Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Δούναι-λαβείν


Αν αγαπάς, αν σέβεσαι, αν το συμφέρον σου δε σκέφτεσαι,
μην έχεις την απαίτηση να σου ανταποδώσουν.
Αυτός που δίνει χαίρεται,
αυτοί που παίρνουν χάνουν,
αν όλα τα κρατήσουνε και τίποτα δεν κάνουν.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Πατρίδα 28-10-2011


Από τη μια οι κυβερνήτες,
πολύλογοι, ανίκανοι, περιδεείς,
μπρος στο ερείπιο της πατρίδας.

Από την άλλη οι άλλοι,
με τα γιαούρτια και τα ρόπαλα,
μπρος στο ερείπιο της πατρίδας.

Κι η πατρίδα φωνάζει σφαδάζοντας:
Αρχίστε επιτέλους να χτίζετε.
Αρχίστε επιτέλους.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Απ' το Άλφα στο Ωμέγα δυο φορές, μόνο για σένα


Άνοιξή μου πανωραία και Ανέφελη αυγή,
Βάλσαμο σε κάθε πόνο, Βάμμα στη βαθιά πληγή.
Γαληνεύω στη μιλιά σου και Γλυκαίνω τους καημούς,
Δέντρο σκιερό κοντά μου, Δάφνη με πολλούς ανθούς.
Εξοχή λουλουδιασμένη και Ελπίδα μου γλυκιά,
Ζείδωρό μου αεράκι και Ζεστή μου αγκαλιά.
Ηρεμίας μου λιμάνι, Ημερεύεις την ψυχή,
Θαλπωρή μες στη ματιά σου, Θαύμα κάθε χαραυγή.
Ιστορία της χαράς μου, Ιαματική πηγή, 
Κήπος μέσα στην καρδιά σου, Κυκλαμιά μοναδική.
Λεύκα με το θρόισμά σου Λάμπεις μες στην αντηλιά,
Μέλι το χαμόγελό σου, Μαγική μου ζωγραφιά.
Νούφαρό μου ανθισμένο σε Νερά αστραφτερά,
Ξεχωρίζεις μέσα σ’ όλες, Ξωτική μου ομορφιά.
Όρκος μου το όνομά σου, Όνειρο πραγματικό,
Ποίημα το πρόσωπό σου, Περιβόλι ανθηρό.
Ρόδι άλικο γραμμένο, Ρεματιά μου δροσερή,
Σεληνόφωτη θωριά μου, Σεντεφένια μου μορφή.
Τρυφερή μου παρουσία, Τύχη μου χωρίς αλλά,
Ύπερος σε άσπρο κρίνο, Υακίνθου ευωδιά.
Φλόγα άσβεστη σιμά μου, Φέγγος όλου του καιρού,
Χάραμα τριανταφυλλένιο, Χάρη του Αυγερινού.
Ψιλοδιάλεχτο τραγούδι, Ψίθυρος μοσχοϊτιάς,
Ωραιόπλαστη σε όλα σαν το κάστρο της Ωριάς. 

Καινούριος Οδυσσέας


-Άφησε πια την Καλυψώ καινούριε Οδυσσέα,
η Ιθάκη τής υπομονής πιστά σε καρτερεί,
τα χρόνια τελειώνουνε, μη περιμένεις νέα,
η μνήμη κι αν σκεπάζεται μπροστά σου θα ορθωθεί.

-Στης Ωγυγίας το νησί απέραντος ο κόσμος,
ατέλειωτος ο πλούτος της και η ζωή γλυκιά,
μικρή η Ιθάκη και φτωχή και η ζωή παλιά.

-Μικρή η Ιθάκη και φτωχή μα ολάκερη δική σου,
για σένα που την έζησες ήταν ο κόσμος όλος.



Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Στο παραθύρι σου


Περνώ απ’ το στενό δρομί, μπροστά από την αυλή σου,
ολάνθιστος ο κήπος σου, γεμάτος ομορφιές.
Μανταλωμένη η αυλή, παρμένο το κλειδί σου
κι εσύ στο παραθύρι σου σαν ήμερος πανσές.
                                                  
Αυτοί που σε φυλάγουνε δε βλέπουνε τα χρόνια
κι ο πρίγκιπας που καρτερούν ίσως ποτέ δε ρθει,
όταν στο παραμύθι τους θα φτάσουνε τα χιόνια,
στο παραθύρι ο πανσές θα έχει μαραθεί.

Θ’ ανέβω τα μεσάνυχτα το φράχτη τής αυλής σου,
στο παραθύρι θα σταθώ δυο λόγια να μου πεις,
αν θέλεις να λευτερωθείς από τη φυλακή σου,
τη σιδεριά που σε κρατά θα ρίξω καταγής.

Με τ’ άσπρο μου το άλογο θα φύγουμε οι δυο μας
κι ως το πρωί θα φτάσουμε σε τόπο μακρινό,
εκεί μαζί θα χτίσουμε το νέο ριζικό μας,
με κήπο ομορφότερο και σπίτι ανοιχτό.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Φθινόπωρο 1


Φθινοπώριασε,
τα δέντρα ντύνονται όμορφα χρώματα,
προσωρινά.
Κι εσύ μου εκφράζεις όμορφα αισθήματα,
φθινοπωρινά…

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Σελήνη 2


Όγδοη νύχτα σκοτεινή απόψε
και οι σταγόνες της βροχής βαριές,
της συννεφιάς ένα κομμάτι κόψε,
και δυο αχτίδες άσε αμυδρές.

Μες στη νοτιά της μοναξιάς μου μένω,
κι οι ώρες πια μαζεύονται πολλές,
την έλευσή σου εδώ την περιμένω,
ν’ ανθίσουνε ελπίδες χθεσινές.

Στιγμές, που μοιάζουν όλα τελειωμένα
και λέω πως η λήξη είναι εδώ,
έρχεσαι με τα φώτα σου αναμμένα,
με πείθεις να ελπίζω όσο ζω.

Σωτηρία


Ακούω τη βαριά σου ανάσα,
που δε μπορείς να κοιμηθείς.
Δε θα σ’ αφήσω να μου φύγεις,
δε θα σ’ αφήσω να χαθείς.

Όσο μακριά κι αν θα μου πούνε,
θα βρω αυτό το γιατρικό,
φτερά στα πόδια μου θα βάλω,
θα τον νικήσω τον καιρό.

Κι αν η αρρώστια δε νικιέται
και με αυτό το γιατρικό,
όλη τη δύναμη θα βάλω,
κρυμμένη μέσα στο μυαλό.

Όλη η δύναμη σ’ εσένα
με θέρμη θα μεταγγιστεί,
ό,τι κακό, θα σου το κάψει,
θα σε κρατήσει στη ζωή.

Μέσ’ απ’ της σκέψης το μεδούλι,
με εργαλείο το καλό,
θα βγει απόσταγμα λατρείας
και θα σου διώξει το κακό.

Αυτό που χτίσαμε οι δυο μας
μέσα στο διάβα της ζωής,
πηγή θα γίνει σωτηρίας
και στη ζωή θα ξαναρθείς.

Τότε-Τώρα


Τότε…
Το σκίρτημά σου σαν ερχόμουν,
το δάκρυ σου σαν έφευγα,
και των ματιών σου η φωνή, γλυκιά απαντοχή.
Τότε…
Στο γυρισμό μου το μυαλό, σαν έφευγα απ’ το σπίτι,
το είναι μου στα χέρια σου, σαν γύριζα ξανά.

Τώρα…
Σαν έρχομαι, απλώς κοιτάς,
σα φεύγω, ένα αντίο,
τα μάτια σου ατάραχα, μου δείχνουνε σιωπή.
Τώρα…
Κινώ για τη δουλειά και μαχαιριά το τότε,
γυρίζω, κι η λαχτάρα μου, φόβος και ταραχή.

