Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Ο γάτος


Ήταν ικανός ο γάτος και υπομονετικός,
απαιτήσεις είχε λίγες, και πολύ εργατικός,
κυνηγούσε τα ποντίκια – παιδεμένος θηρευτής,
η ζωή του μετρημένη και στη φτώχεια ευτυχής.

Κάποτε τον καλοπιάσαν και του χάιδεψαν τ’ αυτιά,
του μεγάλωσαν το πιάτο με καινούρια φαγητά,
τον βεβαίωσαν πως τώρα η ζωή θα είν’ αλλιώς,
θα ξεχάσει πια τα χρόνια που τα πέρασε φτωχός.

Του καλάρεσαν του γάτου οι κουβέντες οι γλυκές –
των παλιών αφεντικών του οι σπρωξιές ήταν πολλές.
Μια καινούρια ελευθερία, νοστιμότερο φαΐ
και σαν όνειρο η νέα ευκολότερη ζωή.

Ευζωία και σπατάλη, η προσπάθεια μικρή,
τ’ ακυνήγητα ποντίκια αυξηθήκανε πολύ,
οι ανέσεις δίχως τέλος, ξένα ήθη δολερά,
και ο γάτος, θαμπωμένος, τα ’βλεπε και λιγοστά!

Μες στον ύπνο τού δικαίου, ξάφνου ήρθε συμφορά,
ο καινούριος του αφέντης βρέθηκε χωρίς λεφτά,
έβγαλε φωνή μεγάλη, φοβερός ο πανικός.
Και ξανάγινε ο γάτος ένας άτυχος φτωχός.

Σαν ζητιάνος, στους γειτόνους έτρεξε για φαγητό,
ντροπιασμένος για το χάλι, το κεφάλι του σκυφτό.
Άλλοι γείτονες τον βρίζουν, άλλοι τον περιγελούν,
κάποιοι χρηματοπαρμένοι το σπιτάκι του ζητούν.

Λόγια διάφορα του λένε άσχετα αφεντικά,
δεν πιστεύει πια κανένα, όλα φαίνονται φαιδρά.
Μόνη λύση βλέπει τώρα να κινήσει απ’ την αρχή,
μαθημένος από φτώχεια, σοβαρά να πορευτεί,
δίχως φόβο να σηκώσει το κεφάλι του ψηλά,
τις δικές του τις δυνάμεις να εμπιστευτεί ξανά.


Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Απόδραση


Εθελούσιος όμηρος, παραδομένος,
νεκρωμένη βουλή, θολωμένο μυαλό,
στης σαγήνης τη μέγγενη παγιδευμένος,
προσπαθούσα το λάθος να βλέπω σωστό.

Στο βυθό τής ψυχής της σαν να ’μουν πνιγμένος,
σωτηρίας αέρα ζητούσα να βρω,
στου εγώ της τη λάσπη βαθιά κολλημένος,
κι η ελπίδα χαμένη, στον ήλιο να βγω.

Και μια μέρα, φωτιά ξαφνική μες στη μνήμη,
ο παλιός εαυτός μου ορθώθηκε μπρος,
μ’ ένα βλέμμα ελέγχου ζητούσε ευθύνη.
Ήταν φίλος, συνάμα κριτής σοβαρός.

Μία λέξη και μόνο, πυξίδα παλιά  μου,
ξαναφλόγισε μέσα μου πόθο κρυφό.
Εργαλείο δεινό να κοπούν τα δεσμά μου.
Απελεύθερος τώρα το μέλλον θωρώ.

                         Σχετικές παλαιότερες αναρτήσεις 
                         «Το φίδι» και «Ελευθερία 1».


Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Ο πόλεμος στο χωριό - 28 Οκτωβρίου 1940


Φαντάροι αξημέρωτοι τραβούν στο μεσοχώρι,
με τα μουλάρια στα στενά, το φόρτωμα βαρύ.
Μικροί, μεγάλοι, δίπλα τους, ένα χωριό στο πόδι,
κι οι γεροντότεροι ζητούν να ζώσουνε σπαθί.

Μιλά ο αξιωματικός με θέρμη στην πλατεία
και του στρατού μας εξηγεί τη δύσκολη στιγμή,
γι αυτό ζητά τη συνδρομή
«παντός δυναμένου να μεταφέρει πολεμοφόδια
εις τα υψώματα», προς την πρώτη γραμμή.
Δεν προλαβαίνει να το πει και η βουή τον κόβει.
Από καιρό είν’ έτοιμοι, και θέλουν και μπορούν
να δώσει ο καθένας τους, κάτι να κάνουν όλοι.
Για την αξιοπρέπεια. Και ανυπομονούν.

