Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Ο Ασύμβας


Για ώρες πάλεψε τη νύχτα ο Ασύμβας,
το δίλημμα σκληρό, τυραννικό,
ο αρχηγός και τα στελέχη περιμένουν,
το θέμα, είπαν, μέγα εθνικό.

Δεν προλαβαίνουν τώρα, λεν, για εξηγήσεις
πού πήγαν διακηρύξεις και αρχές,
πώς έγιναν το άσπρο και το μαύρο ίδια,
γιατί κι αυτοί με ίδιες πρακτικές.
Και του θυμίσανε τον κίνδυνο και πάλι
του χθες μην έρθουν εξουσιαστές.

Όλα τα ζύγισε τη νύχτα ο Ασύμβας,
τα λόγια, τις προθέσεις, το σκοπό.
Ποιο το καθήκον του και πόση η ευθύνη,
τι είναι γνήσιο και τι εικονικό.

Ο φόβος μη χαθεί η εξουσία,
συγκαλυμμένος μ’ ένα δίλημμα πλαστό.
Των στελεχών καλά κρυμμένη η πορεία,
απ’ την Ιθάκη πιο γλυκιά η Καλυψώ.

Αυτός εντολοδόχος τής αλήθειας,
κι ας πούνε διάφορα οι φίλοι οι παλιοί.
Ελεύθερος ο συνεπής Ασύμβας,
η ψήφος στην Ιθάκη. Φανερή!


Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Όχι


Σταθήκαμε και φέτος σοβαροί
μπροστά στ’ αμίλητα αγάλματα.
Κρατήσαμε κι ενός λεπτού σιγή
να φέρουμε στο νου, εκείνων τα προτάγματα    
ή τα δικά μας ανταλλάγματα
για τής πατρίδας την τιμή.

Σχετικά ποιήματα  1, 2, 3

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Άπελπις και Εύελπις


-Συνεχής η βροχή, μου ποτίζει τη θλίψη,
θολωμένα βουνά σε τοπίο τραχύ,
σαν εχθρός ξεπροβάλλει μπροστά μου η φύση,
σε φυγή αδιέξοδη με προσκαλεί.

--Συνεχής η βροχή θα ποτίσει σε βάθος,
ζωογόνες δυνάμεις σωρεύει η γη,
τα ριζά των βουνών μια παλέτα στο θάμπος,
των νεφών η βαρύτητα, τέχνης πηγή.

-Στην αυλή τα νερά με της λάσπης το χρώμα,
του ελάτου βελόνες ριγμένες ξερές,
τα γδαρμένα χρυσάνθεμα γέρνουν στο χώμα,
οι γροθιές μου σφιγμένες, οι σκέψεις πικρές.

--Της αυλής τα νερά καθρεφτίζουν γεράνια,
τα κυκλάμινα μοιάζουν φωλιές ροδαλές,
ξεπλυμένο το έλατο όλο ζωντάνια,
απλωμένες μπροστά μας βροχής ομορφιές.

-Με ορμή χαρακώνουν το τζάμι σταγόνες,
συνεργός ο νοτιάς απειλεί βουερός,
σκοτεινές γκριζωπές με σκιάζουν εικόνες,
τα πλευρά μου διατρέχει ο φόβος υγρός.

--Αυλακώνουν το τζάμι ρυάκια πληθώρα,
σαν κλαδάκια δρυός ένα δίχτυ πυκνό,
ζωγραφιές που αλλάζουνε ώρα την ώρα,
ταιριαστός ο νοτιάς, μουσικό σκηνικό.

-Τα μαζεύει η μέρα, το φως λιγοστεύει
και η νύχτα για έφοδο καραδοκεί,
αδιέξοδα πάλι στο νου μου θα φέρει,
σαν δυνάστης το αύριο θα ορθωθεί.

--Αναπόφευκτα φεύγουν της μέρας οι ώρες,
μες στον ύπνο θα σβήσει κι η νύχτα αυτή,
θα τραβήξει το δρόμο της σ’ όλες τις χώρες,
δε θ’ αργήσει ο ήλιος, ξανά θα φανεί.


Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Ζηλόφθων


Πάλι ζηλεύεις την τύχη των άλλων,
πάλι λυπάσαι που βλέπεις χαρά,
ό,τι καλό σε γνωστούς και σε φίλους,
είναι για σένα κακή συμφορά.

Δε σ’ έχει αφήσει και σένα η τύχη,
έχεις κι εσύ τις καλές σου στιγμές,
άμα κοιτάξεις τριγύρω το πλήθος,
σπάνιες είναι του κόσμου οι χαρές.

Όμως εσύ επιμένεις να βλέπεις,
σαν πρόβλημά σου το ξένο καλό,
κι όταν οι άλλοι παθαίνουνε νίλες,
δείχνεις να χαίρεσαι για το κακό.

Σαν το σαράκι σε τρων και σε φθείρουν
ζήλεια και φθόνος βαθιά στην ψυχή,
πότε θα νιώσεις πως τούτο το πάθος
της δυστυχίας σου είναι πηγή;

Δες μοναχά τη δική σου πορεία,
άσε τους άλλους να παν στην ευχή.
Σκέψη κακή, διαρκής η πικρία,
άκακη σκέψη, γλυκιά η ζωή.


Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Διαμαρτυρία


Εκπροσώπων:
Ούννων, Γότθων, Βησιγότθων,
Πετσενέγων και Αβάρων,
Νορμανδών και Οστρογότθων,
Μαμελούκων και Βανδάλων

Καταγγέλλουμε το κράτος και τους Έλληνες δασκάλους,
που ακόμα επιμένουν
ότι τάχα πρόγονοί τους είχαν διώξει τους βαρβάρους.
Πώς τους είχαν εκτοπίσει
κι ότι μόνο στα βιβλία κάποιος θα τους συναντήσει.

Μα εμείς εδώ και χρόνια, είμαστε παντού παρόντες,
στα χωριά μας και στις πόλεις, το γνωρίζουν οι δημότες.
Το δηλώνουμε εγγράφως σε φρεσκοβαμμένους τοίχους,
σε πετρόχτιστες οικίες, σε αυλόπορτες, σε κήπους,
μέσα κι έξω στα σχολεία, σε αγάλματα, μνημεία.
Κι αν μας πιάνει το μεράκι και για την καλλιτεχνία,
ζωγραφίζουμε τις νύχτες πύλες και πολυτεχνεία.

Τα σκουπίδια μας στολίζουν δρόμους, εξοχές και κάμπους,
πεζοδρόμια, πλατείες με ξεχειλισμένους κάδους.
Τα μεγάφωνά μας τέρμα κι ας φωνάζουν οι γειτόνοι
κι ας αλλάζουν κυβερνήσεις και ψηφίζονται και νόμοι.

Οι δικοί μας καλλιτέχνες με πρωτόγνωρα σουσούμια
και με στίχους αχταρμάδες σε γκρεκόξενα τραγούδια,
κάθε λίγο παρουσίες σε οθόνες τής φενάκης.
Και δε ζει για να θυμώνει ο δικός σας Χατζιδάκις.

Στη χαρά μας κάθε λίγο οι φωτιές και οι δηώσεις,
νταηλίκια και βρισίδια και γηπέδων εκδηλώσεις.
Ο κατάλογος μεγάλος. Όπου και να περπατήσεις,
της δικής μας παρουσίας συνεχείς οι αποδείξεις.

Για πολιτισμό, παιδεία, τόσα χρόνια διακηρύξεις,
κάθε υπουργός με λόγια, έωλες μεταρρυθμίσεις.
Κι έτσι εμείς εδώ μονίμως, ανενόχλητοι θα δρούμε,
τους γενναίους μας προγόνους διαρκώς θα τους τιμούμε.

Ο αρχηγός των εκπροσώπων
Αλάριχος  Ζ΄


Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Οκτώ στολές κακοραμμένες


Αυτοί που ασχημόνησαν και γίνανε δυνάστες,
αδημονούν να ξαναρθούν· καμία συστολή.
Οι διάδοχοί τους μεριμνούν για τους δικούς τους κράχτες
να διεκπεραιώσουνε την ίδια αποστολή.

Από τους «φίλους» έφτασε με ύφος δεδομένο,
χωρίς εφόσον και εάν, ωμή επιστολή:
«Το έγγραφό μας το γνωστό, το υπογεγραμμένο,
πιστά θα εφαρμόσετε χωρίς αναστολή.
Με όλους σας επίσημη, ρητή η συμφωνία,
η βασική σας μέριμνα, των φόρων διαστολή.
Στα λόγια για συντάγματα και για δημοκρατία,
καιρός να επιφέρετε δεινή περιστολή».

Παλιοί και νέοι προύχοντες με ψέματα γενναία,
αδίστακτοι και πρόθυμοι για την καταστολή.
Και ως αλήθεια θεωρούν και πράξη αναγκαία,
των σημαιών μας τελική να γίνει υποστολή.





Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Φίλος προθέσεων


Ήταν ωραίος στις ιδέες,
οι συζητήσεις σοβαρές,
είχε λεπτές ευαισθησίες,
διαχυτικός στις αγκαλιές.

Όμως…
ο φίλος τα ’χε μάθει όλα,
ατράνταχτη η σιγουριά,
έλεγε διάβασε πληθώρα
βιβλία ψυχολογικά.

Έβρισκε σ’ όλα ερμηνείες,
προθέσεις διαφορετικές,
τον κυνηγούσαν υποψίες,
διύλιζε τις κριτικές.

Διέγραψε το Δημητράκη
που είχε μια καρδιά χρυσή,
ένα ωραίο σχήμα λόγου
το νόμισε για προσβολή.

Στην άκρη έκανε τη Μαίρη,
καλόβολη κι ευγενική,
κάποια ερώτηση αθώα
τη βρήκε κοροϊδευτική.

Και κάποια μέρα στην κουβέντα,
ξάφνου η έκρηξη οργής,
θεώρησε μια διαφωνία
απόπειρα επιβολής.

Μέσα στο λάθος του ο φίλος,
παγιδευμένος στο θυμό,
ξέχασε κάθε τι ωραίο
κι έσπρωξε φίλο καρδιακό.

                                       Στίχοι για τον αξιόλογο συνάδελφο Σ.
                                       που, τι κρίμα, δε μπόρεσε  μέχρι το τέλος
                                       τής ζωής του να στεριώσει έναν φίλο.