Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Βολή στην ομορφιά


Το χιόνι έπεσε πυκνό τη νύχτα
κι η μέρα βρήκε στολισμένο το χωριό.
Δεσπόζουνε τα βράχια και τα πεύκα,
κυρίαρχο απ’ άκρη σ’ άκρη το λευκό.

Στου κρύου πρωινού την ησυχία,
κι ενώ αδύναμος ο ήλιος προσπαθεί,
δυο ζωηρά πανέμορφα κοτσύφια
ψάχνουν τροφή, μα έχουν όλα σκεπαστεί.

Στη γέρικη μηλιά τούς ξαναβρίσκουν
τους ξεχασμένους μικροσκοπικούς καρπούς,
σήμερα όμως δε θα τους αφήσουν
κι έχουν αρχίσει βιαστικούς τούς ραμφισμούς.

Μέσα στη χάρη τους και τη χαρά τους
ούτε που νιώθουνε τον κίνδυνο κοντά,
ο έφηβος αδίστακτα, σιμά τους
και τη σκανδάλη ανυπόμονα πατά.

Το ένα, έντρομο, στα ύψη φεύγει,
το άλλο, άτυχο, στο χιόνι σπαρταρά,
ο νέος, ευτυχής για τη βολή του,
στη ζώνη του το τρόπαιο κρεμά.

Ακόμα ένας, ό,τι πρέπει στόχος
και του πατέρα πλέον μοιάζει στις βολές,
το όνειρό του, στο σημάδι πρώτος,
και στην παρέα θ’ ανεβούν οι μετοχές.

Πληθώρα εξισώσεις στα θρανία,
μαθήματα αδιάφορα πολλά.
Δική του μοναχά η ατυχία
να μη μπορεί να δει την ομορφιά;


Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Ανθρωποβόμβες


Φτώχεια και όπιο θρησκοληψίας,
ιερατείων φριχτές απειλές,
απαρασάλευτο σκότος παιδείας,
παραδεισένιες φαιδρές αμοιβές.

Πολιτισμένων κερδώες προκλήσεις,
πλούτου αφαίμαξη ιθαγενών,
ανερυθρίαστα όπλων πωλήσεις,
συνενοχή μισθοφόρων στυγνών.

Άθλιο μίγμα με χρήμα και μύθους,
ακαταμάχητο όπλο τυφλό.
Ανθρωποβόμβες απύθμενου μίσους
θάνατο σπέρνουν χωρίς δισταγμό.
Και φουντωμένος ο τρόμος τού πλήθους,
εύφορη γη στον παλιό φασισμό.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Απόκληρου πρωτοχρονιά


Λόγια ωραία, ευχές και αγάπες,
εύκολα, όμορφα και φωτεινά,
όμως εκεί στου χωριού μου την άκρη
ένας απόκληρος στην παγωνιά.

Πόρτα παμπάλαιη, σπίτι τής φτώχειας,
τζάκι σβησμένο, το κρύο βαρύ,
ένα «Υπάρχω» στο γκρίζο γραμμένο,
έξυσε μέσα μου την ενοχή.

Πέρασαν κάποια παιδιά τής αγάπης
από την πάνω καλή γειτονιά,
μ’ ένα τραγούδι τού φέραν ελπίδα
και του ψαλίδισαν τη μοναξιά.

Πήγα κι εγώ μυστικά το βραδάκι.
Κάτω απ’ την πόρτα μικρή αρωγή
(ήταν περίσσευμα σ’ ένα τσεπάκι).
Κάπως συμμάζεψα την ενοχή…

           Αφορμή των στίχων, η περυσινή συγκινητική ανάρτηση
           της φίλης Βαρβάρας, 1-1-16 στα «Κέριναποιήματα».


Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Κάποτε


Τι εποχή ήταν κι εκείνη…
Να καταγγέλλουν λαοπλάνοι τούς αγύρτες,
δημοκρατία να ζητάνε οι φασίστες,
να εγκαλούν οι εφιάλτες τούς προδότες,
προσκυνημένοι να προγκίζουν μειοδότες.

Τι εποχή αλήθεια…
Δημαγωγοί να επικρίνουν δημοκόπους,
οι ψεύτες να φωνάζουνε γι’ απάτες,
αιρετικοί ν’ αποκηρύσσουν αποστάτες.

Τι εποχή, πώς να την πεις…
Σπιθαμιαίοι να περιγελούνε νάνους,
αθύρματα να βρίζουν τους γελοίους,
οι τιποτένιοι να μαλώνουν τους αχρείους.

Τι εποχή, πώς να τη δεις…
Τυχάρπαστοι να ψέγουν τυχοδιώκτες,
να κρίνουν ραδιούργοι τους πανούργους,
κακοποιοί να κυνηγούνε τους κακούργους.