Τι άλλο

                                   (στην Κλειώ)
Πάει πολύς τώρα καιρός
κι είμαστε πάντα οι δυο μας,
ωσάν θεά του με θωρεί
κι ο κόσμος λέει δικός μας.

Το βλέμμα του κι οι λέξεις του
πρωτόγνωρη σαγήνη,
η αγκαλιά του μια φωλιά
απάνεμη γαλήνη.

Η θέρμη του ασίγαστη
τα χέρια του λιμάνι,
ο κόσμος του όλος είμαι ’γω
και δε χωράει άλλη.

Το ύφος του βαθύγλυκο
ζεστή γαλάζια φλόγα,
τα χείλη του μ’ αναρριγούν
μιλάει όλο το σώμα.

Κι εγώ που την καρδούλα μου
εύκολα την ανοίγω,
ακόμα σκέφτομαι η τρελή
να μείνω ή να φύγω.

Οργή


Όταν σεισμού η ορμή ξεχειλίσει
κι έργα αιώνων στη γη συντριβούν,
μήνυμα σ’ όλους μας στέλνει η φύση,
όλα μπορεί στη ζωή να συμβούν.

Όμοια κι ανθρώπου οργή σαν ξεσπάσει,
λόγια πικρά σαν οχιές ξεχυθούν,
σχέση μεγάλη, στο τέλος θα φτάσει,
όρκοι ωραίοι, γοργά θα χαθούν.

Χρόνια, που δύο σαν ένας βαδίσαν,
μέσα σε λίγο θα γίνουν καπνός,
ό,τι με πίστη και όνειρο χτίσαν,
βάρος θα γίνουν, καημός και λυγμός.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Εκτίμηση

                                                                            (στην Αμαλία)
Ήρθε μια μέρα, μια στιγμή κι άλλαξε η ματιά σου,
λες κι ήσουν άλλος, μακρινός, άφιλος στη μιλιά σου,
κι είδες κι εκτίμησες αλλιώς τα πράγματα που ζούσες,
αυτά που γνώριζες καλά και πάντα τ’ αγαπούσες.

Τα πταίσματά μου φάνταξαν μεγάλες αδικίες,
τα κρίματά σου τα πολλά, μικρές κακοτυχίες,
τα πετραδάκια μου βουνά, οι βράχοι σου χαλίκια
εγώ όλα τα άδικα, εσύ όλα τα δίκια.

Χρόνια και χρόνια σβήστηκαν μέσα σε μία μέρα.
Τα πάντα μηδενίστηκαν, σκορπίσαν στον αέρα,
συντρίμμι αγνώριστο τ’ απλό, τ’ ωραίο σπιτικό μας,
και πού να ακουμπήσουμε τον άδικο χαμό μας.

Τα σημάδια


Μην αγνοήσεις τα σημάδια
μην πεις πως ήτανε στιγμές,
σαν τα σκεπάσουνε τα χάδια,
θα καλυφθούνε οι ρωγμές.

Τα λόγια θέλουν διάβασμα και πάλι,
ο τρόπος τους κι ο τόνος τους ηθμό,
και οι ασήμαντες συσπάσεις
ξεκρύβουν τον υπόγειο θυμό.

Μπροστά τα χρόνια περιμένουν
κι οι μέρες ζούνε μια φορά.
Μην αγνοήσεις τα σημάδια,
ισόβια θα γίνουν εισφορά.

Άνθρωποι 1

-Θέλω ευθύς και ήρεμος,
θέλω μονάχα αλήθεια,
θέλω τα πάντα καθαρά,
θέλω να είναι δίκαια.

Δε θέλω να πεινά κανείς,
δε θέλω να πλουτίσω,
δε θέλω καταναγκασμούς,
δε θέλω να νικήσω.

Μα η ζωή τα θέλει αλλιώς,
οι άνθρωποι δε μένουν,
σπρώχνουν να βρουν το δίκιο τους,
και τ’ άδικο το θέλουν.

Την εξουσία αγαπούν,
τον πλούτο τον λατρεύουν,
να ζουν αυτοί καλύτερα
κι οι άλλοι ας πεθαίνουν.