Και οι γυναίκες στη φωτιά.
Γυναίκες ακατάβλητες, ψημένες μες στη ζήση,
γνωρίσανε τον πόλεμο από μικρά παιδιά,
μπρος στα δεινά που έρχονται καμιά δε θα λυγίσει,
δίνουν παρών στο κάλεσμα
και κουβαλούν αγόγγυστα τα πυρομαχικά.
Αγκάθια, λάσπη, ατραποί, κατσάβραχα κι αντάρα,
για το αρχαίο σθένος τους, ασήμαντα μικρά.

Στο δρόμο τής επιστροφής και πάλι φορτωμένες,
μ’ αυτούς που τους ορίσανε στην πρώτη τη γραμμή,
στης τύχης τους το διάσελο τους βρήκανε οι σφαίρες
την ώρα που σηκώνανε του έθνους την τιμή.

Φέρνουν μαζί και Ιταλούς φαντάρους πληγωμένους,
πριν λίγο μισητοί εχθροί, θρασείς επιδρομείς.
Κι αυτών το αίμα κόκκινο, των είκοσί τους χρόνων,
στα μέρη μας τους έφερε πολιτισμός ντροπής.

Γρήγορα δένουνε κλαδιά για πρόχειρα φορεία,
με τα τσαρούχια ακροπατούν στις γκρίζες ρεματιές,
αυτές οι σκληροτράχηλες, με τα σκασμένα χέρια,
ξέχειλες είναι από στοργή σα μάνες κι αδερφές.

Όλοι σε όλα δίνονται αυτές τις άγριες μέρες,
μες στου πολέμου το χαμό ανθεί η ανθρωπιά.
Κι αν οι αιώνες προχωρούν και οι γενιές καινούριες,
η Ιλιάδα γράφεται για πολλοστή φορά…

                                  Οι στίχοι γεννήθηκαν μέσα από τις (επί χρόνια)        
                                  αφηγήσεις πολλών πρωταγωνιστών των ημερών
                                  εκείνων.

Σχετικά ποιήματα  1, 2, 3


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Αμήχανοι λοστρόμοι


Ηχηρές διακηρύξεις, φθαρμένες ιδέες,
ηγετίσκοι αστόχαστα, ορμητικά,
χαϊδεμένα αυτιά, υποσχέσεις γενναίες,
το βασίλειο βάρκα, νερά σκοτεινά.

Ισχυροί χαρτοσύμμαχοι, άξενοι φίλοι
καρτερούν το ναυάγιο με σιγουριά,
η φουρτούνα ζυγώνει, οι Αίολοι χίλιοι,
η βαρκούλα αμέριμνη στο πουθενά.

Στης αβύσσου τον τρόμο οι φαύλοι λοστρόμοι
για βοήθεια κραυγάζουν χωρίς συστολή.
Προθυμία δεινή, φιλεχθροί γαλαντόμοι
τα σωσίβια ρίχνουν, κοιτούν γελαστοί.

Πανικός στη βαρκούλα. Στην άκρη οι φαύλοι.
Στο τιμόνι λοστρόμοι καινούριοι, γνωστοί
με σπουδαία τα λόγια στην εύκολη δράση,
στη φουρτούνα αμήχανοι, λόγοι κενοί.


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Του κόσμου


Με οξυμένη προσοχή η θεία η Αγγελική,
έψαχνε σ’ όλα το γιατί, ανέλυε το κάθε τι.
Κοσκίνιζε τους συγγενείς και γείτονές της και γνωστούς,
διύλιζε χαμόγελα και δάκρυα και στεναγμούς.
Ανίχνευε αισθήματα στη θέρμη των χειραψιών,
στους ασπασμούς των εορτών, των γάμων και των κηδειών.
Στις λέξεις των εκφράσεων αναζητούσε εκδοχές,
τα λόγια δεν της έφταναν, εξέταζε και τις σιωπές.

Συνήθη συμπεράσματα το «κρίμα» και το «δυστυχώς»
και μόνιμή της επωδός «αυτός ο κόσμος ο κακός».

«Εμείς να είμαστε καλά, άσε του κόσμου τα στραβά,
 δε θα με πιάσει κι ο καημός, αν έτσι θέλει ο θεός»,
της απαντούσε γελαστή η θεία η Μαλαματή.

