Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Ο ψίθυρος της γέρικης αχλαδιάς

 
Αυτοί που με φυτέψανε, στο χρόνο πια χαμένοι,
κι εγώ απόμεινα μισή, εκατοχρονισμένη.

Πολλά παιδιά σκαρφάλωναν και παίζανε σιμά μου,
μα γρήγορα τα μάζεψαν και φύγαν μακριά μου.
Αφήσαν τ’ όμορφο χωριό, συγγένειες, φιλίες
και τρέξανε σε άφιλες Αθήνες, Αυστραλίες.

Μου είπανε πως φεύγουνε να παν να καζαντίσουν,
τη φτώχεια να νικήσουνε και να ξαναγυρίσουν.
Τα λόγια λόγια έμειναν, το σπίτι αφημένο,
κανένας τους δε φάνηκε, και πια δεν περιμένω.

Μόνο πουλιά μού έρχονται εδώ στην ερημιά μου,
οι έρωτές τους φανεροί στα ήμερα κλαδιά μου.
Κοτσύφια παιχνιδιάρικα τις μέρες μού γλυκαίνουν,
των αηδονιών λαλήματα τις νύχτες μού μικραίνουν.

Αντέχω ακόμα στον καιρό, κάθε Απρίλη ανθίζω,
με τη δική μου πινελιά τη γειτονιά στολίζω.
Σαν έρθει ο Σεπτέμβριος, δίνω και λίγα αχλάδια,
κι ας κουβαλώ πολλά κλαδιά που γίνανε ρημάδια.