Ήταν καιρός μιας ξένης πολιτείας,
υπήκοοι βουβοί να βλέπουν…
Οι μεν, πώς είναι η μαυρίλα τής αλήθειας,
οι δε, πώς είναι η αλήθεια τής μαυρίλας.


Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

Χαμογελαστή Ανθρωπιά


Δεν ήταν τυποποιημένο,
συνηθισμένο, των πολλών.
Δεν έμοιαζε δασκαλεμένο
σεμιναρίου στελεχών.

Είχε αγνότητα και χάρη
σαν μια εικόνα τού καλού,
ήταν χαμόγελο πηγαίο
ενός προσώπου καθαρού.

Βαριά είχε κινήσει η μέρα,
με μια σκοτούρα-απειλή,
να πάω έπρεπε αμέσως
για ένα πρόβλημα οξύ.

Σε κάποια γραφειοκρατία
μια εκκρεμότητα ετών,
από τον Άννα στον Καϊάφα
μέσα στο άγχος των χαρτιών.

Εκεί στο τέσσερα γραφείο
την είδα πρώτη μου φορά,
ευγενικά την καλημέρα
ανθρώπινα και φιλικά.

Υπάλληλος καταρτισμένη
με διάθεση για προσφορά,
κατάλαβε το πρόβλημά μου,
βρήκε το λάθος στα χαρτιά.

Υπεύθυνα και με το νόμο
έδωσε λύση τελική,
εκεί που οι προκάτοχοί της
αδιάφοροι και κυνικοί,
δε με αφήναν τρία χρόνια
να κοιμηθώ ως το πρωί.

Το άγχος μου τελειωμένο,
ελεύθερη αναπνοή.
Εκεί στο τέσσερα γραφείο
βρήκα την τύχη γελαστή.




Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Κατορθωτό


Βροχή, βαριά η συννεφιά, κρυμμένα όλα τα βουνά,
τα πάντα μουσκεμένα    
κι εγώ μες στην καλύβα μου με τα φτερά κομμένα.

Οι νύχτες είναι μακριές, οι σκέψεις μένουν αιχμηρές,
τον ύπνο μου λογχίζουν,
ιδέες αχαλίνωτες σε δίνη με γυρίζουν.

Τα όμορφα και τα καλά φαντάζουν άχρηστα παλιά,
πεζά και τετριμμένα,
τα έργα μου, τα όνειρα καταβαραθρωμένα.

Ώσπου μια μέρα φωτεινή, ελπιδοφόροι οιωνοί
μου δίνουνε κουράγιο,
αλλιώς τα βλέπω ξαφνικά, μακριά μου το ναυάγιο.

Τινάζω πάλι τα φτερά, τα νιώθω τώρα δυνατά
και είμαι αλαφρωμένος.
Η θέλησή μου ζωντανή, απελευθερωμένος.

Σπασμένα τα βαριά δεσμά, στην άκρη τα φαρμακερά,
η ζήση μού φωνάζει,
τοπία μπρος μου διαφανή, η σκέψη μου αλλάζει.

Ήταν λοιπόν κατορθωτό να ξεσκεπάσω το σωστό,
σελίδα να γυρίσω,
τη λογική να ξαναβρώ, το βράχο να κυλήσω.

Κι αν έρθει πάλι ο καιρός, επίβουλος και παγερός
γι’ αυτούς που νιώθουν μόνοι,
δεν έχω πια να φοβηθώ. Κρατάω το τιμόνι!
                          
                             Στίχοι αφιερωμένοι στον φίλο που κατάφερε να βγει
                            από το πηγάδι τής κατάθλιψης, με φάρμακο την πίστη
                            πως μπορεί να γυρίσει σελίδα.
                                            

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Στο δρόμο για τα παχνιά


Αφ’ ενός τα γεγονότα,
τετριμμένα ειωθότα…
Τα συντάγματα κι οι νόμοι, εκλογές και κυβερνήσεις,
προγραμματικές δηλώσεις, επισκέψεις, διακηρύξεις,
των εθνών οι παραδόσεις, των λαών οι προσδοκίες
για παγκόσμια ειρήνη, δικαιώματα, αξίες.

Αφ’ ετέρου τα παρόντα,
δεδομένα και βοώντα…
Τραπεζίτες, εταιρείες υπεράνω των συνόρων,
κεφαλαίων διακινήσεις υπεράκτιων πρακτόρων,
αστοιχείωτοι και φαύλοι σκοτεινά εξωνημένοι,
διαπλεκόμενοι των Μέσων, πονηρά προβεβλημένοι.

Και στου μέλλοντος την κρίση,
αν η ανοχή κρατήσει…
Σε γραφεία ειδημόνων σχεδιασμένη η πορεία:
Ιστορία και Πατρίδα, εθνική κυριαρχία,
λέξεις δίχως σημασία μες στην ομοιομορφία,
κάτοικοι αριθμημένοι τού παγκόσμιου αρχείου,
και τροφή μεταλλαγμένη στα παχνιά τής υδρογείου.