Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

Εκείνη πάντα

 
Το χιόνι συνεχίζει, αέρας λυσσασμένος,
στο έρημο τοπίο η σκέψη μου κι εγώ,
μικρά τα βήματά μου στο σούρουπο πιασμένος,
τον κίνδυνο τον ξέρω, το φόβο τον πατώ.

Η σκέψη μου σ’ εκείνη, το ξέρω περιμένει,
μακριά της έξι μήνες στου κάμπου τα χωριά,
ζευγάρι τρία χρόνια κι οι δυο μας ορκισμένοι,
βαρύς ο χωρισμός μας, σαν φεύγω για δουλειά.

Το χιόνι συνεχίζει, αέρας λυσσασμένος
με σπρώχνει, με προγκίζει, με πολεμά σκληρά,
μα εγώ, μακριά δυο μίλια, κι αν είμαι παγωμένος,
το χτύπο τής καρδιάς της ακούω καθαρά.

Τραγούδι ψιθυρίζω, αυτό που λέμε οι δυο μας,
κι εκείνη με ακούει δυο μίλια μακριά,
ακόμα δύο ώρες να μπω στο σπιτικό μας,
μπροστά μου η μορφή της με χέρια ανοιχτά.

Το χιόνι συνεχίζει, αέρας λυσσασμένος,
στο βήμα μου τη νιώθω ακούραστο φρουρό,
ακόμα μία ώρα. Σ’ εκείνη ορκισμένος,
στα καστανά της μάτια παράδεισο θα βρω!

(Δεκαετία 1870. Επιστροφή ενός κτίστη από τη Θεσσαλία στο ορεινό χωριό του, στην Ήπειρο.)