεγάλη ετοιμότητα, προσωπικά και συλλογικά, μη και γίνει οδοστρωτήρας…
      Ευχαριστώ πολύ, Joan.

      Διαγραφή
  4. Η Οδύσσεια του Θανάση, μια ωδή στους ανώνυμους ήρωες που διέσχισαν τη ζωή τους με εντιμότητα, πατριωτισμό και στοχοπροσήλωση στις αξίες τους!
    Ας μείνει αυτό το ποίημα καταγεγραμμένο σε κάποιο βιβλίο, για να είναι ένα σημείο αναφοράς στους νεώτερους κι ένας μικρός φόρος τιμής στον βαθιά μορφωμένο Θανάση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ακριβώς μια Οδύσσεια, με την Ιστορία, πότε να είναι Ποσειδών τιμωρός, πότε Αθηνά Λαοσσόα (διεγείρουσα ή σώζουσα τον λαό).
      Και οι Θανάσηδες να προχωρούν, να εργάζονται, να δίνουν απογόνους και να θεωρούν εαυτούς τυχερούς, αφού παραμένουν ζωντανοί, για να συνεχίσουν…
      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρία.

      Διαγραφή
  5. Στους αγώνες του Θανάση και σε όλους τους ανώνυμους ανθρώπους που ο ίδιος αναφέρει ΄΄η ιστορία πέρασε από πάνω μας΄΄ !!!!Ματωμένες ψυχές με ατέλειωτα βάσανα,με ισχυρά πιστεύω , άντεξαν ότι μας έκαναν και ότι εμείς οι ίδιοι κάναμε !!!
    ΣΕ ένα ποίημα η ζωή αυτού του ανθρώπου δίνει τροφή για να συνειδητοποιούμε ότι ακόμα περνάει από πάνω μας η ιστορία .
    Ευχαριστούμε πολύ φίλε μου Αρη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η λέξη αγώνας θα φτάσει κάποτε να γίνει συνώνυμο της πατρίδας μας. Κάθε διήγηση των ανθρώπων αυτής τής γενιάς είναι και ένα βιβλίο Ιστορίας.
      Και μέσα από τις διηγήσεις αναδεικνύονται οι ευθύνες όχι μόνο των ξένων αλλά και του ίδιου τού λαού.
      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Nikol.

      Διαγραφή
  6. Η ιστορία πέρασε σίγουρα πάνω από τον Θανάση Π.
    Όπως περνά πάντα πάνω από τους βιοπαλαιστές ...
    Μια ολόκληρη ζωή ξεδιπλώνεται μέσα από τους στίχους, μια ζωή γεμάτη αγώνα κι ακόμα στο σημείο μηδέν είμαστε!
    Καλό Σαββατοκύριακο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εκείνο το παλιό σύνθημα «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται», αποδεικνύεται, διαχρονικά, άνευ σημασίας.
      Κι έτσι μένει συνεχώς επίκαιρο «ο αγώνας συνεχίζεται». Αν σταματήσει, σταματά η Ιστορία, κι αυτό σημαίνει εξαφάνιση.
      Ο Θανάσης συμβούλευε τη συνέχεια αλλά «να ’χετε και το νου σας»…
      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρία.

      Διαγραφή