-Γι’ αυτό παιδί  μου σου μιλώ,
γι’ αυτό σου ξαναλέω,
αυτοί είναι οι άνθρωποι,
μ’ αυτούς και συ θα ζήσεις.
Μέσα τους έχουν το καλό
και το κακό διπλάσιο,
έργα μεγάλα και τρανά
και Παρθενώνες χτίζουν,
κι όταν γυρίσουν στο κακό,
με πείσμα τα γκρεμίζουν.

Να θέλεις πάντα το καλό
να θέλεις και το δίκιο,
μα πρέπει να φυλάγεσαι
να μη βρεθείς στον ίσκιο.

Θυμός


Σαν άτι αφηνιασμένο
σαν κύμα μανιασμένο
ξεσπάει ο θυμός.

Αισθήματα σαρώνει
σχέσεις ξεθεμελιώνει
ο άγριος θυμός.

Κι όταν κοπάσει η μπόρα
κι ανακοπεί η φόρα
φουντώνει ο καημός.

Ο λόγος έχει φύγει
σαν κοφτερό κοπίδι,
κι ας τέλειωσε ο θυμός.

Όσο κι αν μετανιώσεις
τι πια να διορθώσεις
σαν έφυγε ο θυμός;

Αδέσποτος


Πέτρα μού πέταξες άφιλε άνθρωπε,
τώρα κουτσαίνω κι ο πόνος πολύς,
ούτε σε πείραξα ούτε σ’ ενόχλησα,
τι φταίω άραγε και με μισείς;

Πότε γεννήθηκα, ποια είν’ η μάνα μου,
πότε με πέταξαν κάπου μακριά,
μήνες περάσανε δεν το γνωρίζω,
τούτη την ώρα πονάω βαριά.

Μες στα σκουπίδια σου ψάχνω φαγώσιμα,
μέρες και νύχτες περνώ νηστικός,
όπου φωλιάζω με διώχνουν αλύπητα,
νιώθω παντάξενος και μοναχός.

Μόνο παιδιά που δε βλέπουν οι μάνες τους,
με πλησιάζουνε και μου μιλούν,
άλλα μου δίνουνε απ’ τις σακούλες τους,
κάποια στη ράχη γλυκά μ’ ακουμπούν.

Μόνο το γαβ έχω μάθει ως σήμερα,
μέσα μου νιώθω πολλά να τους πω,
χίλιες φορές να μιλήσω προσπάθησα,
μόνο μπορώ την ουρά να κουνώ.

Δίλημμα

                                                   (στην Ολυμπία)
Το παράθυρο πάλι χτυπάνε καρδιά μου,
γνωριμία καινούρια μάς βγαίνει μπροστά,
πάνω κει που ’χα βρει την παλιά μοναξιά μου,
οι χορδές σου καρδιά μου χτυπούν δυνατά.

Μοναχή, είχα πια τη στυφή σιγουριά μου,
γνωριμίες πολλές μ’ έχουν κάψει πικρά,
μα εσύ δε μπορείς μοναχή σου καρδιά μου,
και με σπρώχνεις να μπλέξω ξανά στα μικρά.

Στα μικρά που με γέρασαν πριν τα τριάντα,
που μου έχουνε δείξει τον κόσμο καλά,
και αυτά που τα νόμιζα όμορφα πάντα,
είναι τώρα γεμάτα ψεγάδια πολλά.

Σ’ ένα δίλημμα νέο με βάζεις ζωή μου
και απάντηση θέλεις να δώσω σαφή,
ή διαλέγω ξανά τη μουντή μοναξιά μου
ή αφήνομαι πάλι σε τύχη τυφλή.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Η ζυγαριά


Μια ζυγαριά είν’ η ζωή μας,
προβλήματα και δυσκολίες, κακοτυχίες, συμφορές,
φορτώνονται στον ένα δίσκο όπως οι πέτρες οι βαριές,
ποτέ  ο δίσκος δεν αδειάζει, ποτέ δεν είναι καθαρός
αλλ’ απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να γίνει ελαφρός.
Λύσεις, στιγμές ευτυχισμένες, της τύχης εύνοιες μικρές,
στον άλλο δίσκο δίνουν βάρος, τις πέτρες κάνουν ελαφρές.

Απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, από το βράδυ ως το πρωί,
από Γενάρη σε Δεκέμβρη, πάντα και κάθε εποχή,
οι δίσκοι ανεβοκατεβαίνουν και προχωράει η ζωή
και είναι λάθος να νομίσεις πως ο ζυγός ισορροπεί.

Το πιο μεγάλο όμως λάθος, να δεις το δίσκο τον κακό,
βαρύ, ασήκωτο για πάντα, το τέλος πια οριστικό.
Και ένα ψήγμα ευτυχίας, όσο κι αν φαίνεται μικρό,
μπορεί το βάρος το μεγάλο να το σηκώσει σαν φτερό.

Ας λέμε πάντα κάθε βράδυ, ας λέμε πάντα το πρωί,
ό,τι μας βρει κι ό,τι μας έρθει, είναι ωραία η ζωή. 

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Λόγος ευθύς


Πόσοι κούκοι να ζευτούν την άνοιξη να φέρουν,
αν η σκοπιμότητα παντού κυριαρχεί;
Πόσοι άραγε μπορούν στο δίκαιο να μένουν,
αν κανόνας των πολλών είναι η αρπαγή;

Αν με τα συμφέροντα ανθεί και η βλακεία,
άπειρη κι αδάμαστη σε κάθε εποχή,
πάνω της να ευδοκιμεί και η δημαγωγία
κι έχεις μόνο όπλο εσύ το λόγο τον ευθύ;

Ή θα πας με τους πολλούς και σαν αυτούς θα γίνεις
ή γυρνάς την πλάτη σου και φεύγεις μακριά,
όπου όμως κι αν θα πας, το πρόβλημα δε λύνεις
και το βλέπεις καθαρά πως μένεις χαμηλά.

Αν το πνεύμα σου πετά και χώμα δεν αντέχεις,
ένα μένει στη ζωή, αφού τη θες σωστή.
Μες στο πλήθος ρίχνεσαι, μες στη μάχη μπαίνεις
κι έχεις μόνο όπλο σου το λόγο τον ευθύ.

Ο μίτος


Βαρύς ο ήχος τής βροχής και άφιλη η νύχτα
και πώς να ρθουν τα όνειρα σε ύπνο διαφανή,
στη θέση τους, οι σκέψεις μου απλώνουνε τα δίχτυα,
στο μέσα τους τυλίγομαι και ψάχνω την αρχή.

Αργά κυλούν οι ώρες μου στο άξενο κρεβάτι,
λάθη μικρά ορθώνονται σαν δράκοι φοβεροί,
ιδέες ατελείωτες στ’ άγρυπνο μαξιλάρι,
κομμάτια ύπνου διάσπαρτα στης νύχτας τη βολή.

Μα κάποια ώρα λίγο φως γλυκά αντιφεγγίζει,
μια ηλιαχτίδα ζωηρή το τζάμι μού χτυπά,
βροχή και νύχτα χάνονται, η μέρα ξεμυτίζει,
κάτι καινούριο και παλιό με δύναμη ξυπνά.

Τώρα στο παραθύρι μου πολλές οι ηλιαχτίδες,
προβάλλει πεντακάθαρη η κορυφογραμμή,
τις σκέψεις μου ποδοπατώ που μου χαλούν τις νύχτες,
το μίτο πιάνω της ζωής, την πρώτη μου αρχή.

Βάζω τα έργα μου μπροστά και σκίζω όλα τα δίχτυα,
λυμένα πια τα χέρια μου, η σκέψη καθαρή,
στα μουσκεμένα έλατα ξυπνάει η ελπίδα
και λέω πάλι μέσα μου, ωραία η ζωή.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Ανατροπή


Οι μέρες απαράλλαχτες, οι νύχτες όλες ίδιες,
οι σκέψεις ανυπόφορες, κακές ιδέες μύριες,
τα σχέδια ατελέσφορα, ελπίδες γκρεμισμένες,
οι δρόμοι όλοι άβατοι, οι γέφυρες κομμένες.

Μες στη νοτιά τής καταχνιάς, στη μαύρη απελπισία,
ήρθες σαν λάμψη κεραυνού, σαν θεία παρουσία,
με το χαμόγελο πλατύ, τα χέρια απλωμένα,
ζωντάνεψαν χαρούμενα, ωραία περασμένα.

Οι μέρες γίναν λαμπερές, φορτώθηκαν λουλούδια,
στα όνειρά μου αντηχούν πανέμορφα τραγούδια,
στις σκέψεις ξαναφύτρωσαν οι πρώτες μου ελπίδες,
στον άνεμο διαλύθηκαν ανύπαρκτες παγίδες.

Κακές ιδέες χάθηκαν, τα σχέδια προχωρήσαν
οι δρόμοι γίναν διάπλατοι, οι γέφυρες στηθήκαν,
μπροστά το μέλλον φωτεινό, ανέσπερο αστέρι,
μαζί σου πια στην ξαστεριά, θα μου κρατάς το χέρι.

Το φίδι


-Απ’ το λαιμό και κάτω θεά,
απ’ το λαιμό και πάνω οχιά.
-Φίλε μου φύγε τώρα,
αύριο θα ’ναι αργά.

-Η γλύκα της ατέλειωτη,
η πίκρα της κοπίδι.
-Φίλε μου μη καθυστερείς,
σκοτώνει το κοπίδι.

-Όσο περνάει ο καιρός,
θα εκτιμάει τα καλά.
-Φίλε μου ξύπνα, δες σωστά,
δεν ξέρει η οχιά καλά.

-Μα πώς ν' αφήσω τη θεά,
τα κάλλη της μαγνήτης,
-Τα κάλλη άφθονα παντού,
μη σκλάβος στο κορμί της.

Το δηλητήριο αργά
μέσα στα κύτταρα περνά
κι ο φίλος, άλλος Μιθριδάτης,
απ’ τη ζωή του αποστάτης.

Η δόση είναι ισχυρή
και παραλύει τη βουλή,
ο φίλος μένει στον καιρό
άθυρμα της οχιάς φθηνό.

Κάποτε βρίσκει τη φωνή
και απειλεί με τη φυγή,
ή να πατήσει την οχιά
ν’ απαλλαγεί οριστικά.

Μα είναι δυνατή η οχιά,
σφιγμένη πάνω του γερά,
ο χρόνος δεν τον καρτερεί
και η ζωή έχει χαθεί.

Δύο χιλιάδες σαράντα ένα


Συμπλήρωσα ογδονταεννιά κι ακόμα παραμένω
και στέλνω μήνυμα σ’ αυτούς που λένε πως γερνούν,
ό,τι και όσο να πονά, εγώ θα επιμένω
και θα αντιπαρέρχομαι τα χρόνια που περνούν.

Φροντίδες, βάσανα, καημοί ποτέ δεν τελειώνουν
κι όσο τα συλλογίζεσαι σου τρων τα σωθικά,
ούτε και τώρα πρόκειται ν’ αφήσω να με λιώνουν,
καλά, κακά τα δέχομαι κι όλο κοιτώ μπροστά.
                                                       
Πρωί-πρωί αφουγκράζομαι των δέντρων τους ψιθύρους            
και των πουλιών εωθινούς ερωτικούς παλμούς,        
ρίχνω τα μάτια στα βουνά, τους πιο καλούς μου φίλους,
θωρώ μες στην ατμόσφαιρα χρυσούς χρωματισμούς.

Σαν σηκωθεί κι ο γείτονας και πούμε καλημέρα
και ξανακουβεντιάσουμε με λόγια τής ψυχής,
στους κήπους μας και στις αυλές βάζουμε μπρος τη μέρα
και το ωραίο τού να ζεις και να δημιουργείς.