Μαραζωμένη μια ζωή, η θεία η Αγγελική,
τα χρόνια κύλησαν πικρά και τα γεράματα πολλά.
Στα ενενήντα θαλερή, η θεία η Μαλαματή,
πότε γελάει βροντερά και πότε σιγοτραγουδά:
Ωραία που ’ναι η ζωή, μα να ’ταν άλλη μια φορά,
στην άκρη από την αρχή, όλη τού κόσμου την ψευτιά.


Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Σκεπασμένη


Σε μιαν άκρη, σκεπασμένη, χρόνια στην αναμονή,
στ’ όνομά της διακηρύξεις, εκλογές, αφορισμοί,
λόγια-λόγια γύρω-γύρω οι καλοί διαχειριστές,
συνεργοί τους οι κριτές τους! ικανοί συσκοτιστές.

Αγορεύσεις τετριμμένες και αναμασήματα,
στις πολύχρωμες οθόνες άκομψα προσχήματα,
αλληλοκαταγγελίες, έωλα συνθήματα,
εξυπνάδες, ειρωνείες ως επιχειρήματα.

Σε μιαν άκρη, σκεπασμένη, σε βαθιά γεράματα,
η Αλήθεια περιμένει να τη δουν κατάματα.
Οι απάνω τη γνωρίζουν∙ κι αν μπορούνε, δεν τολμούν.
Άραγε από τους κάτω, πόσοι θέλουν να τη δουν;


Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Της Τύχης


Λιγόλογος πάντα, συνήθως θλιμμένος,
το γέλιο δεμένο σε χείλη σφιχτά,
καλός ο συνάδελφος και μετρημένος,
συνέπεια, ήθος, σωστός στη δουλειά.

Πλησίαζε πια τα σαράντα ο Δήμος
και είχαν αρχίσει τα γκρίζα μαλλιά,
πειράγματα κάποτε, συγκρατημένα,
και νύξεις υπόγειες για προξενιά.

Μα ξάφνου μετάθεση για την Αθήνα,
απρόοπτα ήρθε το νέο, βαρύ.
Απ’ όλους ευχές για καλύτερη τύχη
κι εκείνος ανήσυχος πώς θα τα βρει.

Περάσανε μήνες, περάσανε χρόνια,
εμείς στο γραφείο στα ίδια χαρτιά,
μητρώα, πρωτόκολλα και δεδομένα,
κοινότοπα νέα, σε λίγο παλιά.

Και μία Δευτέρα, μπροστά μας ο Δήμος,
πλατύ το χαμόγελο! λόγια πολλά!
Για πρώτη φορά μάς ασπάστηκε όλους,
στο πρόσωπο λάμψη, του ήλιου θωριά.

Νομίσανε κάποιοι πως είναι σωσίας,
και όχι ο άνθρωπος ο σκοτεινός.
Σε λίγο γνωρίζαμε την ιστορία,
το πώς στη ζωή του ανέτειλε φως.

Στο νέο του πόστο, εκεί στην Αθήνα,
κοντά του η Καίτη, κι αυτή σκοτεινή,
γραφείου ανάγκη για κάποια στοιχεία,
των δυο τους να γίνουν κοινοί χειρισμοί.

Χρειάστηκαν μέρες να σπάσει ο πάγος,
δειλό το πλησίασμα, λόγια πεζά,
τα βλέμματα ράθυμα, πώς να τολμήσουν,
για χρόνια κλεισμένα σε κρύα κελιά.

Μα ένα πρωί στ’ ακροδάχτυλα θέρμη,
και δάκρυα κάναν θολές τις ματιές,
αυτό που φοβούνταν να βγάλουν τα χείλη,
το σκάλισαν μόνες οι δύο καρδιές.

Σαν ένα παλιόρουχο ήταν η θλίψη,
απάνω τους είχε κολλήσει θαρρείς,
ο ένας το τράβηξε από τον άλλο
και είδαν λαμπρή τη στολή τής ψυχής.

Λυθήκαν τα χείλη, οι λέξεις ποτάμι,
κρυμμένες ως τότε σε φόβου σκιά.
Τα μάτια, στο άπλετο φως τής αγάπης,
τον κόσμο θεώρησαν μιαν αγκαλιά.

Για τέσσερα χρόνια το δώρο τής Τύχης
το γεύονται μέρα και νύχτα μαζί,
διέγραψαν κάθε ανάμνηση λύπης.
Ανάσταση μέσα τους. Νέα ζωή.