Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Γεράκι


Στων γκρεμών τις απρόσιτες άκρες
των ελάτων ακούω ρυθμούς,
ουρανίων εγχόρδων συνθέσεις
στων οξιών τους λεπτούς συριγμούς.

Στις ακμές των οξύληκτων βράχων
με τις ώρες μαζεύω το φως,
στο χρωστήρα της δύσης διαβάζω,
πόσο μέγας ο κόσμος αυτός.

Από ύψη μεγάλ’ ατενίζω,
των ανθρώπων τα έργα θωρώ,
των χεριών τους την τέχνη θαυμάζω,
τους ζηλεύω που εγώ δε μπορώ.

Μα σαν λάμψεις πολέμου αστράψουν
είτε φλόγες στο δάσος ανάψουν,
προσπαθώ με το λίγο μυαλό μου
στην ψυχή τών ανθρώπων να μπω,
και στον κόσμο να δω το δικό μου,
το σωστό και το λάθος να βρω.

Πώς μπορούν Παρθενώνες να στήνουν
τη ζωντάνια στην πέτρα να δίνουν,
πυραμίδες στον ήλιο να υψώνουν,
να νομίζεις πως είναι θεοί,
και τα πάθη τους όταν φουντώνουν
να γκρεμίζουν τα πάντα στη γη;

Πριν οι άνθρωποι έρθουν στη φύση,
όλα ήταν απλά και καλά,
πόσ’ ωραίος θα ήταν ο κόσμος,
αν γινότανε όλοι πουλιά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου